Είναι πάντα νύχτα, αλλιώς δε θα είχαμε ανάγκη το φως.

Και μπαίνει ο Θελόνιους Μονκ σε χιψτεροκαφενέ του ιστορικού κέντρου. Έχει μόλις ξυπνήσει; Δεν έχει ακόμη κοιμηθεί; Κανείς δεν γνωρίζει. Στο μαγαζί υπάρχει πιάνο με ουρά. Κάθεται στο σκαμπό και ξεσκεπάζει το κλαβιέ. «Μέτριο ελληνικό με λευκή ζάχαρη», λέει χαμηλόφωνα. Ο μπουφετζής ξινίζει τα μούτρα του. «Μόνο μαύρη! Δε σερβίρω λευκή ζάχαρη», του λέει κοφτά. Ο Μονκ τον κοιτάζει βλοσυρά. Ακουμπάει τα δάχτυλά του, τα φορτωμένα με φανταχτερά δαχτυλίδια, στα πλήκτρα και αφήνει να γλιστρήσουν τρεισήμισι νότες. Ο μπουφετζής σαστίζει. Το πρόσωπό του φωτίζεται. «Λευκή ζάχαρη ιτ ουιλ μπι, μίστερ Μονκ».