• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Εάν
Έλση Σαράτση | 12.09.2016 | 12:23
Όπως κάθε ωραία ποιητική σκηνή, έτσι και αυτή προετοιμάζεται με μια ρεαλιστική αφηγηματική εισαγωγή δεξιοτεχνικά χρωματισμένη από ονειρικά απρόοπτα. Εσωτερικό μαυρόασπρο πλάνο μιας στενόμακρη καφετέριας του δρόμου, έξω κάνει κρύο και ίσως βρέχει. Ηχητικό πρελούδιο o θόρυβος της πόρτας που ανοιγοκλείνει και τα βήματα δυο νεοφερμένων νεαρών στο πάτωμα του άδειου σιωπηλού μαγαζιού μα συντροφευμένα έξαφνα με ένα απόκοσμο και υπόκωφο μουσικό σενάριο από ταμ ταμ και όργανο. Σαν μια προβολή εσωτερικού ψυχολογικού κοντίνουουμ ή σαν μια υποψία ουράνιου τόξου σε έναν ανύποπτο ουράνιο θόλο που ξεφεύγει από κορφές πανύψηλων δέντρων ή στο έναστρο στερέωμα μια υπερφυσική παρουσία που ξεσκεπάζει η ανοιχτή οροφή ενός αόρατου καθεδρικού. Ο Μικ κι ο Τζόνι συγυρίζονται, φτιάχνουν τα μαλλιά τους, τινάζουν τα κασκόλ τους και ώσπου να φτάσουν στον πάγκο του μπαρ συνοδεύονται από τη μουσική εκτροπή της πραγματικότητας. Που ανακαλείται καθώς ο ένας από τους δυο, ο Μικ (Μάλκομ Μακντάουελ, στο «Εάν» του Λίντσι Άντερσον, 1968) χτυπάει παρεστιγμένα τρις στον πάγκο και για μια στιγμή πραγματικός ήχος και ονειρικός αγκαλιάζονται σε μια απίθανη υπέρθεση μέχρι ο ονειρικός να σβήσει και να τον διαδεχτεί ο ανάλαφρος ήχος γυναικείων βημάτων ταυτόχρονα με τον ερχομό του κοριτσιού της καντίνας που κάνει μια φωτογραφικά εξαιρετική είσοδο πίσω από τον πάγκο. Παρελαύνει σαν ωραίος εξωτικός μαύρος ερωδιός. Από τη μέση και πάνω. Έχει κιόλας συμπληρωθεί μισό λεπτό μιας σεκάνς σιωπής με αραιή και άρρυθμη στίξη θορύβων χωρίς ήχο ανθρώπινης φωνής μέχρι το μονολεκτικό «παρακαλώ» που βγαίνει ενοχλημένο και προκλητικά ανοδικό από τα χείλια της νεαρής και είναι ο πρώτος πραγματικός ερωτήσεως σημαντικός ανθρώπινος φωνητικός ήχος που ακούμε. Στο μεταξύ τα βλέμματα και η σωματική γλώσσα έχουν καθιερώσει τη σχέση άμυνας-επίθεσης θηλυκού-αρσενικού ανάμεσα στους τρεις.
-«Δυο καφέδες, παρακαλώ…» (απευθύνονται με δήθεν αδιάφορη φωνή στη σερβιτόρα που παραμένει σε απόσταση άμυνας πάντοτε πίσω από τον πάγκο)
-«Με γάλα ή χωρίς;»
-«Με γάλα» (απαντάει απολαμβάνοντας τα ανοιχτά ενδεχόμενα ο Τζόνι)
Η κοπέλα γέρνει την καφετιέρα προς το (αόρατο) φλιτζάνι και ακούμε τον ήχο του υγρού που κυλάει. Καθώς ετοιμάζεται να σερβίρει και τον δεύτερο καφέ, την κόβει ο Μικ με ένα απότομο «Χωρίς γάλα» όπου η εμφατική καθυστέρηση στα σύμφωνα του “black” μαζί με τη σφιγμένη έκφραση του προσώπου που περισσότερα φανερώνει παρά κρύβει, προσθέτουν απειλή στην ήδη παρατεντωμένη ατμόσφαιρα. Η κοπέλα μαζεύεται ακόμα περισσότερο και γυρίζει την πλάτη στους νεαρούς για να ετοιμάσει καφέ με γάλα. Οι δυο τους σκύβουν επιδεικτικά και με υπερβολή πάνω από τον πάγκο για να εκτιμήσουν τη σωματική της απόδοση από το πίσω μέρος σαν ξεσκολισμένοι εμπειρογνώμονες, από πάνω μέχρι κάτω και από κάτω μέχρι πάνω. Και πάλι ο ήχος του υγρού που τρέχει και η κοπέλα στρέφεται ελαφρά και τους κοιτάει σα να αισθάνεται την επίθεση στα ακάλυπτα νώτα. Ο Μικ ανταποκρίνεται στο βλέμμα της με ένα εξαιρετικά λειτουργικό μισοσαρκαστικό-μισοκαθησυχαστικό χαμόγελο. Η κοπέλα κρατώντας σταθερά την απόσταση ασφαλείας σπρώχνει πάνω στον πάγκο από μακριά τα φλιτζάνια προς το μέρος των δυο ύποπτων πελατών. Ύποπτων για όλα. Ο θόρυβος των φλιτζανιών που σέρνονται στον πάγκο. Ο Μικ την πλησιάζει και διατάζει προκλητικά και διφορούμενα : «Ζάχαρη». Η κοπέλα ετοιμάζεται να ανταποκριθεί, ο Μικ την αρπάζει βίαια προσπαθώντας να τη φιλήσει στο στόμα και αντηχεί το μεγαλόπρεπο χαστούκι που του καταφέρνει στο πρόσωπο μαζί με το θόρυβο της ζαχαριέρας που τσουλάει όλο ζάχαρη προς το μέρος του. Ατάραχος δήθεν εκείνος γεμίζει δυο παραφουσκωμένες κουταλιές, αδιαφορεί για όση ζάχαρη χύνεται στον πάγκο, ο ήχος του κουταλιού που ανακατεύει τον καφέ, πετάει το βρεγμένο κουτάλι στη ζαχαριέρα χωρίς να κάνει κιχ. Παίρνει τον καφέ, της γυρίζει την πλάτη και ακούγονται πάλι τα βήματά του καθώς κατευθύνονται με το φίλο του, εκείνος πίσω στο τραπέζι τους και ο Μικ στο παρακείμενο τζουκμπόξ ενώ ήδη τα τύμπανα της ονειρικής παρουσίας αντηχούν σαν ωραίο προμήνυμα ευεργετικής βροχής κι ο Τζόνι σκεπάζει με το πιατάκι το φλιτζάνι του Μικ για να αφήσει ανενόχλητο το όνειρο να συμβεί. Ο Μικ διαλέγει το δίσκο του και οι παιδικές φωνές της δοξολογίας του Sanctus της Missa Luba εξαφανίζουν την πραγματικότητα. Εξακολουθεί να ακούει βυθισμένος στη μουσική με την πλάτη γυρισμένη στους άλλους. Η κοπέλα τον πλησιάζει. Ακουμπάει με τρυφερότητα φιλική μάλλον παρά ερωτική το χέρι της στον ώμο του. Εκείνος γυρνάει και την κοιτάει και εκείνη μιλάει κοιτάζοντάς τον στα μάτια – είναι οι πρώτες πραγματικές προτάσεις που ακούγονται μετά από τρία ολόκληρα λεπτά: «Εμπρός, λοιπόν.. Κοίταξέ με. Κοίταξέ με στα μάτια. Θα σε σκοτώσω. Μερικές φορές στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και τα μάτια μου όλο μεγαλώνουν. Και είμαι σαν τίγρη. Μου αρέσουν οι τίγρεις. Ρρρρχχχ!!!!!» Ο Μικ παίρνει αμέσως φωτιά και μπαίνει στο παιχνίδι. Την οσφραίνεται, κάνει να τη δαγκώσει, δείχνει τα νύχια του, βρυχάται, η μουσική αφηνιάζει και οι δυό τους είναι δυο γνήσιοι βρυχώμενοι τίγρεις που εκτελούν την τελετουργία της ερωτικής πάλης, όρθιοι, στο πάτωμα, ντυμένοι, γυμνοί. Η μουσική – και η σκηνή – κόβεται καθώς ο φακός επιστρέφει στον Τζόνι που κοιτάει σκεφτικός το φλιτζάνι του, στη θέση του στο τραπέζι όπου τον αφήσαμε. Ακούγονται τα βήματα της κοπέλας που πλησιάζουν, τη βλέπουμε να χαϊδεύει τρυφερά τα μαλλιά του Τζόνι και να του χαμογελάει γλυκά. Ο Μικ φτάνει κι αυτός στο τραπέζι, κάθεται. Η κοπέλα του λέει : «Μ’αρέσει ο Τζόνι». Ένα παράξενο τριγωνικό αίσθημα σαν περαστική λάμψη και ο Μικ δίνει το σύνθημα με διπλό κροτάλισμα των δαχτύλων για ένα ανέπαφο αινιγματικό μπραντεφέρ με την κοπέλα:
-Μικ (κάνοντας με τα δάχτυλα το σχήμα του ψαλιδιού) Ψαλίδι!
-Κοπέλα (σφίγγοντας τη γροθιά της) Πέτρα!
-Μικ (δείχνοντας την παλάμη του) Χαρτί!
-Κοπέλα (κάνοντας με τα δάχτυλα το σχήμα του ψαλιδιού) Ψαλίδι!
-Μικ (σφίγγοντας τη γροθιά του) Πέτρα!
-Κοπέλα (αγκαλιάζοντας με τα δυο της χέρια τη γροθιά του και χαμογελώντας τρυφερά) Χαρτί!
Τέλος της μαυρόασπρης σεκάνς.
 
Στο «Εάν» ο Λίντσι Άντερσον είχε ανάμεσα στους βοηθούς του τον Στίβεν Φρίαρς, και στους παραγωγούς, τον Άλμπερτ Φίνεϊ. Τη μουσική τη φρόντισε ο Μαρκ Γουίλκινσον και όλοι όσοι επεξεργάστηκαν την ηχητική μπάντα της ταινίας υπήρξαν εξίσου ιδιοφυείς με το σκηνοθέτη της. Είναι βέβαιο πως η ταινία αυτή δεν θα μπορούσε να είχε γυριστεί παρά μόνον στη δεκαετία του 1960 (και ειδικότερα, εκεί γύρω στο 1968). Τη γενική κοινωνικοπολιτική και πνευματική ατμόσφαιρα εκείνου του καιρού τιμάει με το προκλητικά μεν για την εποχή, αλλά και μόνιμα και επιτυχώς απελευθερωτικό, αντάρτικο πνεύμα της που υποστηρίζει με επιτυχία το δίκαιο της εξέγερσης κόντρα σε οποιαδήποτε κακογερασμένη ή μπαγιατεμένη εξουσία ή άποψη. Το αιτιώδες δίκαιο της ανανέωσης των οριζόντων. Βλέποντας το φιλμ μετά από κάμποσα χρόνια ξαφνιάστηκα ευχάριστα από την σαρωτική ελευθερία του παιχνιδιού της ερωτικής σκηνής που σε ελάχιστες άλλες περιπτώσεις μου φαίνεται να έχει κινηματογραφικά επαναληφθεί και πάντως ούτε κατά διάνοια με εξίσου στιβαρή ποιητική όρεξη στην έμπνευση. Πρόκειται λοιπόν για ένα ποίημα – η ερωτική σκηνή είναι ένα ποίημα, ή μάλλον, ένα τεχνικότατο μανιφέστο ποιητικής αγωγής που πραγματώνεται με ένα διεισδυτικό κινηματογραφικό βλέμμα και ακριβές χρονικό αίσθημα, και οργανώνεται οπτικά-ηχητικά-μουσικά χωρίς τον «παραμικρό δισταγμό μεταξύ ήχου»- εικόνας - «και σημασίας». Έτσι κάπως έφτασα στο συμπέρασμα πως ισοδύναμο σε πολλαπλότητα ποίημα θα μπορούσε να γίνει το καβαφικό «Ρωτούσε για την ποιότητα –», κινηματογραφημένο όμως από τον Λίντσι Άντερσον ώστε η μετουσίωση της τεχνικότατα ζωγραφισμένης άχρωμης, μίζερης, αποθαρρυντικής, ασφυκτικής βιοτικής πραγματικότητας, όπως τη ζει το πρωταγωνιστικό πρόσωπο στα τρία τέταρτα των στίχων του ποιήματος στον Καβάφη, η έξαφνη έξαρσή της σε δονούμενη ψυχική ατμόσφαιρα μέσα από τον ερωτικό παιάνα, την καταλυτική αισθησιακή μέθη και μαγεία της αναπάντεχης συνάντησης, να κολάσει ανεπαισθήτως κάθε υπόνοια ενοχής ή αμαρτίας ή τιμωρίας. Όσο για τον καταστηματάρχη, στο βάθος του μαγαζιού, και του ποιήματος, – αυτός αντί για άγρυπνος και επίφοβος φύλακας-τιμωρός των ηθικών θεσμίων, θα είχε απλώς το ρόλο του Τζόνι στο «Εάν», με άλλα λόγια του μακάριου ονειρευτή του έξαλλου ερωτικού επεισόδιου.