• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Γλυκειά η μουσική, κι ο θάνατος μαυρίλα
Γιάννης Βαρβάκης | 05.05.2016 | 19:31
Ξανάκουσα σήμερα, μετά από πολλά χρόνια, το Atom Heart Mother των Pink Floyd. Δεν θυμάμαι πότε το πρωτοάκουσα -- θα ήμουν δώδεκα-δεκατρία, κάπου εκεί. Οι Pink Floyd δεν είχαν βγάλει ακόμα τα σουξέ τους, αλλά είχα μεγαλύτερους φίλους που με δασκάλευαν ότι αυτοί ήταν οι τύποι που άξιζαν, κι έτσι είχαν περάσει στο απυρόβλητο και το αλάνθαστο: είχαν την έξωθεν καλή μαρτυρία.
 
Λοιπόν, η σύνθεση στέκει μια χαρά. Και τρόμαξα όταν συνειδητοποίησα πόσο καλά την ήξερα, πόσο με είχε διαμορφώσει η αλληλουχία ρυθμών και ήχων, πόσο ολοκληρωμένη και έγκυρη άποψη είχαν για τη ζωή αυτοί οι περίπου εικοσπεντάρηδες Βρετανοί. Τους παρακολούθησα ως το Dark Side of the Moon (φυσικά) και το Wish You Were Here, αλλά μετά τους εγκατέλειψα: είχα πάρει ό,τι είχαν να μου δώσουν, και τα επακόλουθα πιασάρικα άλμπουμ τους τα άφησα για τους τότε δεκατριάχρονους.
 
Ο δίσκος μου άρεσε από τότε, και θυμάμαι να θυμώνω διαβάζοντας αρνητική κριτική σε ένα γαλλικό περιοδικό (τρεχαγύρευε τώρα πια ποιο ήτανε), επειδή, λέει, είχε συμφωνική ορχήστρα, και ήταν το είδος του δίσκου «που μπορούσε να το ακούσει ο νεαρός φαν με τους γονείς του». Έγινα έξαλλος. Όχι γιατί τον άκουγα με τους γονείς μου (αυτοί άκουγαν άλλη μουσική ο καθένας) αλλά γιατί δεν έβρισκα τίποτα κακό στο να ακούει κάποιος μουσική με κάποιον άλλον, ακόμα και με τους γονείς του.
 
Με τους γονείς μου συνήθως άκουγα ό,τι έβαζαν αυτοί στο γραμμόφωνο. Αλλά θυμάμαι δυο φορές που ο πατέρας μου άκουσε κάτι που έβαζα εγώ.
 
Πρώτα τον θυμάμαι να κοντοστέκεται έξω από την πόρτα του δωματίου μου και να ακούει με προσοχή το σόλο σαξόφωνο του Charles MIller στο The World is a Ghetto των War (1972), και μετά να με ρωτάει ένα σωρό πράγματα που δεν ήξερα για το συγκρότημα.
 
[Mια φορά που είχε γυρίσει νωρίς στο σπίτι τον πέτυχα να ακούει Sweet Jane από το Rock 'n' Roll Animal του Lou Reed (1975, με τις κιθάρες των Steve Hunter και Dick Wagner), που είχα αφήσει δίπλα στο πικάπ, αλλά αυτό δε μετράει γιατί δεν το ακούσαμε μαζί.]
 
Τη δεύτερη φορά, στο εξοχικό, στο μπαλκόνι ακούω το Κοντσέρτο για πιάνο αρ.1 του Keith Emerson (1977), και ο πατήρ περνάει από κάτω, συνεχίζει με αργό βηματισμό, και μετά από λίγο επιστρέφει να με ρωτήσει τί είναι πάλι αυτό που ακούω που του θυμίζει κάτι βρετανούς συνθέτες.
 
Αυτή η ανάρτηση δεν έχει κανένα σκοπό ή δίδαγμα πλην ίσως του ότι η μουσική είναι ωραίο πράγμα, κι ο θάνατος μαυρίλα.