Εμείς ― και οι άλλοι
04-10-2020

Το σαββατιάτικο πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας των Συντακτών» που περιλάμβανε έξι πολιτικούς που σχημάτιζαν «Το ΤΕΙΧΟΣ της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ», με αφορμή τη δίκη των μελών της Χρυσής Αυγής, ξένισε πολύ κόσμο, ίσως επειδή η εφημερίδα δεν συνηθίζει να εμφανίζει τόσο ευρεία δημοκρατική αντίληψη στα πρωτοσέλιδά της: πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που είχε θετική μνεία (έστω και έμμεση), για τον Μητσοτάκη και τον Σαμαρά.

Υπήρξαν διάφοροι που ξεκίνησαν δημόσια γκρίνια για την επιλογή των πολιτικών προσώπων από την συγκεκριμένη εφημερίδα (γιατί λ.χ. ο Σαμαράς, γιατί όχι και ο Βελόπουλος) ― παραβλέποντας το γεγονός ότι η «Εφημερίδα των Συντακτών» είναι ένα ιδιωτικό μέσο ενημέρωσης και όχι δημόσιο, και δεν υπόκειται στους περιορισμούς και τους κανόνες των μέσων του δημοσίου. Δεν είναι κομματική εφημερίδα (τουλάχιστον ανοιχτά) όπως η «Αυγή», και δεν είναι εφημερίδα της κυβέρνησης (τουλάχιστον της παρούσης). Μπορεί να υπηρετήσει την ενημέρωση όπως κρίνει αυτή, και αν η ελευθερία επιλογής και η ανεξαρτησία δημιουργούν πρόβλημα σε κάποιους αναγνώστες της, αυτό είναι μάλλον πρόβλημα των αναγνωστών της και των προσδοκιών τους.

Το παράδοξο για εμένα δεν ήταν η συμπερίληψη του Μητσοτάκη ως αρχηγού κόμματος του «δημοκρατικού φάσματος» (περιέργως, κανείς δεν μέμφθηκε τον Μητσοτάκη γιατί έδωσε κείμενο στην «Εφημερίδα των Συντακτών»), ούτε καν η συμπερίληψη του Βαρουφάκη, που είναι γνωστός τσαρλατάνος μεν, αλλά τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας. Το παράδοξο ήταν η συμπερίληψη του Σαμαρά, που δεν είναι πλέον αρχηγός κόμματος. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρώ παράδοξη και την απουσία του Νίκου Δένδια, ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που συντόνισε το κατηγορητήριο, τη δίωξη και τη δίκη των Χρυσαυγιτών. Αλλά ως περιστασιακός αναγνώστης της «Εφημερίδας των Συντακτών» δεν είχα τόσο προχωρημένες προσδοκίες και απαιτήσεις.

(Μικρή επανάληψη στα αυτονόητα: κανείς δεν καταδικάζεται από το δικαστήριο για κάτι για το οποίο δεν κατηγορείται, και κανείς δεν κατηγορείται για κάτι αν αυτό δεν προβλέπεται από το νόμο. Γι’ αυτό και ήταν τόσο σημαντική η νομική προετοιμασία της δίκης. Την Τετάρτη θα ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της δίκης των μελών της Χρυσής Αυγής, και θα δικαιωθούν ο Παύλος Φύσσας, ο Σαχζάτ Λουκμάν και τα άλλα θύματα της οργάνωσης, τα ανώνυμα, με τον καλύτερο τρόπο που μπορεί να το κάνει η αστική δημοκρατία μας. Μπορεί το αποτέλεσμα να μην ικανοποιήσει κάποιους συμπατριώτες, αλλά ο σκοπός είναι η απόδοση της δικαιοσύνης με βάση τους κανόνες δικαίου και όχι η ικανοποίηση της πλειοψηφίας με βάση το Μωσαϊκό νόμο.)

Αν πήραμε ένα μάθημα από την αντίδραση στο πρωτοσέλιδο της «Εφημερίδας των Συντακτών» ήταν το πόσο περιχαρακωμένη και ιδεοληπτικά πολωμένη είναι ακόμα η κοινωνία, παγιδευμένη σε παρωχημένα ιδεολογήματα. Είναι πολύ βολικό να οχυρώνεσαι πίσω από μια ταμπέλα (κόμματος, παράταξης, ακόμη και αθλητικής ομάδας) και να μη χρειάζεται να σκεφτείς και να αποκτήσεις κριτική στάση απέναντι στα πράγματα. Αυτό είναι κάτι που προσπάθησε να καταπολεμήσει η «Εφημερίδα των Συντακτών» με το χθεσινό πρωτοσέλιδο, προς τιμήν της. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν να βλέπουν μόνον συντρόφους και αντιπάλους, συναγωνιστές και πολέμιους, να χωρίζουν τον κόσμο στο εμείς και οι άλλοι, και να επιμένουν να ορίζουν αυτοί ποιοι είμαστε οι εκάστοτε εμείς και ποιοι οι άλλοι, ανάλογα με την περίσταση. Αλλά στη μάχη κατά της βίας, της αυθαιρεσίας και του φασισμού, δεν νοούνται πολλά στρατόπεδα, ούτε σημαίες ευκαιρίας. Και αυτός ήταν ένας λόγος που προκάλεσε θλίψη η μειωμένη κινητοποίηση για την περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου, η αίσθηση ότι δεν πήγε κόσμος στην πορεία γιατί δεν ήταν ένας από εμάς. Ποιοi είμαστε εμείς, τελικά;

Εμείς πρέπει να είμαστε όλοι όσοι είμαστε αντίθετοι στο φασισμό και τις ποικίλες μεταμορφώσεις και τις εκφάνσεις του. Εμείς πρέπει να είμαστε με το μέρος κάθε θύματος βίας και αυθαιρεσίας. Εμείς πρέπει να έχουμε διαρκώς το νου μας για να μην αναβιώσει ο εφιάλτης του φασισμού, που ευδοκιμεί στη χώρα μας. Μέσα σε όλα τα άλλα, όταν τελειώσει η δίκη και δικαιωθεί ο Φύσσας, έχουμε χρέος να αναρωτηθούμε με ποιον τρόπο θα δικαιωθούν ο Μανώλης Καπελώνης και ο Γιώργος Φουντούλης, που δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ ως αντίποινα για τη δολοφονία Φύσσα από μέλη μιας φασιστικής ομάδας με την ονομασία «Μαχόμενες Λαϊκές Επαναστατικές Δυνάμεις». Οι δολοφόνοι χαρακτήρισαν τα θύματά τους ως «αναλώσιμα» στην προκήρυξη που έστειλαν. Ήταν τόσο τυφλωμένοι από το μίσος και τόσο πρόθυμοι να σκοτώσουν τους άλλους που δεν καταλάβαιναν πόσο όμοιοί τους είχαν γίνει.