• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πώς να διευθύνουμε το φεγγαρόφωτο
Έλση Σαράτση | 23.08.2016 | 09:40
«[…] είναι ταυτόχρονα τελετουργία, ψυχαγωγία, καλλιτεχνία, δημιουργία αινιγμάτων, πειθώ, μαγεία, μαντεία, προφητεία και άμιλλα.»
Γιόχαν Χάιζινγκα, Homo ludens (Παιχνίδι και ποίηση)
 
Τούτα τα γενέθλια, στις 22 Αυγούστου, χρωστάμε να τα γιορτάσουμε με έναν θαμπωτικό μουσικό εορτασμό: ο Κλαύδιος της Γαλλίας, ο Κλοντ Ντεμπισί, γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου (1862), και είναι βέβαιο πως η πιο γιορτινή μουσική που συνέθεσε, είναι οι Γιορτές, το δεύτερο μέρος του ορχηστρικού τρίπτυχου Νυχτερινά (σύνθεση: 1897-9, πρώτη εκτέλεση: τα δυο πρώτα μέρη [πρώτο μέρος: Σύννεφα· το τρίτο μέρος, Σειρήνες, δεν παίχτηκε επειδή δεν βρέθηκε η απαιτούμενη για το μέρος αυτό χορωδία], στο Παρίσι, το Δεκέμβρη του 1900). Τη σκηνοθεσία των Νυχτερινών φρόντισε να περιγράψει πρόχειρα, για ν’ αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις, ο ίδιος ο συνθέτης:
 
“Ο τίτλος του Νυχτερινού οφείλει να εννοηθεί εδώ ευρύτερα και, κυρίως, μάλλον διακοσμητικά. Δεν πρόκειται επομένως για τη συνηθισμένη φόρμα Νυχτερινό, αλλά για τις πολυποίκιλες εντυπώσεις και τα ειδικά εφέ του φωτός που υποβάλλει η λέξη. «Σύννεφα»: έχουμε εδώ την ακίνητη θέα του ουρανού όπου αργοδιαβαίνουν μελαγχολικά τα σύννεφα προτού καταλήξουν σε μιαν αγωνία γκρίζα, απαλά ξανοιγμένη με λευκό. «Γιορτές»: εδώ έχουμε την κίνηση, τον χορευτικό ρυθμό της ατμόσφαιρας που πάλλεται από ξαφνικές αστραπές φωτός, έχουμε και το επεισόδιο μιας πομπής (όραμα θαμπωτικό και ονειρικό) που περνάει μέσα απ’ τη γιορτή, χάνεται μέσα της· μα το φόντο μένει και εμμένει αμετάλλαχτο, και είναι πάντα η γιορτή με το ανακάτωμά της από μουσική και φωτεινό κουρνιαχτό, που συμμετέχει σ’ έναν ρυθμό ολοκληρωτικό. «Σειρήνες»: εδώ η θάλασσα με τους αναρίθμητους ρυθμούς της, έπειτα, ανάμεσα στα κύματα που ασημώνει το φεγγάρι, ακούγεται το μυστηριώδες τραγούδι των σειρήνων καθώς γελούν και προσπερνούν».
 
Ο Ντεμπισί υπήρξε εξαιρετικά προσεκτικός χειριστής της πένας. Ακριβολόγος πεζογράφος, σχεδόν συστηματικός μουσικοκριτικός, ακούραστος αλληλογράφος, με έναν πάντα παιγνιώδη έλεγχο της πρόζας του που ηρεμούσε προικισμένη με την γαλλική αρετή της διαύγειας πάνω από τους ταραγμένους βυθούς τηλεσκοπώντας το μυστήριο των νοημάτων κατά βούλησιν και ανάλογα με τον αποδέκτη, με μια πάντα εράσμια, δήθεν ανεμελιά. Curiosa felicitas : αν ομονοούσαν οχτώ διαφορετικοί μεταφραστές της ωραίας φράσης με την οποία χαρακτηρίζεται το ύφος του Οράτιου, στο Σατυρικόν του Πετρώνιου, θα αποτολμούσα να δώσω εδώ τη μετάφραση της πλούσιας αυτής έκφρασης που ταιριάζει απολύτως και στο αποτύπωμα της γραφής του Ντεμπισί. Οπωσδήποτε, ο συμπατριώτης του λατινιστής Αλφρέντ Ερνού πλησίασε το ιδανικό με την heureuse recherche του.
 
Ξαναγυρνώντας στις Γιορτές, κουβεντιάζοντας με φίλο του, ο Ντεμπισί ανέφερε ότι η έμπνευση του ήρθε από την ανάμνηση κάποιων παλιών δημόσιων πανηγυρισμών στο Δάσος της Βουλώνης όπου τότε συμμετείχε πυκνό και χαρούμενο πλήθος. Το τρίο με τη φανφάρα του από τρομπέτες με σουρντίνα ανακαλεί τα τύμπανα και τις σάλπιγγες της αλλοτινής μπάντας της Εθνικής Φρουράς, που καλούν στη βραδινή αποχώρηση, καθώς πλησιάζουν από μακριά και μετά χάνονται. Ανάμεσα στα πρώτα κείμενα που εισφέρει ο Ντεμπισί στην επιθεώρηση La Revue blanche εμφανίζεται και μια μικρή μα περιεκτική φαντασία με τίτλο Μουσική υπαίθρου (La musique en plein air, 1901), όπου η επίκληση μιας μουσικής «που θα πλανιόνταν χαρούμενα στις κορφές των δέντρων … και ίσως θα αναζωογονούνταν με ένα ωραίο μάθημα ελευθερίας από τον τρόπο που τα δέντρα αναπτύσσονται» ώστε να επιτευχθεί «μια μυστηριώδης συνεργασία του αέρα με τα κινήματα των φύλλων, του αρώματος των λουλουδιών με τη μουσική», καταλήγει πως «Τότε επιτέλους, θα μπορούσαμε να επαληθεύσουμε με σιγουριά πως μόνο η μουσική και η ποίηση είναι οι δυο τους, και μόνον αυτές, τέχνες που κινούνται στο χώρο…Μπορεί να γελιέμαι μα μου φαίνεται πως υπάρχει σ’ αυτήν την ιδέα όνειρο για να ονειρεύονται οι μελλοντικές γενιές». Οπωσδήποτε, η δημόσια γιορτή στο ύπαιθρο – και μάλιστα ένα δισυπόστατο ύπαιθρο σαν το Δάσος της Βουλώνης όπου η παρθενικότητα του απείραχτου φυσικού τοπίου εμπλουτίζει το ήθος του αστικού πολιτισμού –, η πατροπαράδοτη τελετουργία της μπάντας που συμφιλιώνεται με τον χαρούμενο και ατίθασο ενθουσιασμό του πλήθους, στον οπτικό ορίζοντα ενός μοναχικού ποιητή-συνθέτη- ονειρευτή-Μάγου Πρόσπερου που διεκδικεί ξανά και αξιωματικά την πρωτοπορία της μουσικής έκφρασης για τη ζωή της κοινότητας, προσφέρουν ήδη έναν ηχητικό άξονα μουσικής στερεομετρίας, μια μαγική ανασύσταση ενός τρισδιάστατου μουσικού χώρου, ένα θέατρο ζωντανής μουσικής δράσης για να διασταυρωθούν αέρινα ηχοχρώματα άρπας, χρυσά παραγγέλματα πνευστών, κρουστές εντολές τυμπάνων, ρυθμική παρεμβολή κοντραμπάσων· με λίγα λόγια όλα τα κλειδιά ενός μελλοντικού ονείρου που μετά από πολύχρονη κυοφορία θα αποδώσει τις Γιορτές.
 
Φλέγμα, κομψότητα, βαρβαρότητα, περηφάνεια, στην καρδιά και με την καρδιά της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, με μάρτυρες τον Ντεμπισί, τον Στραβίνσκι, και τον Μπεργκ, στην καρδιά και με την καρδιά της πρωτοπορίας: συνθηματικά, αυτός θα ήταν περίπου ο Πιερ Μπουλέζ (1925-2016). Εκτός από παιδαγωγός, αρχιμουσικός, συνθέτης, συγγραφέας, μουσική ψυχή και νους του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Ηχογράφησε και ξαναηχογράφησε τα ορχηστρικά έργα του Ντεμπισί, και την όπερά του Πελλέας και Μελισσάνθη. Ο Ντεμπισί της εποχής μας είναι ο Ντεμπισί του Μπουλέζ. Ντεμπισί (1862-1918) – Μπουλέζ – Ανρί Ντιτιγέ (1916-2013) είναι ο λαμπερός, παρηγορητικός, o ποιητικότερος αστερισμός του μουσικού ουρανού μας. Και βεβαίως τίποτα δεν μπορεί να συναγωνιστεί την διεύθυνση των Γιορτών από τον Πιερ Μπουλέζ στο πόδιο της Συμφωνικής Ορχήστρας του BBC, τον Οκτώβριο του 1968 – λίγους μήνες μετά το Μάη του ΄68, ανάμεσα στην πέμπτη και την έκτη ταινία του Τζέιμς Μποντ, λίγους μήνες πριν από την πρώτη προσσελήνωση στη Θάλασσα της Ηρεμίας που η δικτατορική Ελλάδα την παρακολούθησε ομαδικά μουδιασμένη ή ξεφωνίζοντας στις λίγες ακόμα ανά την επικράτεια μαυρόασπρες τηλεοπτικές συσκευές.