Ο κρόνιος λίθος 4/9
28-10-2017

Η Θεσσαλονίκη προς το τέλος της Κατοχής

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, που ήταν έφηβοι στη διάρκεια της κατοχής, παραξένευαν εμάς, τις μεταπολεμικές γενιές, με την εμμονή τους στο να μη σπαταλάμε ψωμί και να έχουμε αίσθηση αποταμίευσης. Το ίδιο νοιάζονταν για να αξιοποιούν και το παραμικρό ρετάλι από υφάσματα, καθώς αναθυμούνταν, κυρίως από τα χρόνια της αμερικανικής βοήθειας που έβγαιναν στον δρόμο ντυμένοι «καρναβάλια», κατά την έκφραση πολλών, τουτέστιν με μερικά από τα μεσοπολεμικά υπερατλαντικά αποφόρια.

Πήρε καιρό να καταλάβουμε, μέσα από τις αφηγήσεις τους, ότι ο ελληνικός πληθυσμός κυριολεκτικά πέθαινε από πείνα και του έλειπαν τα απαραίτητα κατά μεγάλα διαστήματα της ξένης κατοχής. Εκτός από τον πρώτο καταστροφικό χειμώνα, ακόμη κι όταν η παραγωγή με τα ζόρια θα άφηνε σχετικά λίγους παραπονεμένους συμπατριώτες, η απόλυτη προτεραιότητα διανομής τροφίμων στους κατακτητές και στους υποστηρικτές τους, έφερε μαύρη αγορά και μεγάλη διαφορά επισιτισμού ανάμεσα στον χωρικό και στον άνθρωπο της πόλης.

Το κενό καλύφθηκε με τις ξεπεσμένες οικογένειες να κινούνται με ό,τι πολύτιμο διέθεταν, προς τους κατόχους αλεύρων, λίπους, φυτικού και ζωικού, ψωμιού και οσπρίων, ζάχαρης και ζυμαρικών. Δίπλα στην φασολάδα, ως ποθητό έδεσμα παραδοσιακό, ήρθε να προστεθεί η νερόβραστη λαχανίδα. Αυγά, κρέας και παρόμοια, ήταν όντως δυσεύρετα.

Την κατάσταση είχε επί χρόνια εντείνει η τακτική των Συμμάχων, να μην επιτρέπουν δέματα του Ερυθρού Σταυρού να φτάνουν στις κατεχόμενες περιοχές. Οι κατακτητές έκαναν αφαίμαξη των ελληνικών πόρων και πλήρωναν με ένα άνευ αξίας νόμισμα. Συχνά, ανταλλακτική αξία είχαν τα τσιγάρα και άλλα «φορητά» είδη, παρά τα διαβόητα κατοχικά χαρτονομίσματα.

Οι αποθήκες άρχισαν να γεμίζουν πάλι, αλλά πάντοτε υπέρ των αρχών κατοχής, μόνον που ένα μικρό μέρος διεφθαρμένων στρατιωτικών και ένα μεγάλο μέρος διεφθαρμένων πολιτών που είδαν στις αρχές κατοχής μια καταπληκτική ευκαιρία πλουτισμού, άρχισε να δημιουργεί ρήγματα στον κοινωνικό ιστό των σκλαβωμένων.

Ένας προμηθευτής αναλωσίμων των ενόπλων δυνάμεων ξένης χώρας, ένας έμπορος μαύρης αγοράς και ένας σαράφης που κέρδιζε από τις μετατροπές αξιών, ένας κλέφτης αποθηκών που μοίραζε το κλεμμένο με μια ομάδα εχθρών που έκανε τα στραβά μάτια, και ένας εργολάβος που κατασκεύαζε αμυντικά έργα για τον κατακτητή (ευχόμενος να βομβαρδιστεί το έργο του για να μη φανεί ποτέ η ευτέλεια της δουλειάς του) ήταν μια δυνητική πελατεία για τους κινηματογράφους, τα θέατρα, ακόμη και τις αίθουσες τυχερών παιγνίων που οι κατοχικές αρχές είχαν επιτρέψει στα τελευταία τους.

Η πορνεία ήταν εξευτελιστική και γιγαντώθηκε, πλην υπήρξε επικερδής και βοήθησε να ζήσει κόσμος και κοσμάκης. Ταυτόχρονα υπήρχαν οι πεινασμένοι αξιοπρεπείς που κυκλοφορούσαν με μια άδεια καραβάνα και επαιτούσαν συμμετοχή σε συσσίτια, και οικογένειες που αναζητούσαν καλύτερες συνθήκες στην ύπαιθρο, σε χωριά και μικρότερες πόλεις, συχνά σε συγγενείς, για να αντιμετωπίσουν, εκτός από συμπόνια και παροχές, που δεν έλειπαν, άκαρδους χωρικούς και εκδικητικές φύσεις.

Οι εκ χωρικών που ζούσαν σε πόλεις ξεχώριζαν από τους υπόλοιπους, διότι ο κλασικός αποθηκευτικός χώρος του μέσου νοικοκυριού δεν ήταν φαναριέρα και τα ερμάρια, αλλά ο χώρος κάτω από το ντιβάνι όπου διέμενε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ήταν βλάχικη αστική συνήθεια και πριν την κατοχή και τώρα το έπρατταν πολλοί.

 Ήρθε στο χωριό ο κουτσός μου  ξάδελφος, ο Ζ., που τον ξέραμε ως αξιωματικό του Τσάρου. Ήταν τώρα εκτελεστής. Αμέσως μου μήνυσε πως οι μέρες μου είναι μετρημένες. Το βράδυ ζέψαμε ένα κάρο, πήρα μια βαλίτσα και μέσα σε ένα φόρτωμα ζωοτροφές, χόρτα, δύο φίλοι με πήγαν Σαλονίκη. Γιαννιτσών με Μοναστηρίου με άφησαν. Είχα είδηση για ένα δωμάτιο στην Αγίου Δημητρίου και έμενα εκεί. Μια φορά το μήνα έστελναν από το χωριό καβουρμάδες, βούτυρα, αλεύρια και ζάχαρες, στεγνωμένα φρούτα, τουρσιά και δύο, τρία πλαστά ψωμί. Στα χωριά είχανε παντού κρυψώνες. Έδιναν τα μισά και λιγότερα στον επισιτισμό. Όσα δεν πήγαιναν σε συγγενείς, τα πουλούσαν σε ανθρώπους που έφταναν στο χωριό και έδιναν καθρέφτες, προικιά, πιάνα, ό,τι μπορείς να φανταστείς και παρακαλούσαν να αφήσουν τα παιδάκια τους, έστω για λίγες μέρες. Δεν πείνασα. Όσοι είχαμε αποκούμπι σε χωριό, δεν πεινάσαμε. Κάτω από το σιδερένιο ντιβάνι μου, μισοί τενεκέδες και καλάθια, πολλά. Έστελνα πίσω τα άδεια.(Θ. Θ, 1966)

Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, τον τελευταίο καιρό της κατοχής, ήταν ενταγμένο σε κάποια οργάνωση, σε κάποια νεολαία, και η πλάγια ματιά για τον εντοπισμό χαφιέδων και προδοτών, ήταν σε πρώτη ζήτηση. Χαρακτηριστικό είναι ένα ειδησάριο του καλοκαιριού του 1945, σύμφωνα με το οποίο οι δικαστικές αρχές επεξεργάζονταν τέσσερις χιλιάδες φακέλους με δεκαπέντε χιλιάδες ονόματα ανθρώπων που συνεργάστηκαν με τις αρχές κατοχής και θεωρήθηκαν δοσίλογοι. Ο λόγος αυτής της δημόσιας κοινοποίησης, στην καρδιά της φάσης της νέας Τρομοκρατίας, εναντίον των αριστερών, μπορεί να σχετίζεται με την ενίσχυση της πίεσης των Άγγλων προς τους Αμερικανούς να «αναλάβουν» να κρατήσουν την Ελλάδα στον δυτικό κόσμο, και οι Αμερικανοί δεν ήταν πολύ πρόθυμοι να υποστηρίξουν μια χώρα που είχε διαβρωθεί θανάσιμα από τους Ναζί. Επομένως, μπορούσε το κράτος να καταπιέζει τους αριστερούς, αλλά χρειαζόταν και αποδείξεις πως δούλευε μιας μορφής εκκαθάριση από φιλοναζιστικά στοιχεία. Ακόμα και αν είναι ανακριβής ή σκόπιμη η συγκεκριμένη πληροφορία, αντικατοπτρίζει ωστόσο εύγλωττα την εικόνα μιας πόλης που το 1940 είχε 225 χιλιάδες κατοίκους από τους οποίους οι 60 τουλάχιστον χιλιάδες είχαν εξοντωθεί ή δραπετεύσει. Επομένως, με βάση αυτά τα δεκαπέντε χιλιάδες ονόματα (ακόμη και αν εν πολλοίς δεν ανήκαν σε μία οικογένεια ανά άτομο αλλά σε λιγότερες), μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο αριθμός των συνεργατών, των καταδοτών και των εμμέσως ευνοουμένων από την κατάσταση ήταν γύρω στις 40 χιλιάδες, χωρίς να υπολογιστούν οι νέοι κάτοικοι, που κατέφευγαν στην πόλη από την απορρυθμισμένη ζωή στην επαρχία και πολλοί από αυτούς δεν είχαν εχθρικά αισθήματα προς τις αρχές κατοχής. Είναι ένα τεράστιο ποσοστό, ο ένας στους τέσσερις κατοίκους να ήταν σε κάποιας μορφής μη εχθρική επαφή με τον κατακτητή.

Έως το τέλος του 1942, όταν ο Ρόμμελ ηττήθηκε, έστω δι’ αντιπροσώπου, στο Ελ Αλαμέιν, ακουγόταν συχνά στη Σαλονίκη η κραυγή (καλύτερα αναγγελία εμπορικών πράξεων) «Βάστα Ρόμελ». Ήταν η κραυγή σαράφηδων και μαυραγοριτών, που ήξεραν ότι αν δεν κατέρρεε το Άφρικα Κορπς, η μαύρη αγορά θα είχε κάποιες ελπίδες μακροημέρευσης.

Η άλλη επιφώνηση, των σαράφηδων, «μάρκα-λέβια» (πρόσκληση μετατροπής) έμεινε κάπως περισσότερο. Ας σημειωθεί πως η Γερμανία έβαλε μια τάξη στα καταρρέοντα οικονομικά της χώρας, τα έκανε να φαίνονται ως συνεταιρισμός, έστω ετεροβαρής, ενώ ο κόσμος εκτελούνταν με την ίδια ψυχρότητα, και το φαγητό συνέχιζε να είναι λίγο, αλλά μερικά φορτώματα από Τουρκία μείωσαν την αγριότητα της γενικής πείνας.

Βέβαια, η ζωή δεν ήταν επιταγμένη στο άγχος του πολέμου, κι ας μας φαίνεται απίστευτο.

Ιούλιο 1944 στο σπίτι της Ε.Μ. ήρθε ο γερμανοντυμένος συγγενής Κ. και ζήτησε από τη Θωμαή και τη Λ., εξαδέρφες, να ντυθούν και να τις πάει στις γυμναστικές επιδείξεις που θα γίνονταν στη ΧΑΝΘ, παρουσία των αρχών. Η Θωμαή καταχάρηκε και άρχισε να ετοιμάζεται, η Λ. δαγκώθηκε. Ήταν οργανωμένη. Πήγε στο μικρό καμαράκι που έβλεπε στον παράδρομο και έγραψε σημείωμα στη φιλενάδα της, την Ε.Σ.: «Έλα, Ε., τάχα να με πάρεις για τα Γαλλικά που έχουμε μάθημα με τον κουτσό. Ζήτημα ζωής και θανάτου». Άνοιξε το παντζουράκι, κι έξω έπαιζαν οι γαβριάδες μπίκο. Ανάμεσά τους σμικροί, ο Χ. και ο Γ. Χ. αδέλφια. Τους έδωσε το σημείωμα και τους είπε να το πάνε στην Ε. στον άλλο δρόμο, παρακάτω. Πήγαν τα παιδιά κι ενώ ο γερμανοντυμένος  περίμενε να ετοιμαστούν τα κορίτσια, εμφανίστηκε η Ε. τάχα ξεχασμένη και έβαλε τις φωνές στη Λ. που είχαν γαλλικά και το ξέχασαν. Έτσι πήγαν ο Κ. και η Θωμαή. Αυτήν τη Θωμαή τη μνημονεύει ο Χειμωνάς στο γιατρός Ινεότης. Ήταν παντρεμένη με έναν Β. που είχε ανταλλακτικά αυτοκινήτων στο Βαρδάρι κοντά στο φαρμακείο Ζωγράφου και μετά άνοιξε μαγαζί με έπιπλα κουζίνας σε άλλη πόλη. (Λ.Χ, 1992)

Στα τελευταία της Κατοχής, όταν η κατάρρευση και η αλλαγή προσανατολισμού της Ιταλίας, έφερε στρατιωτικές ανακατατάξεις στη μακεδονική ύπαιθρο, με τοποθέτηση βουλγάρικων φρουρών και ισχυρή αντίδραση εκ μέρους των τοπικών ελληνικών αρχών, η ναζιστική προπαγάνδα εναντίον των σοβιέτ που νικούσαν στο ανατολικό μέτωπο και τα διλήμματα που αυτή έθετε σε έναν πληθυσμό διαμοιρασμένο σε ποικιλίες από ελίτ, λειτούργησε συνενωτικά για μια μειοψηφία πολιτών που, χωρίς να επιθυμούν την συνέχιση της ξένης κατοχής, επιθυμούσαν διακαώς τη μεταπολεμική ένταξη στον δυτικό κόσμο.

Τότε άρχισαν να ξαναγεννιούνται οι μεσοπολεμικές συστημικές κατηγορίες για την αριστερή Αντίσταση, ειδικά σε ζητήματα που είχαν ταλανίσει τον ελληνικό βορρά, για το θέμα μιας «αυτόνομης ενιαίας Μακεδονίας», που αποτελούσε μια πλατφόρμα που αφ’ ενός συμβάδιζε με αριστερίστικες πεποιθήσεις, οι οποίες επί ένα διάστημα ήταν κυρίαρχες στο κομμουνιστικό κίνημα, αφ’ ετέρου αφορούσε  σερβοβουλγαρικούς ανταγωνισμούς για περιοχές και κατοίκους διεκδικούμενους (είχαν ξεκινήσει ως διεκδίκηση των σόπτσηδων, ήτοι των κατοίκων που ζούσαν στα σερβοβουλγαρικά σύνορα) που είχαν μακροχρόνιες επιπτώσεις στην νεοελληνική μεταπολεμική χάραξη πολιτικής.

Η Θεσσαλονίκη, με τον έμπρακτο αντισημιτισμό μιας μερίδας της κοινωνικής ελίτ και το έντονο προσφυγικό πρόβλημα που ποτέ δεν το διαχειρίστηκαν οι κάτοικοι της πόλης αλλά οι στοργικοί εκλογοπατέρες και προσφυγοπατέρες, ήταν επί δεκαετίες στο επίκεντρο αυτής της έντονης συζήτησης για το άδηλο μέλλον.

Η πόλη είχε «ταϊστεί» κατάλληλα με το κουτόχορτο των συνωμοσιών από την παράδοση της Θεσσαλονίκης και εφεξής με υπερδιόγκωση των κινδύνων που απειλούσαν την πόλη και την Μακεδονία από σκοτεινές δυνάμεις που ονειρεύονταν την απόσπασή της. Σε όλα αυτά υπήρχαν κόκκοι αληθείας, αλλά από την ανάποδη: την Θεσσαλονίκη την έταξαν στους Σέρβους οι Γάλλοι (σύμμαχοι της χώρας), στους Βουλγάρους ο Χίτλερ (ως κίνητρο για την προσχώρησή τους στον Άξονα) και την αυτονομία της Μακεδονίας διάφοροι προς διαφόρους, με προοπτική την ενσωμάτωσή της μακροπρόθεσμα σε ένα άλλο κράτος και όχι στην Ελλάδα.

Σε αυτά τα μαγειρέματα, ο «εχθρός του έθνους» δεν ήταν  ο πράκτορας, ο πονηρός συνωμότης, αλλά ο αλλόγλωσσος ή ο ετερόδοξος. Συλλήβδην και με ατράνταχτες αποδείξεις, ατράνταχτες για ένα τετράχρονο παιδί. Σε περιόδους κρίσεων, αυτά τα φαινόμενα γιγαντώνονται και μειώνονται σε περιόδους ανάκαμψης, όταν είναι ικανοποιητικά τα πουρμπουάρ στον δημόσιο βίο.

Οι Γερμανοί δεν είχαν κανένα πρόβλημα, όσο οι ήττες τους μεγάλωναν, να υπενθυμίζουν στους Θεσσαλονικείς πόσο άκαρδοι και συμφεροντολόγοι είναι οι σύμμαχοι και προφήτευαν ολέθριες εμφύλιες διαμάχες και δυσάρεστες ανακατατάξεις, αν έλειπαν οι ίδιοι από τη μέση. Αλλά δεν χρειαζόταν καν η συνηγορία των Γερμανών.

Η Αγγλοφοβία, άλλοτε πολύ διαδεδομένη στην Αριστερά, ενυπάρχει ακόμη και σήμερα σε εκτός συστημικής γραμμής προκηρύξεις και  υπό την γενική έννοια «Άγγλοι=διαίρει και βασίλευε». Αυτά δεν πολυγίνονταν πιστευτά σε περιόδους, όπου εχθροί και φίλοι συχνά άλλαζαν παράταξη ή φλέρταραν με το ενδεχόμενο, αλλά οι προπαγάνδες πετυχαίνουν όταν είναι χοντροκομμένες, όχι όταν είναι ακριβείς και ζυγισμένες.

Πάντως η φρίκη του Χορτιάτη και άλλων χωριών, η δολοφονία του δημάρχου και πάνω από εκατό Ελλήνων ανήμερα του Σταυρού στα Γιαννιτσά και τα πολυάριθμα μπλόκα στις συνοικίες της  Θεσσαλονίκης, με κορυφαίο το μπλόκο της Καλαμαριάς, τον Αύγουστο του 1944, έδειχνε καθαρά τον δρόμο σε όλους: όσο οι Δαγκουλαίοι, συνεργαζόμενοι με ελληνικές αρχές, έπαιρναν καταλόγους προγραμμένων και υλοποιούσαν αυτές τις επιχειρήσεις που συγκλόνιζαν τον πληθυσμό, η Αγγλοφοβία ή ό,τι άλλο, όπως η ανάπτυξη του αντάρτικου στην ύπαιθρο, δεν έπρεπε να αφήσει το πεδίο ελεύθερο στις πόλεις επειδή το αντάρτικο εκεί περνούσε μαύρες μέρες.

Το μπλόκο της Καλαμαριάς, χωρίς να χαλυβδώνει τις συνειδήσεις, ήταν ένδειξη πως έπρεπε να ανασυνταχθεί ο χώρος των πόλεων που πήγαινε καλά οργανωτικά, αλλά όχι επιχειρησιακά:

Εδώ σημειώνω λίγα στοιχεία για το Μπλόκο της Καλαμαριάς, 11 Αυγούστου 1944. Είναι το τελευταίο μεγάλο μπλόκο που έκαμαν οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες. Το μπλόκο άρχισε νύχτα και κράτησε μέχρι το πρωί, με ισχυρές γερμανικές δυνάμεις που τις συνόδευαν ταγματασφαλίτες του Δάγκουλα με στολή. Εκτεινόταν από την Παράλια-Αλλατίνη-Ντεπώ-Φλόκα-Φόρος-Αρετσού. Σωστός κλοιός από ξηρά. Από τη θάλασσα γινόταν έλεγχος με βενζινακάτους. Χτενίστηκε όλη η Καλαμαριά, έρευνες σε όλα τα σπίτια και συλλήψεις. Όσους έπιασαν, τους οδήγησαν στην πλατεία, στην εκκλησία. Εκτέλεσαν 13 πατριώτες. Το μπλόκο λύθηκε περίπου στις δέκα το πρωί. Στο μπλόκο αυτό ο ΕΛΑΣ δεν μπόρεσε να αντιδράσει: Ο Παπαθανασίου αναφέρει τους λόγους: «ο εχθρός κατάφερε με παραπλανητικές πληροφορίες να μας πείσει ότι το μπλόκο θα γίνει στην περιοχή αγίας Τριάδας, μακριά από την Καλαμαριά. Εκεί συγκεντρώσαμε δυνάμεις να ματαιώσουμε το μπλόκο. Όταν εκδηλώθηκε στην Καλαμαριά ήταν αδύνατο να μετακινηθούν τμήματα την ημέρα». (Παπαθανασίου)

Η Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1944

Στην αρχή των εαρινών επιθέσεων του κόκκινου στρατού, φάνηκε πως στόχος ήταν η κεντρική Ευρώπη. Ωστόσο, μια αναπάντεχη κατάρρευση στην Μολδαβία, έφερε τον μήνα Αύγουστο την κατάληψη της Ρουμανίας και αρχές Σεπτεμβρίου την εισβολή και επικράτηση στη Βουλγαρία. Μετά την 15η Σεπτεμβρίου 1944, οπότε κατελήφθη η Σόφια, η Ελλάδα είχε σύνορα με την Σοβιετική Ένωση!

Ο βουλγαρικός στρατός ήταν πλέον εχθρικός προς τους Γερμανούς. Αρχές Οκτωβρίου υπήχθη ολόκληρος στις διαταγές του στρατηγού Τολμπούκιν. Και ο κόκκινος στρατός βρισκόταν πίσω από το Μπέλες 15η Οκτωβρίου, όταν άλλο τμήμα του έμπαινε στη Σόφια,  πιέζοντας την 22α αερομεταφερόμενη μεραρχία της Κρήτης, που υποχωρούσε σε νέες θέσεις προς το κεντρικό μέτωπο, να αλλάξει κατεύθυνση και υποχωρήσει προς το Βελιγράδι.

Αλλά η μεταστροφή του βουλγαρικού στρατού από δύναμη του Άξονα σε τμήμα της Συμμαχικής ισχύος και η είσοδος του σοβιετικού στρατού στη Boυλγαρία, ήτοι η απελευθέρωση των Βουλγάρων από την εξάρτησή τους  από τον Άξονα, σήμαινε θεωρητικά δύο πράγματα: ότι τόσο το ΕΑΜ, όσο και ο ΕΔΕΣ ,ως σύμμαχοι συμμάχων μπορούσαν να θεωρούν τα βουλγαροκρατούμενα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης πλην της ζώνης του Έβρου, ως απελευθερωμένα ελληνικά εδάφη(!) και δεύτερον, ότι τεχνικά δεν υπήρχε καμία δέσμευση ή άλλος λόγος να μην «εκδράμουν» οι σοβιετικοί στα  κατεχόμενα από τους Βουλγάρους εδάφη και μάλιστα από εκεί να επιτεθούν στις ακόμη γερμανοκρατούμενες πόλεις ,όπως ήταν η Θεσσαλονίκη! Κανένας Άγγλος και κανένας αντιστασιακός δεν θα μπορούσε θεωρητικά να φέρει την παραμικρή αντίδραση.

Αυτός που έφερνε αντίσταση και μάλιστα σημαίνουσα, ήταν ο εναντίον των Βουλγάρων αντιστασιακός εσμός, που παρέμενε επίσης έντονα αντικομμουνιστικός.

Αυτό το πρόβλημα, που δεν το είχε σαφώς  ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ, το είχαν τα ολιγάνθρωπα τμήματα του Αντών Τσαούς και άλλων ,που χωρίς να αναμιχθούν σε εκτός ανατολικής Μακεδονίας επιχειρήσεις, ακόμη κι όταν έπαιρναν όπλα από τους Γερμανούς ήταν από αντιβουλγαρισμό και όχι από γερμανοφιλία.

Αξίζει τον κόπο κάποιος ειδήμων να ασχοληθεί με αυτά τα «ιστορικά συνειδησιακά στεγανά» που έχουν παρατηρηθεί και αλλού. Λόγου χάρη να θεωρεί  ο ελληνικός λαός  «ούνα φάτσα ούνα ράτσα» τον Ιταλό, που από γενέσεως ιταλικού κράτους και έως το 1943, έκαμε τα αδύνατα δυνατά προκειμένου να απωθήσει την Ελλάδα από αρκετούς γειτνιάζοντες στόχους (για να το εκφράσουμε αβρά) ή να θεωρεί φιλικότερους όλων των γειτόνων τους Σέρβους, που εμπόδισαν την ελληνοβουλγαρική προσέγγιση το 1924 του συμφώνου Πολίτη-Καλφώφ και που προκάλεσαν επιστροφή σε παλαιότερες ανησυχίες  ενός νέου «μακεδονικού ζητήματος».

Ανάλογα ήταν τα αισθήματα του γενικού κοινού για τους πολέμαρχους, ειδικά της πρόσω Ανατολής, που συγκροτούσαν (ή υποστήριζαν ότι συγκροτούσαν) αντικομμουνιστικές και όχι φιλογερμανικες (κατά την άποψή τους) μονάδες.

Αυτό το χαρακτηριστικό, που το συνάντησα ακόμη και στις πιο ακραίες επιθετικές μαρτυρίες και γνώμες, παραμένει ως κυρίαρχη εντύπωση στην έρευνά μου: η αναγνώριση αποκοτιάς, παλληκαριάς και πολεμικής τέχνης δίνεται με φειδώ μεν και πολλές αντιρρήσεις, αλλά πάντως δίνεται προς τους  αντιπάλους αυτών των σκληρών χρόνων, παρά την βαθειά έχθρα που τους χωρίζει.

Οι Γερμανοί οργάνωναν την απαγκίστρωση τους, μέσα σε ένα όργιο διαδόσεων και φημών. Αργότερα, όταν οι Έλληνες χωρίστηκαν και βρίσκονταν σε προεμφυλιακή θερμοκοιτίδα, άρχισαν να κυκλοφορούν πολλά «σύμφωνα μη επίθεσης» αντιμαχομένων παρατάξεων, τοπικές συμφωνίες μεταξύ γερμανικών μονάδων και αντιστασιακών ομάδων, φήμες για «πλακάκια» Άγγλων και Γερμανών σε μια σύνοδο της Λισαβόνας, ένα υλικό που αποφασίσαμε απλώς να μη χρησιμοποιήσουμε, αφ΄ενός επειδή δεν αλλάζει την αφήγηση των βασικών γεγονότων, αφ΄ετέρου επειδή εάν υπάρχουν ετεροχρονισμένα γραπτά που εμμέσως καταδικάζουν μια συμπεριφορά, είναι βέβαιο πως επινοούνται και άλλα ετεροχρονισμένα γραπτά, που καταδικάζουν για την ίδια συμπεριφορά τον αντίπαλο.

Αυτό που μπορούμε με βεβαιότητα να ξεκαθαρίσουμε είναι πως οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα χωρίς εμπόδια, και το ίδιο συνέβη και στη Θεσσαλονίκη.

Η τεράστια απόσταση, με τα πόδια ή με επισφαλή σιδηροδρομικά ταξίδια μεταξύ Ελλάδας και σταθερών αμυντικών γραμμών του άξονα, στα μέρη της Σλοβενίας και της Αυστρίας, προεξοφλούσε την εξόντωση των τμημάτων που αποχωρούσαν, από τακτικό στρατό και αντάρτικες ομάδες, που αφθονούσαν στα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας τον Οκτώβριο του 1944.

Αυτό δεν ήταν εντέλει ακριβές. Η αποχώρηση των Γερμανών, αλλά και συνεργατών τους, πολιτικών και στρατιωτικών, παρά τις απώλειες στη διαδρομή, εκτελέστηκε με τη γνωστή σε όλους γερμανική συστηματικότητα. Οι συρράξεις που συνέβησαν αφορούσαν διατήρηση υποδομών κυρίως. Έχει χυθεί μπόλικο μελάνι για το αν υπήρχε συμφωνία εκεχειρίας, ανακωχής ή απλώς  αμοιβαίας μη ενόχλησης μεταξύ ΕΛΑΣ και Γερμανών. Εκτιμώ το ζήτημα άνευ πολλής ουσίας, αλλά μεγάλης επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας, ιδίως στον λυσσώδη πόλεμο των προπαγανδών κατά τον εμφύλιο.

Ο ΕΛΑΣ δεν χτύπησε Γερμανούς όταν δεν έπρατταν οφθαλμοφανή ατοπήματα, επειδή οι Γερμανοί σε μερικές ώρες θα αποτελούσαν στρατιωτικώς ανάμνηση και πολιτικώς μελλοντική επιρροή, αλλά αυτά δεν ήταν πολύ ξεκάθαρα ακόμα στα τέλη  του Οκτωβρίου του 1944.

Στις παραμονές της απελευθέρωσης συνέβη επίσης ένα απρόοπτο περιστατικό. Ένα μεσημέρι κατέφθασαν ξαφνικά μπροστά στην Πορτάρα ισχυρές γερμανικές δυνάμεις με τανκς και θωρακισμένα αυτοκίνητα. Επικεφαλής της δύναμης αυτής ήταν ένας ταγματάρχης και χρησιμοποιώντας ως διερμηνέα μια γυναίκα ζήτησε να δει τον διοικητή της μονάδας των ανταρτών εκεί. Ο Γερμανός ταγματάρχης, όπως με πληροφόρησαν αμέσως, ήταν μεθυσμένος και καλά πληροφορημένος ότι εκεί κοντά στην Πορτάρα, στην οδό Δημητρίου Πολιορκητού, είχαμε τη φυλακή μας. Κατά τη γνώμη του, σε αυτήν την φυλακή έπρεπε να είναι φυλακισμένος ο άνθρωπος που ζητούσε, ένας πολύ φίλος του.[…]Συνδέθηκα αμέσως με το Μακεδονικό γραφείο τηλεφωνικώς και τους ενημέρωσα για το περιστατικό […]Ο ταγματάρχης ζήτησε να του παραδώσουμε τον κρατούμενο με αντάλλαγμα δεκαπέντε κρατουμένους εφεδροελασίτες που τους είχαν συλλάβει πριν δύο μέρες σε μια επίθεση που έκαναν στο μύλο Αλλατίνι στο Ντεπό […] Κατέβηκα με ένα τζιπ με τον κρατούμενο και δύο Ελασίτες φρουρούς στη διασταύρωση της Αγίου Δημητρίου. Στις τρεις το απόγευμα ακριβώς κατέφθασε μια γερμανική κλούβα. Δίπλα στον σωφέρ καθόταν ο Γερμανός ταγματάρχης. Κατέβηκε, με χαιρέτησε, αγκάλιασε τον κρατούμενο που του παρέδωσα και άνοιξε από πίσω την πόρτα της κλούβας. Δεκαπέντε εφεδροελασίτες, τρομαγμένοι και κατάχλομοι, γιατί νόμιζαν ότι τους πάνε για εκτέλεση, έριξαν τα μάτια τους επάνω μου. Τους είπα αμέσως «σύντροφοι, είστε ελεύθεροι, βγείτε αμέσως από την κλούβα και εξαφανιστείτε. Σας ανταλλάξαμε με έναν κρατούμενο που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς. Εγώ εκπροσωπώ το δεύτερο σύνταγμα του εφεδρικού ΕΛΑΣ Θεσσαλονίκης» (Στρατής Αναστασιάδης)

Κατά τα άλλα, το χαρακτηριστικό της εποχής και του τόπου, ήταν ένας απίστευτος χωρισμός σε ζώνες έλεγχου που δεν είχαν την έννοια συνόρων, ελέγχου φρουρών, και απαγορευμένων περιοχών. Ένα συγκλονιστικό ,κατά τη γνώμη μου παράδειγμα είναι ένας ανάπλους του ποταμού Λουδία, προς αναζήτηση προμηθειών, που ιστορεί ο τότε έφηβος, Χρήστος Καλεμκερής, πρόεδρος του Μουσείου:

Συνεχίσαμε το ταξίδι μας διασχίζοντας τον κάμπο των Γιαννιτσών, όταν ακούσαμε άντρες να τραγουδούν αντάρτικα τραγούδια. Στη μνήμη μου έχουν χαραχθεί οι στίχοι:  «Με αρχηγούς τον Βοροσίλοφ, Τιμοσένκο και  Μπουτιένι που είναι οι μάνες του λαϊκού στρατού».  Ο αδελφός μου Κώστας μου λέει «άντε τυχερέ θα γνωρίσεις και τους αντάρτες!». Εγώ ενθουσιάστηκα. Κατόπιν έμαθα ότι εκεί που αφήσαμε τη βάρκα μας ήταν το κτήμα του Παπαδογιάννη. Ο αδελφός μου χαιρετήθηκε με έναν αντάρτη και μετά έμαθα ότι ήταν ο ονομαστός Καπετάν Μπαρούτας. Ξεκουραστήκαμε λίγο στα λημέρια τους και μας έδωσαν κάτι να φάμε. Μας ειδοποίησαν ότι είχαν ήδη περάσει από  τα Γιαννιτσά. Και πράγματι λίγο πριν φτάσουμε στα Γιαννιτσά σε μία γέφυρα είδα πτώματα κρεμασμένα. Επρόκειτο για ταγματασφαλίτες που σκότωσαν οι αντάρτες κατά το πέρασμά τους. Ωστόσο εγώ φοβήθηκα, τρόμαξα και αηδίασα ταυτόχρονα στη θέα των πτωμάτων. Μου λέει ο αδερφός μου: «στο είπα εγώ να μην έρθεις αλλά επέμενες». Ξεφορτώσαμε το αλάτι και φορτώσαμε στάρι. Η βάρκα μας έγινε πολύ βαριά και το κατέβασμα του Λουδία έγινε πιο δύσκολο. Λίγο πιο κάτω από τη γέφυρa μας σταματάνε ένοπλοι Ιταλοί. Μου λέει ο αδερφός μου να πάω να φωνάξω τον Γερμανό που είχαμε συναντήσει προηγουμένως. Τρέχω και τον φωνάζω, αυτός με ακολουθεί, αφοπλίζει, χτυπάει και διώχνει τους Ιταλούς και εμείς συνεχίζουμε το ταξίδι της επιστροφής. Μόλις βγήκαμε στο Θερμαϊκό μας πιάνει μια μπουκαδούρα και τα κύματα ήταν τόσο ψηλά που η βάρκα μας τη μία έμπαινε μέσα στα κύματα και την άλλη έβγαινε. Ο αδελφός μου με σκέπασε με ένα μουσαμά και με έβαλε να καθίσω σε μια γωνιά ωστόσο ένα κύμα είχε προλάβει να με καταβρέξει και να με ρίξει στην άλλη πλευρά της βάρκας. Κρύωνα, φοβόμουν και πεινούσα αλλά ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα την προειδοποίηση του αδελφού μου  να μην τους ακολουθήσω. Τα ξημερώματα φτάσαμε στο ύψος της Περαίας και μετά για να μην πέσουμε στο  πλοίο των Γερμανών που έκανε ελέγχους για λαθρεμπόριο, γυρίσαμε προς την Αρετσού και αγκυροβολήσαμε χωρίς να βγούμε έξω από τη βάρκα. Αλλά ρίξαμε από πάνω μας την τέντα και φαινόταν σα να μην υπήρχε κανείς μέσα στη βάρκα. Εκεί μπόρεσα και κοιμήθηκα λιγάκι. Το πρωί ακούσαμε την περιπολία των Γερμανών με το πλοίο και αφού μας προσπέρασε, σιγά σιγά ξεμυτίσαμε και ξεφορτώσαμε το στάρι με τη βοήθεια των εκεί κατοίκων, στους οποίους δίναμε και όσο μπορούσαμε γιατί ήταν δυσεύρετο και ένα τέτοιο ταξίδι δεν μπορούσαν όλοι να το κάνουν. Φορτώσαμε το στάρι σε ένα κάρο και το πήγαμε στο σπίτι μας. Το περισσότερο από αυτό  η μητέρα μας το μοίρασε στους γείτονες. Αυτό το ταξίδι δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Η εμπειρία, ο φόβος, ο τρόμος, η γνωριμία μου με αληθινούς αντάρτες, η φιγούρα του Καπετάν Μπαρούτα, ο γερμανός αξιωματικός, τα πτώματα, τα όπλα έχουν τυπωθεί στο μυαλό μου!(Χ.Κ.,2013)

 Αυτά τα συμβάντα, από την χαλαρή ζώνη ελέγχου κοντά στις παράλιες από γερμανικές ή φιλογερμανικές μονάδες ή άτομα, που σε βάθος μερικών χιλιομέτρων μετατρέπονταν σε ένα συγκρουσιακό πεδίο χωρίς προσημειωμένες ζώνες ελέγχου, και όπου οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι, ανέπτυξαν τεχνικές επιβίωσης, χαρακτηρίζουν με τον υψηλό βαθμό απροσδιοριστίας τους, την κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη μετά το καλοκαίρι του 1944. Αλλά το φαινόμενο να λειτουργεί υποτυπωδώς ένα συγκοινωνιακό μέσο και κατά μήκος των γραμμών, ένα ταξίδι να περιέχει κομμάτια από θρίλερ, πάλι δεν ήταν ασυνήθιστο:

Ο αδερφός μου ήταν στο βουνό. Αλλά δεν πήγε κανονικά. Οι Γερμανοί επίταξαν το εργοτάξιο και δεν είχε δουλειά. Συνεταιρίστηκε με κάτι Λιτοχωρινούς μαρμαράδες που είχαν βέβαιη είδηση ότι χτιζόταν νέο δημαρχείο στα Τίρανα και ένας δικός μας είχε πάρει εργολαβία τα μάρμαρα. Πήγαν στα Τίρανα, αλλά η δουλειά τζίφος. Την πήρε άλλος. Και γύρισαν με τα πόδια από τα Τίρανα στο Λιτόχωρο. Εκεί βρήκαν ελεύθερη Ελλάδα, ήταν πλέον 1943.Οι αντάρτες είχαν καταλάβει το Λιτόχωρο. Και δεν άφηναν τον αδελφό μου να κατέβει Σαλονίκη, επειδή θα τον έπιανε ο Δάγκουλας, αφού ο γαμπρός μας έγινε αξιωματικός του και θα τον έβρισκε σίγουρα. Οπότε ο αδελφός μου που είχε δει ολόκληρη την επιτροπή των ανταρτών, υπήρχε κίνδυνος να ξεράσει όλα τα ονόματα και τη διάταξή τους και τον αριθμό τους. Θα έμενε στο Λιτόχωρο, τέρμα. Οπότε ανέλαβα εγώ. Πήρα το τρένο και πήγα στο Λιτόχωρο. Εκεί ήταν επικεφαλής ο Ο.Β. που τον ήξερα από την ΕΠΟΝ, αυτός του πανεπιστημίου, φοιτητής, εγώ στην Ακαδημία. Και ζήτησα να επιστρέψει ο αδελφός μου στη Σαλονίκη. Ανέλαβα να εγγυηθώ ότι δε θα έμενε μαζί μας, ότι υπήρχε ασφαλές σπίτι. Ο Ο.Β. συμφώνησε. Του έφτιαξαν πλαστά χαρτιά, είχαν όλα τα σύνεργα, δε θυμάμαι τι όνομα του έβαλαν, και πήραμε το τρένο βράδυ και φτάσαμε στον παλιό σταθμό. Εκεί βρήκαμε ένα καροτσάκι για βαλίτσες, βάλαμε τα πράγματα του και πήγαμε στο Παπάφι, από Αγίου Δημητρίου. Είχα κανονίσει να μείνει στην αρραβωνιαστικιά του, τη Ν.τη μετέπειτα γυναίκα του που πέθανε νωρίς. Ήταν από την οικογένεια Μ. στα Κυβέλεια. Μεγάλη οικογένεια, ο πατέρας μαγαζάτορας οικογένεια οργανωμένη. Βάλαμε το βράδυ τον αδελφό μου να μείνει στο καμαράκι. Μέσα στο καμαράκι είχε στρωσίδια, κιλίμια και στρώματα για δέκα άτομα. Κάτω κάτω ένα μπαούλο. Εκεί, μέσα στο μπαούλο έμεινε το βράδυ ο αδελφός μου. Ευτυχώς, δηλαδή, επειδή την άλλη μέρα το πρωί, και πριν του δώσουμε ένα φευγάκι, ήρθε με τη στολή ο γαμπρός! Είχε εγκαταστήσει την εξαδέλφη σε ένα ξενοδοχείο στην Εγνατία στο κέντρο. Μεγάλη Ελλάς, κάπως έτσι, είχαν και παιδάκι. Έκανε και στρακαστρούκες στις μπότες του με το μαστίγιο. Ήξερε τα πάντα. Και πώς ήρθαμε με το τρένο και το καρότσι που πήραμε και τα πάντα. Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς τα ήξερε.Κάποιος στο Λιτόχωρο, ήταν χαφιές. Έστειλε κάποιον που δεν γνωρίζαμε, να μας παρακολουθήσει. Πάντως, ο Νίκος γύρισε τα δωμάτια όλα, δε σκέφτηκε ή δε θέλησε να ανοίξει το μπαούλο και έφυγε. Και το μεσημεράκι πήγε ο αδελφός μου από το Παπάφι στα Κυβέλεια και γλίτωσε.(Ε. Χ., 2009)

 Βάρκες που ταξιδεύουν λαθραία από Σαλονίκη για να πάρουν μέσω Λουδία σιτάρι Γιαννιτσιώτικο και καταλήγουν σε μπουκαδούρα στο Καραμπουρνάκι, τρένο που διασχίζει γερμανοκρατουμενες περιοχές για να υπάρξει ελευθεροκοινωνία στο βουνό όπου κάποιοι πήγαν και ήρθαν Τίρανα από τον Θερμαϊκό με τα πόδια και τίποτε από αυτά να είναι μυθιστόρημα, εκτιμώ πως φαίνεται πειστικά ο ιστορικός ντανταϊσμός της εποχής.