Τα φάλτσα κοκκοράκια
21-09-2020

Στην γενική ανεργία και αψιλία του λεγόμενου «καλλιτεχνικού κόσμου» επιβιώνει μια μαζική παρουσία ομοτέχνων συναδέλφων που συνωστίζονται σε τηλεοπτικές εκπομπές και κανάλια, ενώ οι συνεντεύξεις είναι σπάνιες, οι επαναλήψεις άχθος αρούρης και η βαρεμάρα του κοινού προφανής.

Προς τιμήν τους, αυτοί οι καλλιτέχνες είναι βαρύθυμοι, αλλά όχι απαιτητικοί. Θέλει τεράστια δύναμη να ντύνεσαι ντεκοραρισμένος, με μεταποιημένο φουστανάκι και δανεικά υποδήματα, κρατώντας με το ζόρι τη μάσκα ενός πάνδημου κεφιού.

Ξέρω πολύ καλά πως μυρίζει και πως εκφράζεται η αδιανόητη φτώχεια και αναγνωρίζω τις περιπτώσεις, όσο κρυμμένες και να είναι. Η φτώχεια και η επιβίωση στα όρια, ζέχνει, δεν μυρίζει απλώς. Και μπαίνει ένα τοξικό φίλτρο στα πρόσωπα, όπου το γέλιο ερμηνεύεται ως μορφασμός.

Σε αυτήν την πραγματκοτητα, υπάρχουν και ελάχιστοι τυχεροί και τυχερές που έχουν μεροκάματο ή καλή αμοιβή, έστω παροδική, καθώς συντηρούνται στα όρια ενός επισφαλούς συστήματος. Ειδικά δύο τραγουδίστριες με προφανές μπρίο, μία με σόλο καριέρα, άλλη ως φωνή ενός συγκροτήματος, ασκούνται σε υπενθύμιση παλιών επιτυχιών που σηκώνουν κυματισμό νοσταλγίας και ανεβάζουν κάπως τα νούμερα, επομένως έχουν κάποια ζήτηση.

Εδώ επαναλαμβάνεται ένα φαινόμενο «νοσταλγίας» που το πρωτομάθαμε από την αμερικάνικη μουσική σκηνή ή κάποιο αρενμπί- να εκτελεί μια επιτυχία του παρελθόντος, με διασκευασμένη ενοχήστρωση, μια νεοπαγής, φρέσκια φωνή. Χιλιάδες οι επαναφορές στην χωή (ή οι νεκροφάνειες) τέτοιων εκτελέσεων. Σπανίως ευτυχείς.

Στην περίπτωση της ελληνικής σκηνής, δύο κοπέλες, προφανώς αλλέγκρες, φαίνεται πως έχουν ανταπόκριση και καταφέρνουν να ισοζυγίσουν την τάση των ηθοποιών για τους οποίους ακούστηκε κάποτε πως ασκούν σχετική καλλιφωνία.

Η νοσταλγία, το πάθος του παρελθόντος, το ζουμ-ιν με τα πρόσωπα των καλεσμένων στις ειδικές τηλεοπτικές εκπομπές όπου εκτός από μία «ζαμάγια με τα μάγια» που υποδύεται την σέξι χορευταρού (συνήθως ανεπιτυχώς) έχει πέραση το πέρασμα από την εξέδρα του παλιού ελαφρού τραγουδιού στο πάλκο της ζημιάρας μουσικής υπό τον εκπεσμό της αηδίας ονόματι «το μπουζούκι στα σαλόνια».

Σε αυτό το υπόβαθρο, το κοινό ασκείται σε δύο μορφών σχόλια: είτε αναρωτιέται «ζει ακομη;» όταν αναφαίνεται κάποιο υπερήλικο άτομο που βαστάν τα κότσια του, είτε μετα βίας ανέχεται εκτέλεση ενός τραγουδιού που ξεχώρισε πριν πενήντα και βάλε χρόνια και τώρα ερμηνεύεται από «πχοιοτικούς» τέως σκυλάδες με φωνάρα.

Το μόνο ενοχλητικο σε αυτά είναι πως ο σύγχρονος ενορχηστρωτής ενός τραγουδιού, επιτρέπει κοκκοράκια και ελαφρές έως βαρύτατες παραφωνίες στην εκτέλεσή του. Σπανίως δεν ανιχνεύεται διάθεση διασκευής. Αλλά τότε, συνοδεύεται από άπειρα έως και γελοία φάλτσα. Αυτό παρατηρείται και σε έγκυρα ωδεία που καταλαμβάνουν ενίοτε τηλεοπτικό χρόνο και εκφράζουν μια μπατίρικη θλίψη, για να μη σχολιάσω παραπάνω.

Ωστόσο, ως καλοπροαίρετος (σε πρώτη φάση) κουτσομπόλης, έχω την τάση να ηρεμώ συγκρίνοντας τα άπειρα προβλήματα των ηθοποιών στα χρόνια της κατοχής, με τα σημερινά που βρίσκονται, θυμίζω, στην αρχή τους.

Για παράδειγμα, έχω μαρτυρία για τον Σταυρίδη στην κατοχική Θεσσαλονίκη, να κατηφορίζει από γωνία Ευζώνων και Περδίκκα με την παρτενέρα του, κουβαλώντας ένα ανεξήγητο ψάθινο καλάθι, υπερβολικά πλατύ. Επέστρεφαν από τις δύο παραστάσεις στο Κέντρο με το καλάθι τίγκα σε αυγά, αλεύρι, λιγο λαδάκι και άλλα τρόφιμα που τους πρόσφεραν οι θεατές αντί εισιτηρίου.

Νομίζω πως απέχουμε ελάχιστα από τέτοιες «stalag» οπτικές, και πως υφίσταται τέτοια κολοσσιαία διαφορά εισοδημάτων, μισθών, «τυχερών» και άλλων εργολαβιών, που μια ή χίλιες παραφωνίες να μοιάζουν λογικές, έως και κάπως τρυφερές.

Πάντως, αυτός ο εκπεσμός καλύπτεται από ένα μικρό θαύμα: οι μουσικοί σπανίως αστοχούν και οι παραστάσεις τους είναι γενικά ευρηματικές και έξυπνες.