Αλήθειες και ποιήματα
17-03-2020

«Πες μου τι ποίηση γράφεις και θα σου πω τι κηδεία θα έχεις». Δεν συναντάς κάθε μέρα μια τέτοια φράση, συνεπώς όταν τη διάβασα στην Καθημερινή της Κυριακής σταμάτησα το αμέριμνο ξεφύλλισμα της εφημερίδας και προσπάθησα να καταλάβω τι ήθελε να πει ο ποιητής. Όχι, η φράση δεν ήταν διαφημιστικό σλόγκαν από τις Τελεταί Μπούκουρας (που στο κάτω-κάτω θα είχαν κάθε δικαίωμα και αρμοδιότητα για να τη γράψουν), αλλά απόσπασμα από κανονικό άρθρο με τίτλο «Τρεις κηδείες και μία απώλεια», υπογεγραμμένο από κανονικό διανοούμενο με δική του σελίδα στη Βικιπαίδεια.

Η αφορμή του άρθρου ήταν οι πρόσφατοι θάνατοι (και οι κηδείες, φυσικά) τριών ποιητών. «Τρεις ποιητές, τρία νεκροταφεία, τρία τελετουργικά», σημειώνει πολύ εύστοχα ο αθρογράφος, αφού οι μακαρίτες ήσαν τρεις και τόσες ακριβώς ήσαν και οι κηδείες τους. Αυτή την παρατήρηση θα μπορούσε να την κάνει ο καθένας μας, αλλά ο αρθρογράφος μας, που είναι και συνάμα ποιητής (έχει εκδώσει 26 ποιητικές συλλογές) την προχωράει παρακάτω: «Πήγα και στις τρεις κηδείες όχι διότι είμαι κηδειομανής, αλλά επειδή έχω μάθει να τιμώ τους σπουδαίους ποιητές, ειδικά αν έχω πάρει κάτι από το έργο τους». Καταλήγει ότι οι τρεις κηδείες είχαν «τον δικό της συμβολισμό η κάθε μία», και πως (αυτό είναι το κομβικό σημείο) «αν είχαν αρχιτεκτονικό ρυθμό», η κηδεία του Γιάννη Δάλλα θα ήταν δωρική, της Κικής Δημουλά θα ήταν κορινθιακή και της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ θα ήταν ιωνική.

Ο επιζών ποιητής και αρθρογράφος στη συνέχεια αναπτύσσει τη θεωρία του για την ταύτιση της επιμέρους ποίησης με την κάθε κηδεία ― όχι, δεν κάνει λόγο για στολισμό, χορωδία, τελετουργικό κλπ., αλλά μνημονεύει την παρουσία του Ηλία Ψινάκη στην κηδεία της Δημουλά (κάτι που φαντάζομαι ότι προσέθεσε μια ιδιότυπη κορινθιακότητα στο μυστήριο) για να καταλήξει, έμπλεος μυστικισμού πως «Οι σπουδαίοι ποιητές υπηρετούν μια ποίηση πρωτίστως ανθρωποκεντρική» (σε αντίθεση με τους ελάσσονες που υπηρετούν ποίηση ανενδοίαστα γατοκεντρική), «διακρίνουν την αλήθεια απ’ το ψέμα» (κληρονομικό χάρισμα), «δίνουν ύπαρξη στα αφανή και μας καθιστούν οικείο το ανοίκειο» (μα το Θεό).

Καλά οι τρεις κηδείες, αλλά ποια είναι η μία απώλεια του τίτλου; Χαίρομαι που μου κάνατε αυτήν την ερώτηση. Η απάντηση κορυφώνει τη λυρική έξαρση: «Η μεγάλη απώλεια είναι ότι μένουμε ορφανοί στο κοσμικό χάος που μας περιβάλλει…» (τα αποσιωπητικά είναι στο πρωτότυπο). Προσωπικά, ανατρίχιασα.

Ανατρίχιασα γιατί συνειδητοποίησα ότι η αντίληψή μου ποτέ δεν θα φθάσει στο ύψος της αντίληψης ενός ποιητού για να μπορώ να συλλαμβάνω τόσο υψιπετή νοήματα, ότι τα εκφραστικά μου μέσα είναι γλίσχρα και πενιχρά και δεν μπορώ να φθέγγομαι τόσο νόστιμα, κι αισθάνθηκα το κρύο χέρι της ορφάνιας να μου χαϊδεύει το μέτωπο (μπορεί να ήταν και του Ψινάκη, έχει πολύ σκοτάδι στο κοσμικό χάος).

Συνειδητοποίησα ότι ως ορφανός, έπρεπε να βρω νέους ποιητές, άλλους πνευματικούς ταγούς, άλλους γονείς και κηδεμόνες για να με συνοδεύσουν και να με καθοδηγήσουν στο επίλοιπο το βίου μου. Τα παλαιά είδωλα είχαν εκλείψει, οι παλαιές αξίες είχαν κατακρημνισθεί, ακόμη και η φράση «Η αλήθεια βρίσκεται στους Σεξ Πίστολς» είχε χάσει πια τη στιλβηδόνα της και ηχούσε κούφια.

Κοίταξα γύρω μου. Η ηρεμία και η ερημιά στα κοιμητήρια είναι παροιμιώδης. Ζώντες ποιητές δεν διέκρινα, κι ας δήλωναν τόσοι αυτήν την ιδιότητα. Αναζήτησα την ποιητική αλήθεια, κι αυτήν τα τελευταία χρόνια τη βρήκα μόνο στα λαϊκά τραγούδια. Αναρωτήθηκα, είναι η Εύη Δρούτσα η διάδοχος της Αγγελάκη-Ρουκ; Είναι η Λίνα Νικολακοπούλου η διάδοχος της Κικής Δημουλά; Είναι ο Φοίβος ο τελευταίος των μεγάλων ποιητών μας;

Αν θυμηθούμε τη φράση που αποδίδεται στον Σολωμό ότι «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές», τότε θα πρέπει να καταλήξουμε ότι ναι, ο Φοίβος είναι ο νέος μας εθνικός ποιητής. Και αν η κηδεία του συμβαδίσει με την ποίησή του, τότε θα είναι υπερπαραγωγή όλων των ρυθμών που γνώρισε ο άνθρωπος, με ή χωρίς Ψινάκη.