(Paul Nicklen Photography)
Stay wild
20-12-2019

O Herman Melville συνάντησε το Nathaniel Hawthorne τον Αύγουστο του 1850, ένα χρόνο πριν την έκδοση του Moby-Dick. Τη στιγμή της γνωριμίας τους ξεκίνησε δυνατή φιλία μεταξύ του είκοσι και ενός ετών Μέλβιλ και του κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερου Χόθορν. Ο νεαρός Χέρμαν δεν βίωσε αυτή τη φιλία αποκλειστικά πλατωνικά. Αυτό έγινε ολοφάνερο από μια κριτική σειράς διηγημάτων του Χόθορν την οποία έγραψε ο Μέλβιλ. Ύμνος όχι μόνο στα κείμενα αλλά και στον ίδιο το Χόθορν. Ο Χέρμαν αναφέρθηκε στη μαγευτική φωνή του η οποία αντηχούσε μέσα του, στον ιστό ονείρων μέσα στον οποίο τον έπλεξε, στην αγάπη και στο θαυμασμό προς αυτόν που ολοένα δυνάμωναν.

Μόνο δέκα από τις επιστολές του Μέλβιλ στο Χόθορν έχουν βρεθεί. Για τις συναντήσεις τους ο Μέλβιλ επισήμανε ότι συνομιλούσαν για το σύμπαν, το χρόνο και την αιωνιότητα αυτού του κόσμου και του επόμενου, για τα βιβλία και ό, τι άλλο σημαντικό – πιθανό και απίθανο – πίνοντας μπράντι και καπνίζοντας πούρα.

Την έκδοση του Μόμπι Ντικ, την οποία ο Μέλβιλ αφιέρωσε στο Χόθορν, ακολούθησαν αρνητικές κριτικές, όπως αυτή στην επιθεώρηση Literary World της Νέας Υόρκης. Κριτικές οι οποίες έθαψαν για δεκαετίες εμπορικά το μυθιστόρημα. Στο Literary World, ο κριτικός δήλωσε αποτροπιασμό για το γεγονός ότι ο Μέλβιλ έβαλε τον Ισμαήλ και τον Κουικουέγκ (τον καμακιστή με το ζωγραφισμένο με τατουάζ δέρμα, από το μακρινό και φανταστικό Ροκοβόκο στο Νότιο Ειρηνικό), να κοιμούνται σε «νυφικό κρεβάτι» την πρώτη νύχτα που συναντήθηκαν στο πανδοχείο και να ξυπνούν αγκαλιασμένοι πριν μπαρκάρουν με το φαλαινοθηρικό Πίκουοντ.

Ο Χόθορν στήριξε το φίλο του κι έγραψε στο Μέλβιλ για το πόσο καλό ήταν το μυθιστόρημά του.

Ο Μέλβιλ απάντησε άμεσα. Μεταξύ των όσων έγραψε ήταν και τα εξής:

… ο χτύπος της καρδιάς σου στα πλευρά μου και της δικής μου στα δικά σου, και των δύο μας στου Θεού… Από πού έρχεσαι, Χόθορν; Με ποιο δικαίωμα πίνεις από το φλασκί της ζωής μου; Και όταν το ακουμπώ στα χείλη μου – να, είναι τα δικά σου κι όχι τα δικά μου. Αισθάνομαι ότι η θεότητα χωρίζεται όπως το ψωμί στο Μυστικό Δείπνο και ότι είμαστε τα κομμάτια… Πίστεψέ με δεν είμαι τρελός… αλλά η αλήθεια είναι πάντα απρόβλεπτη και όταν οι μεγάλες καρδιές χτυπούν μαζί, το τράνταγμα ζαλίζει κάπως…. Έχεις το θείο μαγνήτη και ο μαγνήτης μου αντιδρά. Ποιος είναι ο ισχυρότερος; Ανόητη ερώτηση – είναι οι δύο Ένας….

Η επιστολή έγινε η αιτία να παγώσει και να αποτραβηχτεί ο Χόθορν από τη φιλία με τον παθιασμένο, κάπως απελπισμένο, Μέλβιλ. Αναμενόμενη υποχώρηση μπροστά σε επίδειξη τόσου πάθους.

Το Μόμπι Ντικ εξυμνεί την πάλη του πάθους με τη σύνεση. Στην περίπτωση του μυθιστορήματος το πάθος εκδηλώνεται με τη στάση του καπετάνιου Ahab σε αντιπαράθεση με αυτή του υποπλοίαρχου Starbuck.

Ο μόνος σκοπός της ζωής του Έιχαμπ ήταν να κυνηγήσει στους ωκεανούς και να εκδικηθεί την μεγάλη άσπρη φάλαινα που τον άφησε ακρωτηριασμένο. Τυφλός σε οτιδήποτε άλλο, η πορεία του θα καταλήξει στην αυτοκαταστροφή, όχι μόνο στο θάνατο του ίδιου αλλά όλου του πληρώματος πλην του Ισμαήλ, του μόνου μάρτυρα που επέζησε. Ο Μέλβιλ μέσα από την αφήγηση του Ισμαήλ βλέπει στο πάθος του Έιχαμπ την εξέγερση απέναντι σε μια φύση όχι όμορφη και αγαθή, αλλά μια φύση απρόβλεπτη, που ενσωματώνει στην ουσία της το κακό το οποίο την προσδιορίζει ισότιμα με την ομορφιά και την φροντίδα. Ο Έιχαμπ πάτησε πόδι, σήκωσε ανάστημα, τη δική του αλήθεια. Αν υπήρξαν στιγμές που έλεγε στον εαυτό του πίστεψέ με δεν είμαι τρελός αυτός στα σίγουρα απαντούσε θα χαθείς. Η εμμονή του οδήγησε στο χαμό.

Αντίθετα ο Στάρμπακ ήταν φωνή της λογικής, της σύνεσης και του φωτός. Ο στόχος να κυνηγήσουν τις φάλαινες, να γίνει η δουλειά για την οποία ναυλώθηκε το πλοίο, το σπαρματσέτο – μέχρι δύο χιλιάδες λίτρα από κάθε ενήλικη φάλαινα. Το εμπόριο, το φως.

Είναι η πορεία του ορθολογισμού του Στάρμπακ που μας έφερε στην παραλία της Κερατέας όπου ξεβράστηκε ο νεκρός φυσητήρας στα τέλη του Νοέμβρη. Μέσα στο στομάχι του δεκάδες κιλά πλαστικών, μια μεγάλη μπαταρία αυτοκινήτου ή φορτηγού. Στο κουφάρι του κήτους μια μεγάλη πληγή από προπέλα. Η ίδια πορεία λίγες μέρες αργότερα μας τράβηξε στην ακτή της Σκοτίας, στις Εβρίδες, όπου ξεβράστηκε άλλος φυσητήρας. Στο στομάχι του δεύτερου ένας όγκος από σκουπίδια – σχοινί, πλαστικά ποτήρια, σακούλες και σωλήνες.

Και στις Φιλιππίνες τον περασμένο Μάρτη …

Ο ίδιος σιωπηρός, ανένδοξος θάνατος κι άλλων θαλάσσιων πλασμάτων… δελφινιών, χελωνών. Με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι από όσες φάλαινες πεθαίνουν στα ανοιχτά και στα βαθιά, μόνο το 2% ξεβράζεται στις ακτές ηπείρων και νησιών.

Το Μόμπι Ντικ εκδόθηκε το 1851. Στα παγωμένα νερά του Βόρειου Ωκεανού ζουν πλάσματα τα οποία επίσης κυνηγούσαν τα φαλαινοθηρικά. Οι τοξοκέφαλες φάλαινες, που το χειμώνα κολυμπούν κάτω από παγόβουνα στο πολικό σκοτάδι. Και τέλη του χειμώνα, στην αρχή της περιόδου αναπαραγωγής, τραγουδούν. Συνεχώς – όταν με το Μάρτη επιστρέφει το φως. Επίμονα τραγούδια, παθιασμένα όπως τα γράμματα του Μέλβιλ στο Χόθορν. Και οι πληθυσμοί τους επανακάμπτουν ύστερα από το τέλος της μεγάλης σφαγής.

Τα πλάσματα αυτά μπορούν να ζήσουν περισσότερο από διακόσια χρόνια. Κάποια από όσα επιβιώνουν σήμερα γεννήθηκαν πριν γραφτεί το Μόμπι Ντικ, πριν συναντήσει ο Μέλβιλ το Χόθορν τον Αύγουστο του 1950 – πριν καν γεννηθεί τον Αύγουστο του 1819. Μια βρέθηκε να έχει σφηνωμένη στο δέρμα της παλιά λίθινη αιχμή καμακιού, των Ινουίτ, παλαιότερη από τις αγκαθωτές σιδερένιες των χρόνων της φαλαινοθηρίας.

Ανακάμπτουν οι τοξοκέφαλες φάλαινες από την καταδίωξη των φαλαινοθηρικών. Πριν χαθούν τα παγόβουνα, πριν αρχίσουν να πλέουν στον Αρκτικό ωκεανό τόνοι σκουπίδια, νησιά πλαστικού.

Ένοχη η δίχως πάθος ορθολογική μάτια του Στάρμπακ. Αυτή μίκρυνε τον κόσμο. Σβήνουμε κι εμείς μαζί, κούφιο φέρετρο στον αφρό, κορμί που πέρασε και χάθηκε δίχως να αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα, ειδικό βάρος ζώντας στον κόσμο – μόνο διαγράφοντάς τον. Λίγο – λίγο με σκοπό το ψηλότερο βιοτικό επίπεδο, ελπίζουμε, μέσω απογόνων σε ένα μικρότερο κόσμο.

Ελπίζουμε, δυστυχώς, δίχως την ανέλπιδη αγάπη του Μέλβιλ, δίχως την ανέλπιδη ανταρσία του Έιχαμπ – τους δύο τρόπους για να σταθούμε απέναντι στον κόσμο ώστε να τον αξιωθούμε. Χωρίς να αναγνωρίσουμε στη φύση φροντίδα και ομορφιά – τη μία όψη – και τυφλή σκληρότητα – την άλλη. Μαγκιά σου να σηκώσεις στην τρέλα σου ανάστημα, θα αφανιστείς όμως και να το δεχτείς. Μητέρα που θα σε αγκαλιάσει, λάμια που θα σε τραβήξει από το λαιμό στην άβυσσό της. Διττό μεγαλείο που μόνο με πάθος το διακρίνουμε και αποδεχόμαστε. Ας ζήσουμε απέναντί της με την απελπισία της αγάπης του Μέλβιλ στην ομορφιά και τον εξεγερμένο θυμό του Έιχαμπ στην με αδιαλλαξία σκληρότητα, όπως έτοιμοι από καιρό.

Αλλά όχι να βουλιάζουμε και εξοκείλουμε δίχως πάθος. Αυτό δήλωσε ουσιαστικά ο Θεόδωρος Τσιμπίδης από το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας Αρχιπέλαγος: Όλη η Ελλάδα έχει εκπλαγεί που εκβράστηκε η φάλαινα στην Κερατέα και το πιο λυπηρό είναι πως η συντριπτική πλειονότητα των συμπατριωτών μας αγνοεί πως ο φυσητήρας είναι κάτοικος της Ελλάδας και των θαλασσών μας. Είναι το μεγαλύτερο θηλαστικό στην ελληνική επικράτεια και ακόμα και αξιωματούχοι που λαμβάνουν αποφάσεις στις κυβερνήσεις αγνοούν την ύπαρξή του.

Doldrums ζωής – νηνεμίες ανίας και κορεσμού.

Κλείνω με την επισήμανση του Μανόλη Σαββίδη πριν δύο μέρες: Αυτή η θάλασσα, η μεγάλη και ευρύχωρος δεν υπάρχει πια. Δεν χωράει άλλα απορρίμματα, δεν χωράει άλλη ζωή. Και είναι αυτονόητη υποχρέωση να φροντίζουμε ό,τι ζωή της απέμεινε.

Μαορί πατέρας και παιδί, Νέα Ζηλανδία 1999, φωτογραφία του Hans Neleman