Δεν μπορείς να κλωτσήσεις τους απόντες, το ξέρεις
30-12-2017

Ντάρλινγκ; Με πήρε ο ύπνος αγκαλιά με την κούρασή σου, αφού γύρισα όλο το σπίτι ξυπόλητη σέρνοντας πίσω μου μια κουβέρτα. Χοροπηδούσα προσεχτικά στο σκοτάδι. Αν σκοντάψω πάνω σου θα μοιάζεις με ανατιναγμένο μπαλκόνι. Μονόπλευρες στοργές και πολύπλευρα ψεύδη. Φιγούρες όλοι σε τούρτα, προσπαθούμε να ισορροπήσουμε στην ίδια φέτα καθώς το μαχαίρι των καλεσμένων πέφτει, λίγο πριν φαγωθούμε.
Ένα ξεχασμένο πουκάμισο βρήκα στον ύπνο μου. Δεν το φορούσε κανένας. Κάνω πως είναι δικό σου. Τέτοια φοράς όταν πεθαίνεις χίλιους θανάτους να φτάσεις στ’ απόγευμα. Κοίτα μια νύχτα που κάνει έξω του είπα και άρχισα να φτιάχνω αντιπλημμυρικά φράγματα στην κόχη του πρώτου κουμπιού του να στα χαρίσω να αντέχεις. Nα γιατί καταχωνιάζω ονόματα κάτω από την γλώσσα κι εκείνα γίνονται αίμα κι αναστεναγμοί που μετά φτύνω σε αγνώστους. Τους γνωρίζω στις τελευταίες βάρδιες των λεωφορείων την ώρα που κοιμάμαι και μου χαϊδεύουν στα κρυφά τα μαλλιά. Απλώς πονάω σα να μου λένε και ταΐζω με τα σώψυχά μου τις γάτες. Η χυδαία τελειότητά των δίπλα μου, σπάει κλειδώσεις. Καπνός τυλιγμένος, δυνατός, placebos. Εξακριβώσεις στοιχείων – τι θες να ξέρεις για μένα;- συζητήσεις, συναλλαγές. Εκείνη την λύπη σου την χρεώθηκα. Σχεδόν με έπνιξε. Να προσέχεις έβηξα μόνο . Ήθελα να μπορέσω να βήξω μια έγχρωμη συλλαβή.
Η ζωή είναι φοβιστική. Κάποια στιγμή θα την περπατήσουμε από εκεί που την άφησαμε. “Quiero escοpar de aqui,» είπα στο κενό σπίτι. Οι πλαισιωμένες οικογενειακές φωτογραφίες χαμογέρασαν περιπαικτικά, και δεν έπρεπε απολύτως πουθενά να πάω. Μισοσκαμένα ορυχεία εντός. Mετά τις δώδεκα βγάζω ιεροτελεστικά τα ρούχα μου και με ανταλλάσω. Εσύ γυρίζεις σπίτι σου, καρφώνεις τα μαχαίρια της κουζίνας στον όμορφο οισοφάγο σου και όσιες φωνές δολοφονείς. Ο θεός σου λίγο πιο πέρα γελάει και δεν υπάρχει ούτε ένας πεινασμένος λύκος εκεί κοντά να του δαγκώσει το λαιμό να πάψει. Μετά χαμογελάς πληρώνοντας ακριβά απ’την δική σου τσέπη. Και δεν είναι αυτό που οι άλλοι λένε χαμόγελο, μια χαρακιά στις πέτρινες στιγμές της μέρας σου είναι. Ξέρεις πόσες ώρες, πόση ζωή θέλει να χαράξει αυτή τη γαμημένη πέτρα η ψυχή; Ξέρεις.
Όταν σε σκέφτομαι έχω έντονους πόνους στο υπογάστριο. Άδολους, μα με δόλο μετά, φονεύω πορτοκάλια και τα χώνω στο στομάχι μου. Ασχημονώ και εκπίπτω αλλά κυρίως είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως αναφορικά με αυτό το ”αντέχειν”. Γιατί και την πτώση μου χειροκροτώ και την έκπτωσή μου ενίοτε. Ύστερα οι μέρες απ’την νύχτα κλέβουν φως και επιταχύνουν στις κατηφόρες της γειτονιάς. Η αδιαφορία παίρνει τα μιλούμενα και τα καταβροχθίζει για πρωινό το ξημέρωμα, μετά από μεγάλα μεθύσια. Στο πίσω μέρος του μαγαζιού αυτοί που λείπουν πλένουν ποτήρια και μουρμουρίζουν ασυναρτησίες. Μόλις τους πω σας χρειάζομαι τους χάνω. Δεν το ξεστόμιζω ούτε μισή φορά, μα αυτή η μουγγαμάρα μου τσακίζει τα δόντια.
Θα κατέβεις; Θα κατέβεις να με δεις; Πάρε το πρώτο υποβρύχιο που θα περάσει και έλα. Αυτός ο θόρυβος κρατάει μέρες, μα βρήκα ποια είναι η πιο βουβή λέξη του κόσμου. Κλείδα. Λίγο πιο κάτω από τον λαιμό. Εκεί που λουφάζουν οι λησμονιές όταν ξεχνιούνται, αλλά μην αγγίζεις εκεί. Εκεί φοβάμαι. Εκεί, θα κολλήσω το ραδιενεργό που εκπέμπεις, γι’αυτό. Δεν μπορώ να κλωτσήσω τους απόντες, το ξέρω.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*