Aldo Moro. Σαράντα χρόνια από τη θυσία του.
09-05-2018

Aldo Moro. Γράφτηκε ότι: «είχε αιώνες ανέμου της Σαχάρας στο πρόσωπό του»
και πως:
«αποτελεί την ενσάρκωση του πεσιμισμού της μεσημβρινής Ιταλίας»

 

Ξημερώματα Τρίτης 9 Μαΐου 1978. Ο Άλντο Μόρο (Aldo Moro), πρώην πρωθυπουργός και ηγέτης του Ιταλικού Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος μεταφέρεται από τους απαγωγείς του, Μάριο Μορέτι (Mario Moretti) Τζερμάνο Μάκαρι (Germano Maccari) Πρόσπερο Γκαλινάρι (Prospero Gallinari) από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της οδού Μονταλτσίνι, όπου βρισκόταν σε ομηρία επί 55 μέρες, στο γκαράζ. Στην είσοδο του, η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος Αννα Λάουρα Μπραγκέτι (Anna Laura Braghetti), εκτελεί χρέη τσιλιαδόρου.

Φορτώνουν τον Μόρο στο πορτ μπαγκάζ ενός κόκκινου Renault 4L με την πρόφαση ότι θα μεταφερθεί σε νέο κρησφύγετο. Στιγμές αργότερα ακούγονται πνιχτοί πυροβολισμοί από  ένα Walther PPK των 9 mm. Το όπλο μπλοκάρει, και ακολούθως ακούγεται ένα Scorpion Vz 61 των 7.65 mm. Οι βολίδες διέτρησαν τους πνεύμονες του Moro και εντός ολίγου προήλθε το μοιραίο.

Τρίτη 9 Μαΐου στην via Μichelangelo Caetani. Το δράμα ολοκληρώθηκε.

Μια ώρα αργότερα παρκάρουν το όχημα με τον σκεπασμένο νεκρό, στη via Michelangelo Caetani στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης, στην μέση περίπου της απόστασης που χώριζε τις έδρες του Κομμουνιστικού (CPI) και του Χριστιανοδημοκρατικού (DC) κόμματος.

Μαζί με τον Μόρο, είχε χαθεί και η τελευταία πιθανότητα του Compromesso Storico, του ιστορικού συμβιβασμού ανάμεσα στην ισχυρή αριστερά και την κραταιά δεξιά της Ιταλικής πολιτικής σκηνής.

Κύλησαν 40 χρόνια από την μέρα που θυσιάστηκε ο Μόρο. Μαζί του θυσιάστηκε ένα καλύτερο πολιτικό μέλλον για την Ιταλία. Αν αυτό το συμπέρασμα όμως είναι δυσάρεστο, ακόμα πιο οδυνηρές είναι οι πρακτικές που ακολουθήθηκαν στην διάρκεια της ομηρίας του, καθώς και οι τακτικές συγκάλυψης επί αρκετά έτη μετά τον θάνατό του.

Στις 19 Ιουλίου του 2010 έφυγε από τη ζωή η Ελεονόρα Μόρο (Eleonora Ciavarelli Moro), η επί 33 χρόνια σύζυγός του, η οποία ποτέ δεν σταμάτησε να κατηγορεί τους κοινωνούς της πολιτικής της πατρίδας της, και τους συνοδοιπόρους του στο κόμμα, ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του άνδρα της.

Σε όλη αυτή την μακρά, επίπονη και ως αποδεικνύεται σκοτεινή διαδρομή, η αγαπημένη του «Νορέτα» διατύπωσε ένα έντονο κατηγορητήριο για τους πολιτικούς συμμάχους του Μόρο και δεν δίστασε να μεταφέρει την ωμή απειλή του Αμερικανού υπουργού των εξωτερικών, Χένρυ Κίσινγκερ (Henry Kissinger), όπως της είχε ομολογήσει ο σύζυγός της: «Η σταματάς να φλερτάρεις με τους κομμουνιστές ή θα το πληρώσεις ακριβά».

Η περιπέτεια του Χριστιανοδημοκράτη ηγέτη ξεκίνησε το πρωί της Πέμπτης 16 Μαρτίου ’78. Λίγα λεπτά πριν τις 09.00 αναχώρησε από την κατοικία του, που βρισκόταν στο νούμερο 9 της via forte Trionfale επιβιβαζόμενος σε ένα μπλε Fiat 130. To οδηγούσε ο Domenico Ricci. Στο ίδιο όχημα επέβαινε και ο Oreste Leonardi, ενώ στη λευκή τετράπορτη Alfetta που ακολουθούσε, βρίσκονταν οι υπόλοιποι σωματοφύλακές της συνοδείας του, οι Francesco Zizzi, Giulio Rivera, Raffaele Iozzino.

Πέμπτη 16 Μαρτίου. via Fani. Ξεκινά η ομηρία με καταιγισμό πυρός και πέντε νεκρούς.

H ενέδρα των μελών των Ερυθρών ταξιαρχιών στήθηκε στην οδό Φάνι (via Fani) και εκτελέστηκε με στρατιωτική ακρίβεια, ταχύτητα, πειθαρχία και σκληρότητα. Το σύνθημα της άφιξης των οχημάτων του Μόρο έδωσε η Ρίτα Αλγκρανάτι (Rita Algranati). Τότε, ο Μορέτι έκλεισε το δρόμο με ένα Fiat 128 αναγκάζοντας το προεδρικό 130 να πέσει πάνω του. Ταυτόχρονα πίσω από την Alfetta, μπλοκάριζε την έξοδο διαφυγής ο Alvaro Lojacomo με άλλο ένα 128. Η παγίδα είχε στηθεί. Πετάγονται από τους παρακείμενους θάμνους οι Valerio Morucci, Raffaele Fiore, Prospero Gallinari, FrancoBonisoli ανοίγοντας καταιγιστικό πυρ, παρά το γεγονός ότι κάποια από τα όπλα τους έπαθαν εμπλοκή.

Μετρήθηκαν 91 βολίδες, 45 από αυτές έπληξαν τους σωματοφύλακες, τέσσερις εκ των οποίων έχασαν τις ζωή τους επί τόπου, είναι χαρακτηριστικό ότι τους δόθηκαν και εξ επαφής οι χαριστικές βολές, ενώ ο πέμπτος ξεψύχησε λίγη ώρα αργότερα. Ο μόνος που πρόλαβε να απαντήσει στα πυρά, πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ήταν ο Iozzino. Ο Μόρο αναγκάστηκε να επιβιβαστεί σε ένα Φιατ 132 και από εκείνη τη στιγμή ξεκινούν οι 55 μέρες ομηρίας του, οι τελευταίες 55 μέρες της ζωής του.

Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απαίτησαν για την ζωή του Μόρο την απελευθέρωση 13 φυλακισμένων συντρόφων τους. Αρχίζει έτσι, μια απίστευτη ακολουθία διαπραγματεύσεων, με αποστολές ιδιόχειρων επιστολών του Μόρο, σε πολιτικούς του συμμάχους, υψηλά ιστάμενους στο κόμμα, στον Πάπα Παύλο το 6ο, στα μέλη της οικογενείας του. Συνολικά 86 επιστολές συντάχθηκαν και εστάλησαν.

Ταυτόχρονα, ξεκινά μια τεράστια κινητοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων για τη συλλογή στοιχείων, εντοπισμό υπόπτων και του κρησφύγετου ή «της φυλακής του λαού» όπως αποκαλείται το διαμέρισμα όπου κρατείται ο σημαίνων Χριστιανοδημοκράτης.

Αυτό το διαμέρισμα, της οδού Μονταλτσίνι, όπου στο υπόγειο πάρκιν του εκτελέστηκε ο Μόρο, ανήκε στην Α.Λ. Μπραγκέτι. Το 1998 η Μπραγκέτι μετά από 15 χρόνια φυλάκισης και με τη βοήθεια της δημοσιογράφου Πάολα Ταβέλα (Paola Tavella) αποφάσισε να μιλήσει για την συμμετοχή της στην υπόθεση της απαγωγής, της εκτέλεσης του Μόρο, αλλά και την ευρύτερη εμπλοκή στο ένοπλο κίνημα. Η περίφημη φωτογραφία του Μόρο με φόντο το αστέρι ανάμεσα στις λέξεις Brigate Rosse είναι μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα και σε ένα ειδικά διαμορφωμένο, ηχομονωμένο δωμάτιο που είχε κατασκευαστεί για να τον υποδεχτεί.

Ο Aldo Moro φωτογραφημένος στο διαμέρισμα κρησφύγετο της Α.L. Braghetti

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου (Aldo Moro H ομηρία) η Μπραγκέτι αποκαλύπτεται με πλήθος λεπτομερειών, τον τρόπο της μύησής της στις Ε.Τ., τη λειτουργία της οργάνωσης, τα αδιέξοδα που οδηγούσαν νέους ανθρώπους να διαβούν τις πύλες της βίας, να πάρουν το δρόμο από τον οποίο δεν προβλεπόταν επιστροφή. Παράλληλα αναλύεται και το αμέτρητο πλήθος των λεπτομερειών που έπρεπε να προσέχει ο κάθε μυημένος, το παράλογο της διπλής ζωής όσων δεν είχαν ακόμα επισημανθεί, το επικίνδυνο εκείνων που είχαν περάσει στην παρανομία.

Το εξώφυλλο της Γαλλικής έκδοσης της A.L. Braghetti.

Οι Ε.Τ. δεν δημιουργήθηκαν από παρθενογένεση, δεν ήταν μια ανορθογραφία της Ιστορίας. Το ένοπλο επαναστατικό κίνημα της Ιταλίας σχεδόν αναγκάστηκαν να το δημιουργήσουν οι πλέον ριζοσπάστες, νέοι άνθρωποι θύματα, σαφώς, της περίφημης «στρατηγικής της έντασης».

Η πρώτη μεγάλη απόπειρα μαζικών δολοφονιών, έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του ’69 όταν εξερράγη  βόμβα στην αγροτική τράπεζα της Piazza Fontana στο Μιλάνο. Ήταν μια ενέργεια που «φορτώθηκε» στους αναρχικούς.

Μετά την έκρηξη της βόμβας στην piazza Fontana

Ένας από αυτούς, ο Luigi Pinelli, θα συλληφθεί και θα εκπαραθυρωθεί κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Ο θάνατος του, θα προστεθεί στους 18 της βομβιστικής επίθεσης ενώ θα αποτελέσει και την προγραφή του αξιωματικού που διεξήγαγε την ανάκριση, του Luigi Calabresi. Κάτι περισσότερο από δυο χρόνια αργότερα ο Calabresi θα δολοφονηθεί. Η θρυαλλίδα της έντασης είχε ανάψει.

Αρκετά αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι η βομβιστική ενέργεια στην Piazza Fontana ήταν «una strage di Stato» μια κρατική σφαγή. Το αυτό θα αποδειχθεί και για την βομβιστική ενέργεια στην pizza della Loggia στην Brescia, τον Μάιο του ’74, όπου θα χάσουν τη ζωή τους άλλα οκτώ άτομα και θα τραυματισθούν περισσότεροι από 90. Θα ακολουθήσουν 12 νεκροί τον Αύγουστο του ’74 στο τραίνο Italicus και άλλοι 85 από την βομβιστική ενέργεια στο σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια, τον Αύγουστο του ’80.

Η Ιταλία είχε μεταβληθεί σε ένα πειραματικό πολιτικό εργαστήριο, τεράστιας κλίμακας, θυελλώδους βίας και βαθύτατου μίσους. Πολύπλοκο και δαιδαλώδες. Η πολιτική συναντούσε το οργανωμένο έγκλημα, ο Ρωμαιοκαθολικισμός, δηλαδή το Βατικανό, είχε πραγματική ισχύ και επιρροή, ενώ η στοά Ρ2 (propaganda due) χαράσσει και εφαρμόζει δική της πολιτική. Όσοι πιστεύουν, πως ο φασισμός ξεψύχησε όταν κρέμασαν το πτώμα του Μπενίτο (Mussolini) και της Κλαρέτας Πετάτσι (Clara Petacci) ανάποδα στην piazza Loreto του Μιλάνου, σφάλουν.

Ο τυφεκισμός του Duce δυο μέρες πριν την αυτοκτονία του Führer, δεν σήμανε την άμεση έκπτωση των ιδεών τους, αφού για το σύνολο των βομβιστικών επιθέσεων από το ’69 ‘εως το’80, όλα τα στοιχεία οδήγησαν στην Φασιστική Νέα τάξη (Ordine Nuovo). Το ότι αυτές οι ενέργειες παραμένουν ατιμώρητες, συναινεί. Τέλος να μην λησμονηθεί να αναφερθεί ο ρόλος δικτύου Gladio (gladius = ξίφος) που κατηύθυνε το Ν.ΑΤ.Ο. με καθαρά πολωτικούς, ψυχροπολεμικούς σκοπούς, με ακραία βρώμικες και βάρβαρες μεθόδους.

Για το ρόλο του Ν.Α.Τ.Ο. και τις αντικομουνιστικές του δραστηριότητες έγραψε λίγο μετά την εκτέλεση του Μόρο ο δημοσιογράφος Μίνο Πεκορέλι (Carmine Pecorelli). Επικαλούμενος διάφορες πηγές, αλλά και γράμματα του Μόρο από την περίοδο της ομηρίας του, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του, αποκάλυψε ότι υπήρχε σχέση με τις δραστηριότητες του δικτύου Gladio και το θάνατο του Μόρο.

Σε λίγους μήνες ο Πεκορέλι, που είχε σπουδάσει δικηγόρος, έπεφτε νεκρός σε προάστιο της Ρώμης. Πυροβολήθηκε μέσα στο αυτοκίνητο του την νύκτα της 20ης Μαρτίου του ’79, τέσσερις φορές με  δυσεύρετα βλήματα.

Το άψυχο κορμί του Carmine Pecorelli όπως βρέθηκε την νύκτα της 20ης Μαρτίου του ’79

Την ύπαρξη και το ρόλο που είχε το δίκτυο, αποκάλυψε και o Τζούλιο Αντρεότι, (Julio Andreotti) ως πρωθυπουργός τον Οκτώβριο του ’90, στο κοινοβούλιο. Μολοντούτο, δεν  απαλλάσσεται των ευθυνών που είχε ακέραιες, για τις εξελίξεις στην υπόθεση Μόρο. Ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός που βρέθηκε τρεις φορές στην πρωθυπουργία της Ιταλίας για οκτώ συνολικά χρόνια, ενώ ανέλαβε επί πολλά έτη σημαντικά υπουργεία (Εξωτερικών, Άμυνας, Εσωτερικών), ήταν περισσότερο μέρος του προβλήματος παρά οτιδήποτε άλλο.

Julio Andreotti

Στην ταινία του «il divo», o Paolo Sorrentino είναι αμείλικτος με τον Αντρεότι, που ερμηνεύει αριστουργηματικά ο Toni Servillo. Μέσα από την εξαίσια κινηματογραφική μεταφορά της πολιτικής βιογραφίας του Αντρεότι, ξετυλίγεται όλο το βάθος και η ένταση της Ιταλικής πολιτικής σκηνής σε ένα παιχνίδι γεμάτο επιδιώξεις, βία, διεκδικήσεις, βαρβαρισμούς σε ένα καμβά όπου δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στη πολιτική και στο ποινικό έγκλημα.

Το 2002 ο Αντρεότι μαζί με τον Γκαετάνο Μπανταλαμέντι, νονό της Μάφια καταδικάστηκαν σε 24ετή φυλάκιση για τη δολοφονία του Πεκορέλι. Ένα χρόνο αργότερα αθωώθηκαν από το ανώτατο Ιταλικό δικαστήριο.

Το ερώτημα πως η αστραφτερή εικόνα της αναγέννησης,  κύλησε στις αρχές του εικοστού αιώνα στο είδωλο του φανφαρόνου Μπενίτο θα είναι επίκαιρο στο διηνεκές. Σε κάθε περίπτωση, από το τέλος της παγκόσμιας σύρραξης, μέχρι την εμφάνιση ενόπλων ανατρεπτικών κινημάτων που απείλησαν ευθέως το μοντέλο της αστικής δημοκρατίας, ο δρόμος ήταν στρωμένος από ίντριγκες, προβοκάτσιες, προκλήσεις σε ένα κράτος με βαθιές πολιτικές διαφορές, με ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα, βαριές βιομηχανίες και αντίστοιχα πολυπληθές και μαχητικό εργατικό δυναμικό. Η συνταγή τα είχε όλα.

Μια συζήτηση του καθηγητή Τόνι Νέγκρι (Antonio Negri) με την Αν Ντιφουρμαντέλ η οποία έγινε και βιβλίο (Du retour, Abecedairebiopolitique , στα Ελληνικά: Τόνι Νέκγρι, Η ζωή μου από το Άλφα ως το Ωμέγα) ο κατηγορηθείς και για ηγετικό ρόλο στις Ε.Τ. καθηγητής, αναφέρεται στα παιδικά του βιώματα και μέσα από αυτά καταλαβαίνει ο αναγνώστης τις συνθήκες. Ο Έλληνας αναγνώστης αντιλαμβάνεται ακόμα πιο εύκολα. Ο παππούς του Νέγκρι, ήταν γεωργός ο οποίος εγκατέλειψε τη γη από φτώχια, αναζητώντας καλύτερη τύχη στην Μπολόνια του 1890. Εκεί εργάστηκε ως εργάτης στα τραμ της εποχής που τα έσερναν άλογα και αναδείχτηκε σε σημαντική συνδικαλιστική φιγούρα.

Ο Τόνι Νέγκρι γνώρισε τον παππού του, τον πατέρα του όχι. Στα δυο του χρόνια τον έχασε. Ήταν ένας οργανωμένος, μάχιμος κομμουνιστής. Οι φασίστες τον υποχρέωσαν να πιει ρετσινόλαδο. Στα 10 του, έχασε και τον 17χρονο αδελφό του στο μέτωπο, αφού είχε αναγκαστεί να καταταγεί. Ο γαμπρός του, που σπούδαζε Ιατρική, υπέκυψε στον εκβιασμό των παρτιζάνων να ανέβει στο βουνό, να παρέχει τις ιατρικές του υπηρεσίες για να προστατέψει τη ζωή του αδελφού του που ήταν πιλότος στην πολεμική αεροπορία. Τον κράτησαν όμηρο, και εκείνος συνειδητά πια πίστεψε στην ιδεολογία.

Αυτή η μικρή ιστορία της οικογένειας Νέγκρι, είναι μια από τις χιλιάδες παρόμοιες που εκτυλίχθηκαν την ίδια εποχή σε εκείνη την χώρα. Είναι οι αμέτρητες ιστορίες πόνου, που έσπρωξαν την Ιταλία στην αγκαλιά του διχασμού. Η δημιουργία των Ε.Τ. από ένα χρονικό σημείο και μετά ήταν αναμενόμενη, σχεδόν λογική.

Ο συγγραφέας της «Ιταλικής συνείδησης» Λεονάρντο Σάσα, (Leonardo Sciascia) στο πόνημά του «Η υπόθεση Μόρο» σκιαγραφεί αμείλικτα τις ευθύνες τόσο της Χριστιανοδημοκρατίας «…οι υποχθόνιοι χειρισμοί είναι συνήθεια της Χριστιανοδημοκρατικής μαφίας…» όσο των Ε.Τ. «…που μπέρδεψαν την ανθρωποκτονία με την επανάσταση».

Το εξώφυλλο της Ιταλικής έκδοσης της υπόθεσης Μόρο του L. Sciascia.

Το δράμα της περίπτωσης Μόρο αποκαλύπτεται στις σπαραξικάρδιες σελίδες του βιβλίου της Μπραγκέτι. Η απαγωγή, η ομηρία, η ανάκριση, η «καταδίκη» και η εκτέλεση του Ιταλού πολιτικού που έγινε στο πλαίσιο της «εκστρατείας της άνοιξης» των Ε.Τ., ανάγκασε την οργάνωση σε μια σοβαρή κρίση ιδεών, μέσων και ανθρώπων. Η πορεία της πλέον ήταν φθίνουσα, το τέλος της κοντά. Θα έσβηνε όπως ξεκίνησε. Σε ένα κύκλο αίματος. Η ίδια περιγράφει πως, από ένα σημείο και μετά, απέρριπταν νέους υποψήφιους. Ο Μορέτι τους αποθάρρυνε λέγοντας: «Ρίξε μια ματιά στις στατιστικές, πριν πάρεις την απόφαση να στρατολογηθείς. Σε έξι μήνες θα είσαι ή νεκρός ή στη φυλακή.»

Αν λοιπόν η απώλεια του Μόρο, σηματοδότησε και το τέλος των Ε.Τ. έχουμε ένα ακόμα λόγο παραπάνω, να ακούσουμε με προσοχή τις απόψεις της αγαπημένης του συζύγου, της Νορέτας.

Ο Χριστιανοδημοκράτης ηγέτης θυσιάστηκε, με έναν απερίγραπτο πολιτικό αμοραλισμό. Οι συνοδοιπόροι του στο κόμμα, δεν αποδείχτηκαν ούτε τόσο Χριστιανοί ούτε τόσο Δημοκράτες.

Στο ερώτημα αν η εξέλιξη των γεγονότων μας δίνει το δικαίωμα να πιστέψουμε ότι η θυσία εκείνη είχε τουλάχιστον μια αξία, ένα αποτέλεσμα, η απάντηση κρύβει περισσότερη απογοήτευση παρά αισιοδοξία.

Από του Μεδίκους της Βενετίας, στον Silvio η διολίσθηση είναι πολύ μεγάλη για την γιγάντια  Ιταλία. Ίσως και μεγαλύτερη από την κατρακύλα που έφερε τη χώρα στα χέρια του Μπενίτο.

Σε ότι αφορά τις τύχες των πρωταγωνιστών της τελευταίας ανατολής του Aldo Moro, εκείνο το ξημέρωμα της 9ης Μαίου, τα πράγματα έχουν ως εξής:

Ο Μορέτι, φέρεται να είναι εκείνος που πίεσε την σκανδάλη των όπλων. Μετά το τραγικό τέλος της απαγωγής, προσπάθησε μαζί με άλλα μέλη των Ε.Τ. να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα. Συνελήφθη στο Μιλάνο τον Απρίλιο του ‘81. Αποδέχθηκε την αποτυχία της ένοπλη τακτικής, χωρίς να συνεργαστεί με τους ανακριτές. Από το ‘97 βρίσκεται σε καθεστώς ημιελευθερίας και εργάζεται σε κέντρο για την αποκατάσταση πρώην κρατουμένων. Κάθε βράδυ επιστρέφει στο κελί του.

Ο Μάκαρι, διαφωνώντας με την απόφαση να εκτελέσουν τον πρόεδρο, απομακρύνεται αυτοβούλως από τις Ε.Τ. Το 1993 συνελήφθη, μετά από την μαρτυρία πρώην συντρόφισσας. Καταδικάζεται σε 30 χρόνια φυλάκισης, ποινή η οποία στη συνέχεια μειώνεται σε 26 έτη εγκλεισμού. Το βράδυ της 25ης Αυγούστου του 2001, πέθανε σε ηλικία 48 ετών από ανεύρυσμα εγκεφάλου, στην φυλακή Rebibbia όπου εξέτιε την ποινή του.

Ο Γκαλινάρι συνελήφθη στις 24 Σεπτεμβρίου 1979, βαρύτατα τραυματισμένος μετά από ανταλλαγή πυρών με αστυνομικούς. Ήταν ένα από τα μέλη των Ε.Τ. που δεν συνεργάστηκαν με την ιταλική δικαιοσύνη. Τον Οκτώβριο του ΄88, προσυπόγραψε τη δήλωση του τέλους των δραστηριοτήτων της οργάνωσης. Λίγο αργότερα θα απολάμβανε ένα καθεστώς μερικής ελευθερίας, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Απεβίωσε, τον Γενάρη του ’13, στα 62 του χρόνια.

Η Μπραγκέτι μετά την απαγωγή και εκτέλεση του Μόρο πέρασε στην παρανομία. Φορτώθηκε την δολοφονία του καθηγητή Vittorio Bachelet τον Φεβρουάριο του ‘80. Τρεις μήνες αργότερα συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Τα τέσσερα πρώτα από αυτά, υπό πολύ οδυνηρές συνθήκες στη φυλακή Voghera. To ’94 της δόθηκε άδεια να εργάζεται τα πρωινά και να επιστρέφει στο κελί της το βράδυ. Αποκήρυξε την οργάνωση, δεν κατέδωσε κανένα πρώην σύντροφο, ώστε να τύχει των ευεργετικών διατάξεων. Εξέδωσε το βιβλίο, όπου εξιστορεί την ταραχώδη ζωή της.