run, run, run
O μαστροχαλαστής
15-01-2018

Από τότε που χάλασα την μεσοπολεμική κόντακ του πατέρα μου, για να δω «τι έχει μέσα» απέκτησα το συνήθειο του μαστροχαλαστή. Αν δούλευα γραφομηχανή, την ήθελα χωρίς καπάκια, γυμνή από ντηζάιν. Σκέτη. Αν αγόραζα μπουφάν ή μουσαμαδιά με επένδυση, κυκλοφορούσα με ένα από τα δύο στοιχεία της.

Ποτέ δε μ’ ένοιαξε η πλοκή μιας ταινίας, ενός βιβλίου. Ακόμη απορώ πώς θεωρούν «παρουσίαση» τις πληροφορίες για τους ήρωες, τι δουλειά έκαναν και τότε που συνάντησε ο Μαξ τη Βέρθα. Για μένα, η πρόσληψη κειμένων, εικόνων, ήχων και λοιπά, είναι η περιήγηση στο ρυτιδωμένο δέρμα ενός ελέφαντα. Χρησιμοποιώ το μυαλό και τις αισθήσεις σαν στομάχι: είτε τρέφεσαι με αστακό, στραπατσάδα ή αρακά κονσέρβα, περιμένεις από τον εσωτερικό σου ασκό να δηλώσει «χόρτασα» και τέρμα.

Σε σπάνιες στιγμές του βίου, σκοντάφτω σε κάτι ενδιαφέρον, αστραφτερό. Μελωδία, γραφή, εικόνα. Εκεί, κολλάω, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Παθιάζομαι επανερχόμενος πάλι και πάλι σε αυτό. Και βρίσκω την ίδια ηδονή όπως της πρώτης φοράς. Η αίσθηση μιας πέτρας που εμποδίζει το υνί να οργώσει ένα χωράφι.

Υπάρχουν ταινίες που έχω δει δεκάδες φορές και πάλι ανυπομονώ τι θα γίνει μετά. Για βιβλία, δεν το συζητώ-έχω διαβεί καθημερινές τους αναγνώσεις επί χρόνια.

Επίσης, αν ασχολούμαι εντατικά με ένα κείμενο και δεν έχω κοντά ρημόουτ κοντρόλ, η τηλεόραση (που έχει να σβήσει καμιά σαρανταριά χρόνια σε όποιο δωμάτιο κι αν κατοίκησα) μπορεί να παίζει Ριχάρδο ή υαλουρονικά, ώσπου να ξεκουνηθώ για κάτι άλλο.

Δεν είμαι αναγνώστης, θεατής ή ακροατής. Ποτέ δεν έγινα. Διαβάζω, βλέπω και ακούω συνεχώς τα πιο παράταιρα πράγματα. Ως μαστροχαλαστής. Συνεχώς κρίνω και ψαύω τον τρόπο που χτίστηκε κάτι, την δομή του, τα πλάνα και τις επάλληλες στρώσεις των υλικών.

Όταν είμαι μακριά από την κέλλα μου, αναπολώ αυτά που διάβασα, που άκουσα , που είδα. Αποφεύγω τα τοπία και την αισθητική τους. Στα στέκια και στις ταβέρνες κάθομαι πάντοτε βλέποντας τις κρεμάστρες των παλτών και ό,τι φαίνεται από την κουζίνα, σε θερινές περιόδους.

Αν το στομάχι δεν παίρνει χαμπάρι από τη γεύση, το μυαλό τρέφεται μια χαρά με ό,τι προκύψει. Αυτό πιστεύω.

Όσο για τον ελέφαντα, αν ψοφήσει, ανεβαίνω σε άλλον.

Αφήστε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*
*