• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Σύμβολα και προτεραιότητες
ΤheGreekCLOUD | 13.02.2015 | 01:08
Το πρώτο μέλημα της παρούσας Βουλής είναι η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο διαλύθηκε η προηγούμενη Βουλή και προκηρύχτηκαν πρόωρες εκλογές: η αδυναμία της προηγούμενης Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο σε τρεις διαδοχικές ψηφοφορίες, όπου χρειάζονταν 200, 200 ή 180 ψήφοι. Τώρα, η νέα Βουλή θα εκλέξει οπωσδήποτε νέο Πρόεδρο, αφού το μέτρημα ξεκινάει από το 180 στην πρώτη φηφοφορία, κατεβαίνει στο 151 στη δεύτερη και στην τρίτη αρκεί οποιαδήποτε σχετική πλειοψηφία, εξαντλώντας τα όρια του Συντάγματος και τις αντοχές του πολιτεύματος. 
 
Να τα πάρουμε από την αρχή: ο Πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή και όχι από το λαό, γιατί έτσι το θέλησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν παρήγγειλε το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας που ίσχυσε από τον Ιούνιο του 1975. (Το Σύνταγμα αυτό αναθεωρήθηκε τρεις φορές, το 1986, το 2001 και το 2008, αλλά ο τρόπος εκλογής Προέδρου δεν άλλαξε.) Ο τότε πρωθυπουργός Καραμανλής θεώρησε ότι ελέγχοντας τη Βουλή μπορούσε (και έπρεπε) να ελέγχει όλη τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών, και να μη ρισκάρει πιθανή αντίθετη γνώμη του λαού ή της Γερουσίας (το Σύνταγμά του δεν έκανε πρόβλεψη Γερουσίας ή άλλου σώματος για να ελέγχει τη Βουλή και να κυρώνει τους νόμους, και πάντως δεν μπορούσε να καταργήσει πλήρως το λαό).
 
Ο «ανώτατος άρχων» του πολιτεύματος έχει θητεία μεγαλύτερη από αυτή της Βουλής, με σκοπό να είναι υπερκομματικός ή πάντως ευρύτερης αποδοχής. Αυτός είναι ο λόγος που ζητείται η αυξημένη πλεοψηφία του 2/3 των βουλευτών στην πρώτη εκλογή, και υποχρέωση των κομμάτων, αν θέλουν να είναι σοβαρά, είναι να προτείνουν υποψηφίους που ξεπερνούν σε απήχηση τη δύναμη της κοινοβουλευτικής τους ομάδας.
 
Ο Καραμανλής κυβέρνησε ως πρωθυπουργός ως το Μάιο του 1980, οπότε και μεταπήδησε στην Προεδρία με 183 φήφους στην τρίτη ψηφοφορία. Το Μάρτιο του 1985 κατάλαβε πόσο λάθος ήταν να αφήσει την εκλογή του Προέδρου στη Βουλή και όχι στο λαό, αφού ο τότε Πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, με τον οποίο είχε συγκατοικήσει αρμονικά για πάνω από τρία χρόνια, τον εξαπάτησε με διαβεβαιώσειςς ότι θα τον προτείνει εκ νέου ως υποψήφιο Πρόεδρο, αλλά την τελευταία στιγμή πρότεινε αντ’ αυτού τον «αγωνιστή της Δημοκρατίας» Χρήστο Σαρτζετάκη. Ο Σαρτζετάκης εξελέγη με 180 ψήφους στην τρίτη ψηφοφορία, μέσα από μια τραυματική και οριακά συνταγματική διαδικασία, και η πολιτική στην Ελλάδα άλλαξε ανεπιστρεπτί προς το χειρότερο.
 
Ο ιδιόρρυθμος Σαρτζετάκης ήρθε σύντομα σε ρήξη με τον Παπανδρέου, ο οποίος φρόντισε στην αναθεώρηση του 1986 να αποψιλώσει ακόμη περισσότερο τις αρμοδιότητες του Προέδρου. Το Μάιο του 1990, ο Καραμανλής πήρε την εκδίκησή του, επανεκλεγόμενος Πρόεδρος με 153 ψήφους στην πέμπτη ψηφοφορία, αλλά δεν του άξιζε τέτοια πολιτική κατάληξη, ούτε σε αυτόν ούτε στην Προεδρία.
 
Το 1995, ο εξασθενημένος Παπανδρέου, γνωρίζοντας ότι δεν έχει 180 βουλευτές και μη θέλοντας να προκαλέσει εκλογές,  πρότεινε ως υποψήφιο Πρόεδρο τον Κωστή Στεφανόπουλο, έναν Δεξιό πολιτικό. Ο Στεφανόπουλος εξελέγη το Μάρτιο του 1995 με 181 ψήφους και τη στήριξη του ΠΑΣΟΚ και της Πολιτικής Άνοιξης, και υπήρξε κατά γενική ομολογία ένας υπερκομματικός και επιτυχημένος Πρόεδρος, τόσο επιτυχημένος που επανεξελέγη το Φεβρουάριο του 2000 στην πρώτη ψηφοφορία, με 269 ψήφους.
 
Ο Κώστας Καραμανλής, πρωθυπουργός από το Μάρτιο του 2004, γνωρίζοντας ότι δεν έχει 180 βουλευτές και μη θέλοντας να προκαλέσει εκλογές, πρότεινε ως υποψήφιο Πρόεδρο τον Κάρολο Παπούλια, πολιτικό με μακρά θητεία στο ΠΑΣΟΚ και προσωπικό φίλο του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Παπούλιας εξελέγη το Φεβρουάριο του 2005 με 279 ψήφους της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, και επανεξελέγη το Φεβρουάριο του 2010 με 266 ψήφους της ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΛΑΟΣ. 
 
Τον Δεκέμβριο του 2014, ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, πιεζόμενος από τους ευρωπαίους εταίρους και τους δανειστές της Ελλάδας, δεν άφησε τον Παπούλια να εξαντλήσει τη δεύτερη (και τελευταία) θητεία του που έληγε σε τρεις μήνες, αλλά προκάλεσε πρόωρη Προεδρική εκλογή. Ο Σαμαράς, αν και γνώριζε ότι δεν διέθετε 180 βουλευτές για να αποφύγει τις πρόωρες βουλευτικές εκλογές, δεν έκανε καν την προσπάθεια να προτείνει υποψήφιο από την Αριστερά ώστε να προβληματίσει τους αντιπολιτευόμενους βουλευτές. Ο μοναδικός υποψήφιος Σταύρος Δήμας πήρε 160, 168 και 168 ψήφους και η χώρα οδηγήθηκε σε βουλευτικές εκλογές με σκοπό την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
 
Εδώ ήρθαμε. Και μένει να δούμε τη συνέχεια του έργου.
 
Ο νέος πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δεν έχει αυτόνομη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν τον απασχολεί: μπορεί να εκλέξει όποιον Πρόεδρο θέλει κι όποιον προτείνει στην τρίτη ψηφοφορία, με σχετική πλειοψηφία. Δεν είναι υποχρεωμένος να προτείνει υποψήφιο από τη Δεξιά ή το Κέντρο, ούτε καν υποψήφιο με πολιτικό παρελθόν. Δεν έχει ανάγκη τις ψήφους των ΑΝΕΛ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος. Μπορεί στο πρόσωπο του νέου Προέδρου να πραγματώσει το «πρώτη φορά Αριστερά», κάτι που φαίνεται να του διαφεύγει σε μια συγκυβέρνηση με τη βαθιά Δεξιά (Καμμένος), το βαθύ ΠΑΣΟΚ (Κοτζιάς) και το βαθύ Ποτάμι (Βαρουφάκης).
 
Τις τελευταίες εβδομάδες, υπάρχουν πολλοί που μας θυμίζουν ότι η πολιτική είναι είτε η διαχείριση των συμβόλων είτε η τέχνη του εφικτού. Ας τα αντιστρέψουμε: πολιτική μπορεί να είναι και η διαχείριση του εφικτού και η τέχνη των συμβόλων. Ο Τσίπρας, όπως λένε τα επικρατέστερα σενάρια, μπορεί να προτιμήσει τη λύση του Δημήτρη Αβραμόπουλου για την Προεδρία, όχι επειδή είναι υποχρεωμένος από την εκλογική διαδικασία, αλλά επειδή θέλει να τοποθετήσει άλλον Επίτροπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό θα σημάνει ότι θεωρεί τη θέση του Επιτρόπου σημαντικότερη από αυτήν του Προέδρου (του «ανώτατου άρχοντα» του πολιτεύματος, για να μη ξεχνιόμαστε). Κι αν μολαταύτα δεν προτείνει τον Επίτροπο Αβραμόπουλο αλλά κάποιον άλλον υποψήφιο από την Δεξιά, αγνοώντας και παραγνωρίζοντας υπερκομματικές προσωπικότητες ή προσωπικότητες της Αριστεράς, θα κριθεί ανάλογα, και τώρα και σε βάθος χρόνου.