Χάουαρντ Χότζκιν, Κορνίζα για πίνακα ζωγραφικής, 2015
Από τα γόνατα της Ρωξάνης* στην αγκαλιά της Πανωραίας 3/3
02-09-2017
Ας δούμε μερικές στιγμές της «Πανωραίας»:
Το πρώτο τετράστιχο ποίημα Π1 που φέρνει την Πανωραία στη σκηνή είναι μια σύντομη ονειρική είσοδος:
Τη βλέπω στ’ όνειρό μου κάθε τόσο,
χλωμή, ξερακιανή, αλλοπαρμένη,
με πρόσωπο ένα δίχτυ από ρυτίδες,
να σιδερώνει το φόρεμα του γάμου της.
Ομοιοκαταληξία δεν υπάρχει μα υπάρχει ρυθμική-μετρική πειθαρχία εντεκασύλλαβου ιαμβικού. Πρόκειται για τραγούδι σχεδόν που κάπως ξεκουρδίζεται με μια ανακουφιστική ελαφριά μεταβολή στο βηματισμό, στον καταληκτικό δεκατρισύλλαβο.
Αν το μετέγραφε κανείς φωνητικά και φωνηεντικά, θα έδινε την παρακάτω αρμονία α-ε-ι-ο-ου:
ι – ε – ο – ο – ι – ο – ου – α – ε – ο –ο
ο – ι – ε – α –ι – α – ι – α – ο –ε – ι
ε – ο – ο – ο – ε – α – ι – ι – α – ο – ι – ι – ε
α – ι – ε – ο – ι – ο – ο – ε – α – ου – α – ου –ι
Είναι μια φωνηεντική πλατιά αρμονία που τυλίγει σαν ονειρική, ανάερη γάζα το ρυθμικό κουκούλι. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τυχαία – κι ας το νομίζουμε.
Στο Π10:
«Καθρέφτη δεν είχε στο σπίτι. Κοιταζόταν στο τζάμι μιας παλιάς φωτογραφίας της».
Αυτό μόνο. Μια ξαφνική δοξαριά μνήμης γεμάτη θαμπές μυθικές αντανακλάσεις ενός απόμακρου Νάρκισσου που προσπαθεί να καθρεφτιστεί στη λιμνούλα. Που λάμπει όμως σαν αστραπή. Σχεδόν βλέπουμε την Πανωραία να προσπαθεί με τις φουρκέτες στο στόμα να ταχτοποιήσει τα μαλλιά της, προσγειωμένη, δίχως να ναρκισσεύεται. Το παιδί την παρακολουθεί.
Ας ακούσουμε το Π11:
Παραμονή Δεκαπενταύγουστου ήρθαν
να κόψουνε την ακρινή μουριά,
γιατί πέφτανε μούρα στην αυλή
της Καβαλιώτισσας, λέκιαζαν τις πλάκες.
Φέραν πριόνια.
Αυτή τους φώναζε ψηλά από τα κλαδιά
– είχε ανεβεί και κλώτσησε τη σκάλα.
Με δυσκολία κρατιόταν, γαντζωμένη,
Γριά γυναίκα.
                         Φώναζε όπως τότε
που ο γιός του Καρανίκα με το δίκαννο
χτυπούσε αλύπητα τα κιρκινέζια.
Δώδεκα στίχοι πολύτιμης εντοπιότητας, γεμάτοι αίσθηση του χρόνου και γοργό λακωνικό δράμα.  Διαπεραστικό βλέμμα στον μυθολογικό ενιαίο κόσμο όπου το κόψιμο των δέντρων και το φονικό των πουλιών και των ανθρώπων έχουν το ίδιο εγκληματικό βάρος και σημασία – ουτοπία ενός προκατακλυσμιαίου παράδεισου που η Πανωραία υπερασπίζεται με νύχια και με δόντια κι εμείς προσπαθούμε μάταια να τον ξανακερδίσουμε από τα άφωτα βάθη του ανθρωποκεντρισμού μας.
Π13:
Κάργες κατέβαιναν στον κήπο όταν σκοτείνιαζε.
Εκείνη ανάμεσά τους με ησύχαζε
ταΐζοντάς τες μουσκεμένο ψωμί.
«Μαύρες τις λένε γιατί δεν ξέρουν
τι χρώμα έχει το μέσα τους».
Κάργες – Κατέβαιναν – Κήπος – σΚοτείνιαζε. Μαύρο φτερωτό σκοτάδι στο μυστήριο του Κάππα-Κήπου, του Μυστικού Κήπου-Δείπνου, στη συνομιλία της Πανωραίας με τα πουλιά. Ποιά πιο ταιριαστή στιγμή για την επιφάνεια του «μουσκεμένου ψωμιού» – μιας τροφής αλλοτινής πνευματικότητας και πλούσιας φτώχειας, παρακαταθήκη μνημονική της τελευταίας γενιάς που τη γνώρισε· της γενιάς του Νάσου Βαγενά, της γενιάς μας.
Υπάρχουν και δυο εξαίσια όνειρα: το Π15 «Γαλάζιο είναι», είπε βλέποντας/ το χιόνι»  και το Π53 «Ξημέρωνε. Έκαιγε μια κρύα φωτιά. Φριχτό φεγγάρι». Το ένα είναι γαλάζιο και το άλλο κατάμαυρο.
Θα σταματήσω εδώ – και δεν διάλεξα τα καλύτερα ποιήματα. Το υπόλοιπο έργο οργανώνεται σε μικρά «εις εαυτόν» του αφηγητή, μικρά αφηγήματα, δραματικά σκηνικά ιστορικά επεισόδια, μικρά σκηνικά διαλογικά επεισόδια (η Πανωραία και ο ποιητής), υπερφυσικές επιφάνειες της Πανωραίας.
 «Αν θέλετε τη γνώμη μου, θα σας ειπώ, ότι τα ποιήματα κατασκευάζονται σχεδόν όπως τα κανόνια [Σημ. τ. Σ.: ή τα μακαρόνια]: παίρνουμε μια τρύπα και την γεμίζομε γύρω γύρω με κάτι τι» – λέει ο Πολ Κλοντέλ στο «Ζιλ ή ο άνθρωπος με τις δυο γραβάτες» από το «Μαύρο πουλί στον Ανατέλλοντα Ήλιο», όπως το μεταφράζει ο Τάκης Παπατσώνης. Θα έλεγα πως η «Πανωραία» καταρχήν ξεκινάει από μια ρυθμική-μετρική πειθαρχία (ο πυρήνας της συντακτικής οικονομίας της είναι ρυθμικός-μετρικός, με μετρική έκφραση τον εντεκασύλλαβο ιαμβικό). Η Πανωραία σαν πρόσωπο έχει το εξαγγελτικό μοτίβο της: έναν ρυθμικό-μετρικό βοκαλισμό εντεκασύλλαβο ιαμβικό που κάποτε υπερβαίνεται ελάχιστα για να ανακουφιστεί με το άνοιγμα μιας ευρύτερης ρυθμικής προοπτικής χωρίς ασφυκτικό περιορισμό. Κάποτε σαν αναγκαστική προσγείωση μετά την απογείωση στα φτερά του τραγουδιού. Ας πούμε:
«Ανάξια για τα πουλιά και τ’ άστρα»
υ —́ υ—́ υ —́ υ—́ υ—́ υ
«Οι κάμπιες αγαπούν τους πεθαμένους»
υ —́ υ—́ υ —́ υ—́ υ—́ υ
Η ρυθμική οικονομία είναι και η ηθική οικονομία του προσώπου της Πανωραίας και της ποιητικής ιδέας που αυτό εμψυχώνει – Π20:
Ποτέ της δεν ταξίδεψε, κι όμως είδε
όλο τον κόσμο σ’ ένα παλιό τουρκόσπιτο
με  σκαλοπάτια ξύλινα που τρίζαν,
σαρακοφαγωμένα έπιπλα και το άσπρο
τρίχωμα ενός γάτου που τον λέγαν Αλαντίν.
«Κάθε συγγραφέας δημιουργεί τους προδρόμους του» είπε ο Μπόρχες. Και στο αίμα της «Πανωραίας» κυκλοφορούν πολλοί πρόδρομοι – από τους Έλιοτ, Όντεν και λοιπούς αγγλοσάξονες που ο Νάσος Βαγενάς τους έχει χαρίσει κιόλας λαμπρές μεταφραστικές μετεμψυχώσεις σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές του αλλά και τα σπαράγματα των Προσωκρατικών,  τα σοφιολογικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, μέχρι ακόμα και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, το αρχαίο επίγραμμα, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Σεφέρη, τον Κώστα Μόντη, τον Εγγονόπουλο, ή και αυτά τα σολωμικά αποσπάσματα και τη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Μα και τον προηγούμενο Νάσο Βαγενά άλλων 11 ποιητικών συλλογών σε διάστημα  σαράντα περίπου χρόνων, με παράλληλη, όλον αυτόν τον καιρό, πεζογραφική, κριτική, μεταφραστική και διδακτική δραστηριότητα. Στο ερώτημα αν η «Πανωραία» θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς όλους αυτούς, η απάντηση θα ήταν ότι η «Πανωραία» θα μπορούσε να υπάρξει μόνον εφόσον θα υπήρχε ο Νάσος Βαγενάς.  Αυτός είναι η αλχημεία, αυτός και το χρυσάφι. Αν κάποιος μου ζητούσε να ορίσω το ποίημα, θα έλεγα ότι είναι ένα πολιτικό και βαθιά ανθρώπινο δοκίμιο ποιητικής. Και ότι αυτή η πρωτότυπη, η εύκρατη κράση του είναι έκφραση μιας χρυσής τροπής, το πέρασμα έξαφνα σε μια νέα και σπάνια ποιητική βεβαιότητα.  Και πάλι δοκίμιο ποιητικής λοιπόν αλλά κάνοντας ένα αναπάντεχο άλμα απελευθέρωσης από την σχεδόν αποκλειστικά ειρωνική οριζοντίως και καθέτως παρωδική αγκαλιά της μούσας του Νάσου Βαγενά ως τώρα.  Μέχρι και αυτή η στρίγκλα λύγισε, συμμορφώθηκε, ημέρωσε και μεταμορφώθηκε με την μαγική επήρεια της Πανωραίας. Δεν χορταίνω να το διαβάζω και να το χαίρομαι αυτό το ποίημα.
* «Τα γόνατα της Ρωξάνης»  είναι ο τίτλος συλλογής ερωτικών ποιημάτων (1981) του Νάσου Βαγενά.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*