Got them ol’ Christmas blues again mama!

Κάθε χρόνο, το γρανάζι της μηχανής γυρνάει μια μοίρα, άλλο ένα δόντι, και δεν υπάρχει επιστροφή: ο ακροδυτικός τρόπος ζωής μάς κατακυριεύει, ξεχνάμε ποιοι είμαστε κι από πού ερχόμαστε, και παραδινόμαστε στο πατροπαράδοτο όραμα της μεγάλης λευκής φυλής που έρχεται από τη  άλλη όχθη του ποταμού Ωκεανού για να μας απελευθερώσει από τον κακό εαυτό μας, φέρνοντας δολάρια, αστραφτερά αυτοκίνητα και χαμόγελα, χυμώδεις γυναίκες και μυώδεις άντρες. Δεν μας ενδιαφέρει η γιαγιά από την Πέργαμο και τα κάλαντα από την Αστυπάλαια, έχουμε θάψει τον Ηπειρώτη παπού μαζί με τους καλικάντζαρους και δοθήκαμε στον Σάντα Κλάους, τη Μαράια Κάρεϊ και τα άλλα παιδιά. Χο, χο, χο, κάνουν όλοι οι δημοσιολογούντες σαν χαζοχαρούμενοι που είναι. Κερδάνε.

 

Εκτός κι όταν δεν κερδάνε.

Γιατί στην Αμερική το πρότυπο έχει ραγίσει με τον πορτοκαλί πρόεδρο, και τις συνεχιζόμενες ανισότητες τάξης, φυλής και φύλου. Και οι γιορτές εκεί (όχι δωδεκαήμερο!) πάντε είχαν και μια σκοτεινότερη πλευρά, ή πάντως λιγότερο λαμπερή, αστραφτερή και φωτισμένη, καμία σχέση με διαφήμιση και Χόλιγουντ, περισσότερο με τη ζωή των καθημερινών ανθρώπων που δεν είχε μεγάλη διαφορά από τη δική μας, κι ας είχαν αυτοί μεγαλύτερα αυτοκίνητα και τηλεοράσεις και χρωμοσαμπουάν.

 

 

ΜΙλάω για την παράδοση της εορταστικής μελαγχολίας, και του μουσικού τρόπου έκφρασης. Χτυπάω Christmas Blues στο διαδίκτυο  και γεμίζει η οθόνη από τραγούδια άλλου είδους. ΚΙ όταν τραγουδάνε πολλοί για τη μοναξιά, αυτή εξανεμίζεται.

 

Βέβαια, και αυτό το συναίσθημα το οικειοποιήθηκε η μηχανή που λέγαμε, και έδωσε κάποια δείγματα κατευθυνόμενης και ευπρεπούς μελαγχολίας. Σαγηνευτικά μεν, αλλά δεν έπεισαν.

 

Το αυθεντικό και λαϊκό κουβαλάει άλλη αλήθεια. Το έντεχνο, είτε έχει ορχήστρα με έγχορδα  είτε συγκρότημα της κάντρι ροκ, πάντα θα υπολείπεται, κι ας έχει και τον καλύτερο πιανίστα από τη Νέα Ορλεάνη.

 

Πάντως η μαυρίλα είναι παροδική, και μια αποστολή της μουσικής είναι, αφού την περιγράψει, να την ξαποστείλει από εκεί που ήρθε. Μεταφράζω απόσπασμα από περιγραφή του Tony Bennett, όπως την κατέγραψε προχτές για το Guardian: «Μια από τις αγαπημένες μου μουσικές Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις έρχεται από μια εποχή που ήμουν πολύ χάλια στη ζωή μου. Ήταν  Χριστούγεννα πρωί. Μόλις είχα χωρίσει. Ήμουν μακρυά από τα παιδιά μου, ολομόναχος σε ένα ξενοδοχείο, αισθανόμουν χάλια. Στο δωμάτιο, άρχισα να ακούω μουσική, και νόμισα ότι είχα ξεχάσει αναμμένη την τηλεόραση, αλλά την τσέκαρα κι ήταν κλειστή. Η μουσική δυνάμωσε, και συνειδητοποίησα ότι ερχόταν από το διάδρομο, κι έτσι άνοιξα την πόρτα κι αντίκρυσα μια χορωδία να τραγουδάει το «On a Clear Day (You Can See Forever)». O Duke Ellington έδινε μια από τις Ιερές Συναυλίες του σε μια Πρεσβυτεριανή εκκλησία λίγο πιο κάτω, στην Πέμπτη Λεωφόρο, άκουσε ότι ήμουν δυστυχής, κι έστειλε τη χορωδία του για να με συνεφέρει. Ήταν το πιο ωραίο δώρο που έλαβα ποτέ μου».

Τραγούδι του 1929, που πέρασε στον κανόνα της αμερικάνικης μουσικής. Μιλάει για καθαρή μέρα και καθαρό μυαλό. Χρησιμοποιείται και ως παυσίλυπο.