Από το ημερολόγιο της Συλβί/ Ημέρα κατάνυξης και συνειδητοποίησης
08-05-2018

Η αγαπημένη μας παραλία αντικατόπτριζε τον τρόπο που αγαπιόμασταν. Η αμμουδιά της δημιουργούσε λοφίσκους μαλακούς και πλαδαρούς που σε κάθε βήμα έπνιγαν το πέλμα σου ως τον αστράγαλο και παρόλη τη ζέστη του θέρους ήθελες να χώσει το σώμα σου εκεί μέσα και να σε αγκαλιάσει η φιλόξενη θερμοκρασία της. Διατηρούσε μία ευχάριστη υγρασία παραδόξως. Και για την υγρασία στην επιδερμίδα της και για την υπερβολικά υψηλή θερμοκρασία.

Το νερό δε πράσινο με γαλάζιες πτυχώσεις. Πατούσες σε ψιλή χρυσόσκονη και περπατούσες σε ρηχό δροσερό νερό μέχρι να βαρεθείς αυτήν την πλάση και την άκρη της και να γυρίσεις πίσω στη στεριά.

Φυσικά υπήρχαν ελάχιστοι καλοθελητές να την αφαιμάξουν οικονομικά και ουδείς δεν είχε διάθεση για συμπράγκαλα και μοναξιές.

Εμείς παρόλα αυτά είχαμε ο ένας τον άλλον.

Το δωμάτιο ήταν ισόγειο και δεν έβλεπε την θάλασσα παρά σε μία φωτογραφία μιας κορνίζας.

 

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Eίχα μία καθηγήτρια στη Φιλοσοφική που την θυμάμαι καλύτερα από όλες. Ήταν ογκώδης όχι γιατί είχε τόσο κιλά πάνω της. Ήταν βέβαια αρκετά ψηλή και μαυριδερή.  Φορούσε κάτι φαρδιά ρούχα τα οποία δεν μπορούσες να περιγράψεις αν ήταν πουκάμισο, φόρεμα, ζακέτα. Όλα πάνω της ήταν μία  μάζα, φορούσε χρώματα αλλά ήταν όλα σαν μαύρα. Το δέρμα της ήταν σαν συρματόπλεγμα, τα μαλλιά της σαν ηλεκτρικά καλώδια, το βάδισμά της αντηχούσε στους διαδρόμους. Μας είχε περιγράψει μία φορά τον εαυτό της μέσα από τα λεγόμενα μίας γερόντισσας ως «Μία Μανιάτισσα με χοντροπάπουτσα». Και μέσα όλο αυτό ξεχώριζαν δύο λαμπρά μάτια που ακόνιζαν όλον τον χώρο και φυσικά ένα πνεύμα που σε τρόμαζε από την οξύτητά του. Αποτύπωμα.

Είδα όλες τις φωτογραφίες από το #ΜetGala και φυσικά έχω μείνει με ανοιχτό το στόμα. Τι σώματα, τι υφάσματα, τι προϋπηρεσία. Και δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου ήρθε στο μυαλό αυτή τη γυναίκα να εμφανίζεται εκεί πέρα ανάμεσα σε όλο αυτό το σκυλολόι με τα μαύρα της κουρέλια και να τραβάει όλα τα φλας, όλα εκείνα τα μικρά κλικ όχι γιατί τα είχε ανάγκη μα είναι η αντίστιξη, ηλίθιε. Πάντα με τραβάει προς το μέρος της και δεν μπορώ, δεν μπορώ να μην τη σημειώσω.]

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*