Οι αντάρτες και η πείνα
13-09-2019

Μικρός μου άρεσε να παίζω με το χώμα και να μασουλώ το τριφύλλι στα χωράφια. Μέρος της παιδικής μου ηλικίας πέρασε στην Καλαμάτα, μια πόλη με περιβόλια που εισέβαλαν απ’ την εξοχή σχεδόν στην καρδιά της πόλης, σε σπίτι κοντά σε ορφανοτροφείο αρρένων. Κοίταζα από το σπίτι τα αγόρια του ορφανοτροφείου σαν έβγαιναν μεγάλη παρέα. Γκρίζο σορτσάκι και ξυπόλητα με ζεστό καιρό, τα μεγαλύτερα να νοιάζονται τα μικρότερα. Θυμάμαι ένα να τραγουδά «ίο ντι νότε». Τότε ένιωσα κάτι να με πλακώνει, την επιθυμία να κατέβω στο δρόμο να πάω μαζί τους.

Μύριζαν χώμα εκείνα τα παιδιά. Έτσι μύριζε ο συμμαθητής και καλύτερος μου φίλος στη δευτέρα δημοτικού, ο Πέτρος, από το ορφανοτροφείο επίσης. Όταν μιλούσα γι’ αυτόν, η μητέρα μου έκανε γκριμάτσα αηδίας, βρομούσε ο Πέτρος έλεγε και θύμωνα. Με πήγαινε σε πάρτι με παιδάκια για παρέα, όχι του ορφανοτροφείου και στο διάλειμμα στο σχολείο κυνηγούσα κοπέλες να τις φιλήσω, το έβλεπα στον κινηματογράφο. Μια φορά μάλιστα με πήγαν στο διευθυντή. Αλλά τον ξυπόλητο Πέτρο ήθελα αληθινά για παρέα μου που μύριζε χώμα σαν παίζαμε στα περιβόλια. Έβγαζα τα πέδιλά μου, του έπιανα την κεφάλα, κουρεμένη γουλί, την ένιωθα στην παλάμη μου.

Μου έκαναν οι δικοί μου το χατίρι, αγόρασαν δίσκο του Αλ Μπάνο για το πικ απ. Και με την επιμονή της μαμάς έγινα άνθρωπος. Πλένομαι καθημερινά και μου είναι αδιανόητο να περπατήσω ξυπόλητος, στο χώμα και στο δρόμο. Με το φθινόπωρο χαίρομαι με το τριφύλλι που φυτρώνει αλλά δεν σκύβω να το φάω. Άνευρη η σχέση μου με τη νοσταλγία. Αλλά τον Πέτρο τον έχω κατασκοπεύσει –Facebook- συνταξιούχος οδηγός στα ΚΤΕΛ, ο μόνος Πέτρος με το επώνυμο που κράτησε η μνήμη, στην Καλαμάτα, στη σωστή ηλικία. Δεν είναι κουρεμένος γουλί και δεν με θυμάται. Δεν επικοινώνησα μαζί του, είμαι σίγουρος, δεν θυμάται.

Ο Πέτρος δεν μιλούσε για πατέρα ή μητέρα. Μιλούσε για παππού που είχε γάιδαρο στο χωριό κι εγώ άκουγα. Αλλά σαν έλεγα στη μητέρα μου για το γάιδαρο και τον παππού του Πέτρου, αυτή έκανε πάλι γκριμάτσα, ειρωνική, και γέλαγε με τον ενθουσιασμό μου. Γκριμάτσα όπως αυτή που κάνουν κάποιες μητέρες σα λένε ότι καλό θα ήταν για τα παιδιά τους ν΄ αναπτύξουν σχέση με τα ζώα αλλά δεν τους αρέσει η ιδέα ενός ζώου στο σπίτι. Αρκετές απ’ αυτές τις μαμάδες έχουν γλάστρες στο μπαλκόνι αλλά τα φυτά εκεί δεν είμαι βέβαιος αν τα νιώθουν ως κάτι ζωντανό. Μάλλον διακοσμητικό και καλλωπιστικό. Αλλά ούτε με τον τρόπο αυτό, πιστεύω, με τα φυτά του μπαλκονιού μπορούν τα παιδιά ν’ αναπτύξουν δεσμό με τη ζωή, όπως εγώ με το τριφύλλι. Κυτταρική, όχι ψηφιακή.

Χάρηκα λοιπόν όταν διάβασα για το πρόγραμμα του Δήμου Αθηναίων το «υιοθέτησε νεοφυτεμένο δέντρο». Δίνει την ευκαιρία σε γονείς που θέλουν τα παιδιά τους να αναπτύξουν δέσιμο με κι ευθύνη απέναντι στη ζωή, να τα μάθουν να στηρίζουν την επιβίωση δέντρων, μέχρι τριών, ιδιαίτερα τα δύσκολα καλοκαίρια, να συζούν, να συμβιώνουν με κάτι ζωντανό, όχι αποκλειστικά ανθρώπινο. Να μην ονειρεύονται ηλεκτρικά πρόβατα. Στον ύπνο τους η μυρωδιά του χώματος.

Ίσως κάποιο παιδί γνοιαστεί να μάθει περισσότερα, γιατί τα δέντρα είναι θαυμαστά πλάσματα. Ίσως κάποιος γονιός του μιλήσει για εκείνο το πείραμα του Φλαμανδού Jan Baptista van Helmont το 1649, που φύτεψε κλαδάκι ιτιάς σε δοχείο με χώμα, χώμα που είχε προηγουμένως στεγνώσει σε φούρνο και ζυγίσει. Κι αφού φύτεψε το κλαρί, κάλυψε αποτελεσματικά το χώμα, να μην προστίθεται σ’ αυτό τίποτα πλην νερού και αέρα. Πέντε χρόνια αργότερα το κλαδάκι είχε γίνει δέντρο βαρύ, πάνω από 75 κιλά, ενώ το χώμα στο δοχείο είχε χάσει λιγότερο από 60 γραμμάρια απ’ το αρχικό βάρος. Ο Φλαμανδός υποψιάστηκε ότι η ιτιά τράφηκε κυρίως από το νερό και τον αέρα κι όχι από χώμα. Είχε ανασάνει στην ουσία το μπόι της, σιωπηρά με αξιοπρέπεια. Ελαφρύ το πάτημά της.

Μακριά από την Αθήνα σε άλλη πόλη, στον Άγιο Φραγκίσκο, στρατός οι άστεγοι, βρέξει χιονίσει, με κρίση ή μ’ ανάπτυξη. Το στρατόπεδό τους έξω από το μεγάλο σούπερ μάρκετ Safeway, στη Market street. Δυσωδία ξεράσματος και σήψης –πολέμησα για τη χώρα σου κυρά μου, ήμουν στους γαμημένους πεζοναύτες!– βρίζουν σαλεμένοι τους περαστικούς. Χαμηλά στον ίδιο δρόμο, στην κατηφόρα για το κέντρο, στα δεξιά η Twitter με τ’ ακριβοπληρωμένα νεαρά στελέχη κι αριστερά οι παλιές φτωχογειτονιές της Tenderloin. Επίθεση της gentrification.

Η Rebecca Solnit αρθρογράφησε για την αντεπίθεση σε άδεια οικόπεδα της πόλης, για δράσεις καλλιέργειας που έχουν πάρει διαστάσεις κινήματος με στόχο τη φροντίδα ανθρώπων που επιβιώνουν εκεί στην ανέχεια. Δίχως να αιθεροβατεί, γνωρίζοντας την αναγκαιότητα συστηματικής πολιτικής προσέγγισης στην αγροτική παραγωγή μιας χώρας καθορισμένης από πολυεθνικά συμφέροντα, γράφει χαρακτηριστικά, αναφερόμενη στον Σκοτσέζο κηπουρό, καλλιτέχνη και ποιητή Ian Hamilton Finlay, κάτι που μου θύμισε τα περιβόλια της παλιάς Καλαμάτας:

…Ο κήπος ως οπισθοχώρηση σημαίνει καταφύγιο, ένα μέρος ν’ αποσυρθείς από τον κόσμο. Ο κήπος ως επίθεση σημαίνει παρέμβαση στον κόσμο, μια πολιτική δήλωση, έναν τρόπο με τον οποίο ο μικρός χώρος του μπορεί και συμμετέχει στον ευρύτερο χώρο που είναι η κοινωνία, η πολιτική και οι ιδέες. Κάθε κήπος διαπραγματεύεται τη δική του σχέση μεταξύ οπισθοχώρησης κι επίθεσης και με τον τρόπο αυτό φωτίζει –  θα λέγαμε ενσωματώνει – τα πολιτικά ζητήματα της εποχής μας…

Γοητευτικότερη των δράσεων που αναφέρει η Solnit αυτή των San Francisco Guerrilla Grafters, των Ανταρτών Μπολιαστών οι οποίοι επιστρατεύουν εδώ και κάποια χρόνια ψαλίδια και σουγιάδες και μπολιάζουν διακοσμητικές ποικιλίες δέντρων στους δρόμους με κλαδιά από οπωροφόρες. Σύμφωνα με στατιστικές, ένας στους τέσσερις στον Άγιο Φραγκίσκο επιβιώνει στα όρια πείνας και υποσιτισμού. Οι αντάρτες απαιτούν την ύπαρξη στο δημόσιο αστικό χώρο δωρεάν καρπών, δώρα των δέντρων σ’ όσους έχουν ανάγκη.

Λίγα χρόνια πριν σε προάστιο της Αθήνας, απόγευμα με ήλιο ύστερα από δυνατή μπόρα, πηγαίνοντας στη μητέρα μου για δείπνο, είδα λεμόνια σκορπισμένα στο δρόμο. Κοίταξα πάνω κι εκεί που περίμενα νεραντζιά, είδα φυτεμένη μια λεμονιά. Αξιοπρεπέστερο θα ήταν, σκέφτηκα, να μαζεύει όρθιος κάποιος καρπούς από δέντρο του πεζοδρομίου, παρά σκυφτός, κουκουλωμένος, από τα πεταμένα της λαϊκής. Οι δύσκολοι καιροί, αν έφυγαν…

…Καιροί καλοί σαν τα μήλα του Σεπτέμβρη, στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα των κήπων και των ασπασμών… Καλωσόρισμα του Εμπειρίκου στο φθινόπωρο. Οι νέοι καρποί, σκληροί, για μια στρωμένη ζωή, καθηλωμένη, λίγο ναρκισσιστική. Οι κήποι ως οπισθοχώρηση, οι εραστές μια εσωστρέφεια.

Αληθινά καλοί είναι οι καιροί όταν δεν σου φέρνουνε τα μήλα, όταν τ’ αρπάζεις απ’ το δέντρο. Από τον Εμπειρίκο στο Gide που μισούσε σπίτια, οικογένειες και μέρη που οι άνθρωποι ζουν με αυταπάτη θαλπωρής σε κλειστούς κύκλους γύρω από εστίες και κλειδαμπαρωμένες πόρτες, γραπώνοντας ευτυχία με ζήλο, με ζόρι. Πιο προχωρημένη από την υιοθεσία δέντρων η έννοια του αντάρτη μπολιαστή, τα ξυπόλητα παιδιά στους δρόμους, το φωτεινό μονοπάτι από ανάλαφρα βήματα, τα χέρια τους αρπάζουν καρπούς από τα κλαδιά, ψαλίδια και σουγιάδες για μπόλιασμα στα δικά μου παιδικά χέρια, η ανάσα μου που μεταλλάσσεται σε καρπό. Ο κήπος ως επίθεση.

Τον καρπό του φοινικόδεντρου το λένε χουρμά και είναι πεντανόστιμος, έγραψε ο Gide, εξαίσια τροφή. Το πλέον όμορφο πράγμα που γνώρισα είναι η πείνα, είπε. Και για αυτό απαίτησε τις τροφές. Για να παραμείνει η πείνα το πιο όμορφο.