• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Θάλασσα
Έλση Σαράτση | 19.06.2016 | 15:32
Possibilities at Sea by Paul Klee
Το πρώτο μάθημα του θαλασσινού νερού ήταν ότι είναι ωραία και φιλικά τα πράγματα που η δύναμή τους μας ξεπερνά. Στη μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία όπου η μάνα μου μού τη δείχνει για πρώτη φορά με τη χαρακτηριστικότερη δεικτική κίνηση του χεριού της, κάπου στο βάθος του ορίζοντα, ή ίσως και λίγα βήματα πιο πέρα – η πραγματική απόσταση είναι αδύνατο να καθοριστεί, η πραγματική απόσταση είναι το ζητούμενο – κι εγώ, πεντάχρονο παιδί, στρέφομαι με όλη τη διάθεση του κορμιού μου συγκινημένη, προς αυτήν, η θάλασσα είναι αυτό που δεν παρίσταται, κι όμως παντάνασσα και παντοδύναμη κυβερνάει την επιθυμία και τη φαντασία και των δυο μας ολοκληρωτικά, με δρόμους επικοινωνίας αόρατους, με αναμονές προετοιμασίας κιόλας για τη μεγάλη πρόκληση των αισθήσεων και το λαμπρό μωσαϊκό της αφήγησης.
 
Τι θα πρόσθεταν άραγε ο τόπος κι η στιγμή αυτής της πρώτης απόμακρης συνάντησης; Η φωτογραφία δεν έχει σκηνογραφία – οι φιγούρες μας γράφτηκαν πάνω σ’ ένα ουδέτερο φόντο και δεν υπάρχει τίποτα δίπλα μας ή μπροστά μας. Μόνο η μάνα μου, εγώ, και η αόρατη θάλασσα στη νοητή κορυφή μιας στιγμιαίας γεωμετρίας, και αυτή,  όπως κάθε αφαίρεση, αφορά υπερούσιες συγκλίσεις και αποκλίσεις που μας αποκρυπτογραφούν με την ίδια αξιοπιστία που το φως μαρτυρεί τα περιγράμματα περισσεύοντας ή λιγοστεύοντας. Φοράω τα άσπρα σοσόνια μου, και ακόμα το χειμωνιάτικο παλτό μου, και η μάνα μου το δικό της, που κιόλας μια άκρη του ανασηκώνεται παρασυρμένη από μια ριπή αέρα, άρα πρέπει να βρισκόμαστε κάπου στην αρχή του καλοκαιριού – αδύνατον ο κραδασμός της προσδοκίας που εκλύεται  από ένα αόρατο ιδεόγραμμα  θαλασσινής παρουσίας να συμβαίνει σε συνθήκη τέλους, σε ο,τιδήποτε περιέχει την έννοια του τέλους και του αποχωρισμού χωρίς επιστροφή, στον κρύο χειμώνα.   
 
Η θάλασσα…Αυτή είναι η θάλασσα…Θυμάσαι που σου έλεγα για τη θάλασσα…Τη γαλάζια θάλασσα που λάμπει ο ήλιος πάνω της διαμαντικά…Θάλασσα…Θυμάσαι τη θάλασσα…Η θάλασσα κυματίζει…Κυματοκυματίζει η θάλασσα…Απλώνεται…Θά – λασσσσ-σα… Τα άλλα τα λόγια τα πήρε ο άνεμος. Τυλίχτηκε μέσα τους σφιχτά όπως στο πανωφόρι μας να προφυλαχτούμε απ’ τους καιρούς και έφυγε μακριά φτεροκοπώντας με τα γοργά τα θεϊκά τα χρυσά πέδιλα. Έμεινε το Θ με το κρεμαστό στερέωμα, τον ουρανό-τη γη στα δυο και το κράσπεδο του ορίζοντα, το Α της αναπνοής που είναι ζωή και δεν κλείνει ποτέ μόνο ανοίγει να καταπιεί τα πέρατα·το Σ των φτερωτών σειρήνων που στεφανώνονται του τραγουδιού τη νίκη. Ο οδηγός μου στη θάλασσα μ’ αγαπούσε. Οδηγός μου ήταν η κίνηση της αγάπης. Ήμουν προέκταση του σώματός του, της σκέψης του, της μνήμης του. Ήμουν. Είμαι. Έχω ακόμα το όνομά του στα χείλια μου όπως οι ερωτευμένοι. Έτσι ανάμεσά μας η φωτογραφία λάμπει από παγωμένα λόγια φυλαγμένα σε κείνο το καθαρό άχερο και καιροφυλακτούν να λιώσουν ν’ ακουστούν το σφύριγμα του καραβιού που περνούσε στα πέρατα του νερού, ο μεσημβρινόσκιος ο ακάματος ήχος των κυμάτων που έρχονται ολοένα έρχονται κάτω απ’ τον ήλιο λάμποντας με το καινούργιο τραγούδι των σειρήνων και τον φρέσκο άνεμο που σαρώνει στο γιαλό τις καλαμιές και τις κάτασπρες κροκάλες όλο ψιθυρίζοντας.
 
 
Η βεβαιότητα ότι δεν έχω ακόμα γνωρίσει το θαλασσινό νερό με το σώμα μου είναι εκεί. Όπως και ότι το σώμα της μάνας  μου το έχει γνωρίσει. Όλη η ευτυχία ενός ελεύθερου καλπασμού με τον πεντάμορφο πήγασο που χτυπάει ανυπόμονα το έδαφος με τις οπλές του αδημονώντας να με οδηγήσει στην καταγάλανη ωρολογιακή πλάκα τη στολισμένη με τα σμάλτα των αστερισμών, είναι εκεί – κάθε φορά που από τότε παραδίνομαι στο θαλασσινό νερό, ή ίδια ασύλληπτη τρικυμία  αισθήσεων επαναλαμβάνει διατεταγμένα το θαύμα των επικλήσεών της, το θαύμα του ταξιδιού από το σκοτάδι στο φως και πάλι πίσω, το κυκλικό θαύμα της μέρας και της νύχτας με όλες τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Εκεί είναι η πρώτη ασημένια αστραπή σ’ έναν κάμπο χρυσό άγνωστης ζωής που την είπα ψάρι. Εκεί το μαύρο ρίγος της συνοφρύωσης που αντάμωσε το πέλμα μου σαν τ΄αγκάθια του αχινού– η γνώση του πέλματός μου, η επιφυλακή στα σύνορα του κόσμου μου. Εκεί οι μετάξινοι κροσσοί διαβατικών παραισθήσεων που εποπτεύουν  τα γαλήνια πλωτά νερά της λογικής.  Εκεί η επιπόλαιη ευτυχία της άνωσης, πάντοτε μικρότερη από το εκτόπισμα της ίδιας της αγάπης – εκεί οι σκοτεινοί ανήλιαγοι γκρεμοί, τα φαντάσματα της καταστροφής. Εκεί στις σκοτεινές πετροφυκιάδες το αργό επίπονο μα κιόλας ηδονικό θήλασμα της γνώσης σαν πεταλίδα στα σκιερά βοσκοτόπια του βυθού.
 
Βλέπουμε ό,τι υπάρχει για να δούμε αυτό που δεν βλέπουμε  - η συνάντηση με το γραπτό κείμενο μάς δίνει τις λαβές ένός κόσμου της φαντασίας που είναι η αόρατη συνεκτική ψυχή του γραφέα: η ακεραιότητα και η πραγματικότητα αυτού του φανταστικού κόσμου, αυτής της ψυχής, κρέμεται στην ποικιλία και την πλαστικότητα τούτων των λαβών, στις δυνατότητές τους ν’ ανοίγουν παράθυρα και σα ρόδι που το σπάζουν στο κατώφλι να ξεσπούν την έκπληξη, την ανυποψίαστη και απείθαρχη  ποικιλία της ζωικής οικονομίας· και τούτο να το πραγματώνουν φροντίζοντας  το γνωστό βάρος και τον τύπο και τον κανόνα, και το άγνωστο απόβαρο και την παρατυπία και την ακανονιστία των λέξεων. Η θάλασσα με περίμενε, μια χάρη απαρατήρητη, απειροδύναμη, θυμοκρατόρισσα, υπεριδρυμένη των αισθήσεων, με χιλιάδες λέξεις, να συναντηθούμε.