• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο Κουϊρουκίδης χαμογελάει από τα Λουλουδάδικα.
Πάνος Θεοδωρίδης | 20.04.2016 | 09:03
Το πρωτάκουσα το 1968, από τον Πάνο Μπαξεβάνη στη Θάσο και το φθινόπωρο στη μπουάτ "Νέο κύμα", το μαγαζί του Λαφίτ.
 
Είναι του Φίλιππου Κούκουνου, που το τραγούδησε πριν λίγα χρόνια μπροστά σε φίλους, σε ένα γιορτινό διαμέρισμα, Δικό του είναι και το "στην άνω Τούμπα βράδιασε" που μελοποίησε άλλος Πάνος, ο Σαββόπουλος και το έχει στο "Δωμάτιο" το πρώτο του LP.
 
Ήταν πρόσφατη η απόπειρα απαγωγής του Ζαρκαδιού στον Περαία (δηλαδή μια συμφωνία του πατρός Κούδα-τίποτε ποινικό) αλλά ο Μπαξεβάνης δεν άντεχε μήτε το όνομα "Λεμπιακός" να ξεστομίσει και θυμάμαι που τραγουδώντας τον στίχο "αν δε σκίσουμε την Τούμπα Άρη κι Ολυμπιακό" έπνιγε το "Ολυμπιακός" με εκκωφαντική σιωπή η ξερόβηχα.
 
Δεν ήταν ωραία χρόνια, αλλά στην ηλικία των είκοσι, δύσκολα υπογράφεις σύμβαση αορίστου χρόνου με αυτόν τον πλανήτη.
 
Σήμερα, γιορτή για τα 90 χρόνια της ΠΑΟΚάρας.
 
Ένας κολλητός μου , ορκισμένο σκουλίκι, που φανέρωσε ότι θα σκάσει μια είδηση που θα φέρει μεγάλα ντράβαλα, αλλά κατέπνιξα τη διάθεση να την κυκλοφορήσω.
 
Απλώς ξαναδιάβασα το "Φίλαθλοι Θεσσαλονικείς" του Φαβάκη/Σουλιώτη (που επίσης τραγουδούσε σε μπουάτ δικά του τραγούδια ) και αισθάνθηκα "σα να μου μίλησε στο δρόμο ο Μικ Τζάγκερ ή ο Κούδας" κατά τας εμάς γραφάς. Διότι η καρδιά του Μίμη ήταν με τον Αϊδινίου.
 
Φίλαθλοι Θεσσαλονικείς
.
Μαζεύθηκαν οι Θεσσαλονικείς
να δουν της πτωχομάνας τα παιδιά,
τον Αϊδινίου, και τους άλλους παίκτας
Κούδα απ' τον Π.Α.Ο.Κ. και Συρόπουλο απ’ τον Άρη
καθώς και τους υπόλοιπους τριάντα
που προπονούνται τώρα επάνω
σε πράσινο τερέν κατάπηκτο από χόρτο.
 
Ο Συρόπουλος -τον είπαν βασιλέα
των κυνηγών, των χαφ, των προωθημένων
οπισθοφυλάκων. Ο Κούδας -τον στέψαν αρχηγόν
 του Π.Α.Ο.Κ., της Εθνικής, και των Ενόπλων.
Ο Αϊδινίου μασούσε τσίκλα αμέρικα,
φορώντας τη γαλάζια του φανέλα,
στο στήθος του, σε κύκλο, το άσπρο ΗΤΑ,
το σορτ του πάλλευκο και με κοψιές στα δυο μπατζάκια,
σκληρά σφικτά τα σπάiγκς του με μακρουλά
παχιά κορδόνια του τυλίγοντας στες δέστρες.
Αυτόν, τον είπανε υπέρτερο απ’ όλους τους μαντραχάλους,
αυτόν, τον είπανε ισάξιο του Δομάζου.
 
Οι Θεσσαλονικείς δεν γνώριζαν βεβαίως
που ήσαν πάρλα αυτά και στόμφος.
Η μέρα ήταν σκληρή και ποδοσφαιρική,
ο ήλιος πάνω μπάλα τρίφυλλη,
το Θεσσαλονικιό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικόν εξάνθημα του Υπουργείου,
τα σκαλάκια, αι κερκίδες, μια χαρά, ζάχαρις,
ο Αϊδινίου όλος δίψα για ζωή
(της πτωχομάνας γιος, αίμα Φλωρινιωτών)·
κ’ οι Θεσσαλονικείς έχασκαν στην προπόνηση,
και λιγώνονταν, κι ωρύονταν
τουρκομερίτικα, ποντιακά, πέντ’ εξ στα βλάχικα,
εμβρόντητοι απ’ τα πλονζόν-
μ’ όλο που υπαισθάνονταν τι μέτραγαν αυτά,
τι κλούβια μάτια που ζητεί η εντρύφηση στες ντρίπλες.
 
Κακώς ο Μίμης έσπασε το συμβόλαιο με τον πλανήτη. Η φανέλα του θα μείνει ορφανή.