Dr. Dionyssis, I presume?
Ο Σαββόπουλος κι εμείς
03-12-2018

Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας από τους μεγάλους συνθέτες του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα, με πολύ σημαντικό έργο για την εποχή του και για τους μεταγενέστερους. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ή να αναιρέσει την καλλιτεχνική αξία του Σαββόπουλου, ούτε καν ο ίδιος. Έχει περάσει τελεσίδικα στη σφαίρα των κλασικών, που σημαίνει πως ό,τι σαχλαμάρα ενδεχομένως και να κάνει πια, δεν πρόκειται να ξεκάνει αυτά που έχει καταφέρει ως τώρα. Αυτά για τον καλλιτέχνη. Για τον άνθρωπο Σαββόπουλο, στο βαθμό που έχει δημόσια παρουσία και ευρύτερο ενδιαφέρον, ο μόνος που μπορεί να έχει έγκυρη άποψη είναι ο ίδιος ο Σαββόπουλος.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος, στην πιο πρόσφατη παράστασή του, στο «Άλσος», ανέβασε στη σκηνή για σόου δυο χορευτές ντυμένους αστυνομικούς, που στη συνέχεια γδύθηκαν. Απρόσμενη κίνηση αμφισβητούμενης αισθητικής; Πιθανόν. Και λοιπόν;

Το «λοιπόν» το ζήσαμε στα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, όπου ο κάθε πικραμένος και πικραμένη αποφάσισε να στηλιτεύσει την κίνηση του καλλιτέχνη, ως αυτόκλητος θεματοφύλακας του Ιδεώδους του Σαββοπουλισμού. Άνθρωποι που δεν ξέρουν τίποτα από μουσική και κοινωνία και ιστορία, ούτε καν από το παιχνίδι του θεάματος, βρήκαν την ευκαιρία να ξεσπαθώσουν και να φορτώσουν στον Σαββόπουλο τα απωθημένα τους.

Δεν είναι οι πρώτοι, και δεν θα είναι οι τελευταίοι. Πριν από πολλά χρόνια (σχεδόν τριάντα!), όταν ο Σαββόπουλος είχε προβάρει στο κοινό τους «Κωλοέλληνες», είχα γράψει στο «Βήμα» μια επιφυλακτική κι αμφίθυμη κριτική παρουσίαση. Θυμάμαι τότε να συζητάω θορυβημένος τα καινούργια τραγούδια και τις συνεντεύξεις του Σαββόπουλου με έναν συνομήλικό μου μουσικό, και να λέω «Μα λέει τέρατα!» κι ο άλλος να με κοιτάζει με ελαφρά θλίψη και να μου λέει «Πάντα τέρατα έλεγε ο Διονύσης. Απλώς τότε συμφωνούσαμε μαζί του». Αυτό ήταν ένα μάθημα ζωής που χρωστάω στον Νίκο Πορτοκάλογλου.

Όταν το 1994 ο Σαββόπουλος είχε κυκλοφορήσει το «Μη Πετάξεις Τίποτα!» είχα δημοσιεύσει ένα σφόδρα (επι)κριτικό άρθρο στην ίδια εφημερίδα, γραμμένο με τη σφοδρότητα τριανταπεντάρη που άλλα περίμενε κι άλλα εύρισκε μπροστά του. Ξαναδιαβάζοντάς το, δεν βρίσκω κανένα λάθος, πλην ενός και θεμελιώδους: όλη η κριτική είναι σε λάθος βάση, γιατί ο Σαββόπουλος δεν έκανε μουσική για μένα, αλλά για τον εαυτό του. Στα χρόνια που πέρασαν, συμφιλιώθηκα με αυτή την ιδέα.

(Παρηγορούμαι εκ των υστέρων σκεπτόμενος ότι το ίδιος λάθος είχε κάνει και ο Διονύσης Σαββόπουλος στην τηλεοπτική εκπομπή «Ζήτω το Ελληνικό Τραγούδι», όταν μέσα από την κριτική του για τις νέες κυκλοφορίες είχε εγκαλέσει εμμέσως τον πρώην συνεργάτη του Σάκη Μπουλά για ιδεολογική ασυνέπεια, και ο Μπουλάς είχε απαντήσει με ένα μαγνητοσκοπημένο μήνυμα που προβλήθηκε στο επόμενο επεισόδιο της εκπομπής.)

«Πρέπει να είσαι πολύ μαλάκας για να περιμένεις ένα τραγούδι να σου αλλάξει τη ζωή», μου είχε πει πριν από τρεις δεκαετίες ο Τάσος Φαληρέας, που ήταν (μαζί με τον πατέρα μου) ο βασικός συνδετικός μου κρίκος με τον Σαββόπουλο. Τότε, νεαρός ων και ενθουσιώδης, δεν τον είχα πολυπιστέψει, αλλά τώρα δεν έχω πρόβλημα να κάνω δημόσια των αυτοκριτική μου: υπήρξα αυτό το είδος που περιγράφει ο φίλος μου (τώρα είμαι άλλο είδος, ελπίζω πιο εξελιγμένο). Μετά ο Φαληρέας πέθανε και μείναμε αμφότεροι χωρίς την πολύτιμη παρέα του, κι ο Σαββόπουλος κι εγώ.

«Α, η δημόσια εικόνα μου είναι κάτι που δεν με ενδιέφερε ποτέ. Μου συμβαίνει το εξής: με γοητεύει πάντοτε το «άλλο», αυτό που δεν είμαι. Κάθε φορά που νιώθω μια σιγουριά σ’ ό,τι είμαι, νιώθω κι ένα ενδιαφέρον για το αντίθετό του. Γοητευμένος πήγα και έπαιξα με τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, τον Κουρκούλη, τον Γιάννη Πάριο, την Καλομοίρα. Τι θα πει «λάθος»; Εγώ αισθάνθηκα χαρά με αυτά τα πράγματα», έλεγε ο Σαββόπουλος σε παλιότερη συνέντευξή του. Δυστυχώς η επίσημη ιστοσελίδα του έχει να ανανεωθεί καμιά δεκαριά χρόνια, κι έτσι δεν έχουμε πλήρη εικόνα του πώς βλέπει τον εαυτό του σήμερα ― δεν περιλαμβάνει καν το «επίτιμο διδακτοριλίκι» από το Αριστοτέλειο.

Είναι αστείοι όσοι προσπαθούν να υποδυθούν τον ατζέντη ή τον καθοδηγητή του Σαββόπουλου, λέγοντας ότι του επιτρέπουν να συνεργάζεται με τον Παπακωνσταντίνου αλλά όχι με τον Ρέμο, να εμφανίζεται με τη Σάττι αλλά όχι με την Καλομοίρα, να φεύγει με αερόστατο αλλά όχι με χορεύτριες. Αυτός ο Σαββόπουλος που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται έχει ξεπεραστεί από τον ίδιον εδώ και δεκαετίες.

«Je ne fais pas comme je veux, je fais comme je peux», είχε γράψει ο Ζορζ Μπρακ. Δεν κάνω όπως θέλω, κάνω όπως μπορώ. Και ο Σαββόπουλος μπορεί ακόμη να κάνει θαύματα με τα θραύσματα που βρίσκει στο δρόμο του. Περιμένω τα επόμενα τραγούδια, την επόμενη παράσταση, την επόμενη συνέντευξη, την επόμενη συνεργασία. Πάντα περιμένω, όχι πια για να δω τον εαυτό μου να δικαιώνεται, αλλά τον Διονύση Σαββόπουλο να τελειώνεται.