• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο ποταμός Μπαχ
Έλση Σαράτση | 29.07.2016 | 07:52
Σ’ ένα πολυσήμαντο κείμενο που με εσωτερική μαρτυρία χρονολογείται λίγο μετά το 1936, κείμενο δραστικό για την ευστοχία όσο και για τα παραπατήματά του, μόλις οχτώ χρόνια μετά τη σύνθεση και την πρώτη εκτέλεση του Μπολέρο του Ραβέλ (1928), και καμιά τριανταριά από τη σύνθεση και την πρώτη εκτέλεση της Θάλασσας του Ντεμπισί (1903-1905), ο  μουσικά εγρήγορος και εμβριθής Τάκης Παπατσώνης γράφοντας για την αποχαιρετιστήρια, για το 1936,  συναυλία του Δημήτρη Μητρόπουλου στην Αθήνα, με πρόγραμμα αξιοσημείωτα εκλεκτικό και εκλεκτό – Χάιντν, Μότσαρτ αλλά και η Θάλασσα του Ντεμπισί και το Μπολέρο του Ραβέλ – προβλέπει το αποκαλυπτικό σφρίγος της συγκίνησης που γεννούν τα σύγχρονα έργα της τέχνης απέναντι στο κατασταλαγμένο και ίσως και απονεκρωμένο πια θάμβος των παλαιών. Επιφυλάσσεται για τη «ζωή της αλήθειας»  του έργου που χρειάζεται κάποιον σπινθήρα για ν’αναφλεγεί και να λάμψει. Επικαλείται την «προφητική δυνατότητα της υποβολής» που με αυτήν οπλισμένο το καινούργιο έργο, η «καινή μορφή», αφυπνίζει και παιδαγωγεί τις αισθήσεις σ’ έναν ολόκληρο νέον κόσμο, όπως συμβαίνει σε «όλες τις μεγάλες μεταστροφές της ζωής,…όπως σ’ έναν κυριαρχικό έρωτα που ήρθε και μας ανέτρεψε όλα τα πριν και εγκαταστάθηκε και κυβερνά». Με μια τελετουργική, πεισματικά παλαιική, μποντλερική  χειρονομία του λόγου συλλαμβάνει μια χρονική ουτοπία και τοποθετεί τώρα στην εικόνα το παρελθόν, τη σχέση του καινούργιου με το παλιό και την ολοένα ανανεούμενη ανάγκη για ορόσημα και οδοδείχτες: «γύρω μας παρακάθηνται σε μεγαλοπρεπείς ξυλόγλυπτους θώκους οι Πατριάρχες του ωραίου όλων των εποχών, αθάνατοι κι εμψυχωτές. Δεν γυρεύουμε παρά να συμπληρώσουμε και τους κενούς θώκους».   Το πολυτιμότερο στοιχείο που εισάγει η κριτική διαίσθηση του Παπατσώνη, είναι η αναγνώριση και παραδοχή της οργανικής ανάγκης όχι μόνο ν’ ανανεώνεται η μορφή του έργου τέχνης, αλλά και να μεταστρέφεται  και να συγχρονίζεται το αίσθημά του με τον καιρό. Να αλλάζει το έργο τέχνης, όπως αλλάζει η ζωή μας, και με τις αδιάκοπες ανατροπές της στερεώνει τα θεμέλια των συγκινήσεών μας σε νέες πρωτάκουστες αλήθειες που είναι ο μαρασμός των παλιών. Το σημαντικότερο λοιπόν είναι «η ζωή της αλήθειας» του έργου, και άρα πώς το κρατάμε στη ζωή, και ο θάνατος της αλήθειας του, και η ανάστασή της. Αν στα γραφτά έργα της τέχνης το κλειδί της αλήθειας τους το κρατάει, μαζί με τον καιρό,  ο ιδιοκτήτης ο γραφέας τους, στη μουσική το σφιχτοκρατάει και ο μεσίτης ο μουσικός ερμηνευτής που διεκδικεί παραστατικά την προκαταβολή της πνευματικής διέγερσης, συμπάθειας, συνενοχής και συναίνεσης του καιρού και του ακροατηρίου.  Μας καλεί να συναινέσουμε στα παλιά δοκιμασμένα τεχνάσματα της ρητορικής, που κατεβαίνει κι αυτή από την ακόμα παλιότερη τέχνη του ραψωδού, τέχνη της μνήμης και της συγκίνησης,  – με άλλα λόγια, τέχνη εκστατικής ηθοποιίας  που συναρπάζει αναπαραστατικά. Με στρατευμένη τη νοητική ικανότητα στην ανάγνωση του μουσικού κειμένου, με τεντωμένες τις κεραίες των αισθήσεων να συλλαμβάνουν και να μεταποιούν ψυχοδυναμικά τον παραμικρό κραδασμό αισθήματος στην απέραντη επιφάνεια της εμπειρίας, καλείται κρατώντας σφιχτά το χέρι της λογικής, να ενθουσιαστεί και να βακχεύσει, όπως η στέγη του παλατιού στην επιφάνεια του Διονύσου στον Αισχύλο.
 
«“Μπαχ” σημαίνει “ρυάκι” στα γερμανικά» θυμίζει ο μεγάλος βιολοντσελίστας Πολ Τορτελιέ στον μαθητευόμενο νεαρό βιολοντσελίστα διδάσκοντας το Πρελούντιο από την Πρώτη Σουίτα για σόλο βιολοντσέλο σε σολ μείζονα BWV 1007. Σαν έμπειρος ποιητής, επιστήμων θεωρητικός, σοφός παιδαγωγός αλλά και εγκρατής της μαγείας πετά ο καλός παραμυθάς το δίχτυ της εικονογραφικής παρομοίωσης καταμεσής στη βουβή ψυχική ανταπόκριση του νεαρού σε μια μουσική που το πνευματικό της βάθος κατά πολύ ξεπερνά την εφηβεία του και το προσπερνά ανύποπτος. Και ανύποπτος δεν δικαιούται να είναι πια ο μικρός– τώρα κυνηγάει τον φυσικό ρυθμό, την πραγματικότητα  ενός βιώματος που το σώμα του το έχει ζήσει με όλες του τις αισθήσεις. Η μουσική πράξη αφύπνισε την αλήθεια της ατομικής σωματικής εμπειρίας και μιμείται πειθαρχημένα τις λειτουργικές αρχές ενός θησαυρού που είναι κοινό ανθρώπινο εμπειρικό κτήμα όπως η θάλασσα, τα ποτάμια ή ο ήλιος που ανατέλλει κάθε πρωί. «Το ρυάκι  γίνεται ποτάμι, συνεχίζει ο Τορτελιέ,  και το ποτάμι χύνεται στη θάλασσα. Τα κύματα τρέχουν. Κυνηγούν το ένα το άλλο. Εδώ έχουμε δυο μικρότερα κύματα, δυο λεπτότερες κορυφές… Μετά έχουμε τον ερχομό και το αποτράβηγμα του κύματος…την ρυθμική κυματιστή ανάσα του νερού σαν την αναπνοή μας» που πρέπει να λειτουργεί συνεχώς, όπως αναπνέουμε κανονικά, μετά, τα μπάσα που πρέπει να τονίζονται γιατί είναι οι κολόνες που στηρίζουν τον καθεδρικό ναό, τέλος την τελική έξοδο και συνάντηση του ποταμού με τη θάλασσα που είναι ο ασυγκράτητος καλπασμός της ελευθερίας και της  χαράς στα ανοιχτά επιτέλους θαλασσινά πλάτη. Χωρίς ρομαντική αισθηματική υπερδιέγερση, - ο δάσκαλος μιλάει μόνο για λεπτά «καθρεφτίσματα συγκινήσεων στον ουρανό, σαν περαστικά σύννεφα» - και αφού προσπεράσει τις μηχανικές ή και μηχανιστικές ερμηνείες που καθηλώνουν τούτη τη μουσική σε ένα αλλόκοτο ψυχικό ναδίρ όπου βασιλεύουν τα μαθηματικά του ρυθμού και μόνο, ο Τορτελιέ υπενθυμίζει πως τα έργα του Μπαχ γράφηκαν, και υπογράφηκαν από τον ίδιο,   προς δόξαν Θεού – SDG (Soli Deo Gloria).