• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μπορεί η αναγκαστική προσγείωση να αποφέρει συναίνεση – στη λογική;
            
    Τα γεγονότα του Σαββατοκύριακου απέδειξαν – από πλευράς αξιώσεων αλλά και ύφους των εταίρων / δανειστών μας- πόσο μεγάλη ζημία προκάλεσε στη χώρα το δημοψήφισμα, από τον τρόπο που προκηρύχτηκε (και τις αναμενόμενες αντιδράσεις των ξένων) μέχρι το παράλογο του ερωτήματος που δίχασε τον κόσμο άνευ λόγου. Η θεαματική στροφή του πρωθυπουργού δεν αίρει τις ευθύνες του για τη βλάβη (που άλλωστε τις παραδέχτηκε), όπως δεν τις αίρει ούτε για την ανοχή στην πεντάμηνη παραληρηματική παρουσία Βαρουφάκη και στα τραύματα που κατάφερε στην Ελλάδα.
 
    Η στροφή του κ. Τσίπρα αίρει όμως κάτι σημαντικό: τη σκιά της υπόνοιας ότι μπορεί και εκείνος, σαν Λαφαζάνης μεταμφιεσμένος σε αμνό, να προωθούσε την ιδέα της εξόδου από το ευρώ -ή και την Ε.Ε.- και να διακονούσε νεοσταλινικούς στόχους. Ο πρωθυπουργός καθάρισε την εικόνα, επιβεβαίωσε ότι εννοούσε πως πρώτιστη εντολή του ήταν η παραμονή στο ευρώ και επέλεξε την αναγκαστική προσγείωση στην πραγματικότητα. Μια προσγείωση με  το βαρύ κόστος που προμήνυε η αδράνεια της προηγούμενης κυβέρνησης από τις Ευρωεκλογές και μετά, αλλά πολύ περισσότερο το πεντάμηνο των συριζαϊκών έργων: με επαχθή μέτρα και με κάποιες ρυθμίσεις προσβλητικές (δυστυχώς όχι εντελώς αδικαιολόγητα) για τη χώρα.
 
    Η εξέλιξη δεν αποκαθαίρει μόνο τον πρωθυπουργό από την υποψία ότι επιδίωκε άλλα από τα λεγόμενά του. Φέρνει και τον ΣΥΡΙΖΑ από την ανώδυνη λαϊκιστική παροχολογία ενώπιον της σκληρής πραγματικότητας της άσκησης εξουσίας σε μια παραπαίουσα χώρα.  Μετά το ΠΑΣΟΚ το 2010 και τη Ν.Δ. το 2012 που, από κενότητες τύπου «οι αντεξουσιαστές στην εξουσία» και «Ζάππεια 1,2,ν» αντίστοιχα, βρέθηκαν μέχρι τον λαιμό στη μνημονιακή ασφυξία, καλείται και η παράταξη του κ.Τσίπρα να προσαρμοστεί στον ρεαλισμό της διακυβέρνησης. Και οδηγείται σ’ αυτό με εσωτερικούς τραυματισμούς ή και ακρωτηριασμούς, αλλά και με μία διακομματική κοινοβουλευτική συναίνεση χωρίς προηγούμενο.
 
    Από την τελευταία άποψη, αυτή η οδυνηρή ενηλικίωση ενδέχεται όχι απλώς να μεταβάλει τον ΣΥΡΙΖΑ (ή, τέλος πάντων, το μείζον τμήμα του) από συνονθύλευμα παραγωγής παραδοξολογιών σε σοβαρή κυβερνητική παράταξη, αλλά και να οδηγήσει επιτέλους, μετά από πέντε χρόνια κρίσης, σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η ανεδαφική κακοφωνία και η λάσπη κατά των αντιπάλων θα δώσουν τη θέση τους σε διάλογο  που δεν θα εξελίσσεται ερήμην της πραγματικότητας.
 
    Γιατί πλείστα όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό ελάχιστη είχαν σχέση με την πραγματικότητα – ή καν με τη λογική. Η λαϊκή ετυμηγορία μας, για παράδειγμα, ουδόλως δεσμεύει εκείνη των …άλλων, ιδίως όταν αφορά την τσέπη τους. «Όχι» στη λιτότητα δεν νοείται χωρίς κεφάλαια και επειδή, όπως μας έμαθε ο Μαρξ το κεφάλαιο είναι προϊόν επενδυμένης εργασίας, πρέπει ή κάποιος τρίτος να επενδύσει εδώ το σχηματισμένο κεφάλαιό του (όχι, φυσικά, από αβρότητα) ή εμείς να δουλέψουμε με στυγνή λιτότητα για να το δημιουργήσουμε. Δημοκρατική αριστερή δικαιοσύνη δεν σημαίνει προνομιακή προάσπιση του δημόσιου τομέα, ακόμη και όπου υπερχειλίζει από περιττούς, επί ζημία των εργαζομένων στον ιδιωτικό. Στις δε σχέσεις δανειστών-οφειλετών οι «εκβιασμοί» των τελευταίων αποδίδουν μόνο υπό προϋποθέσεις – και σπανίως όποτε ζητούν συνεχώς νέα δάνεια.
 
    Η πλειοψηφία της περασμένης Παρασκευής στη Βουλή και η επώδυνη στροφή του κ. Τσίπρα μπορούν, ίσως, να οικοδομήσουν σταδιακά ένα περιβάλλον όπου θα γίνεται σοβαρή συζήτηση για τα παραπάνω και οι κράζοντες τα ανέφικτα θα διεκδικούν πειστικότητα ίση με του Λαφαζάνη όταν ανήγγελλε -δια του ιστοτόπου του- τις ρωσικές προκαταβολές.
 
    Δεν διατηρεί, βέβαια, κανείς πολλές ελπίδες. Στην Ελλάδα ζούμε. Αλλά αν συμβεί, θα είναι καλό. Παρότι πολύ ακριβοπληρωμένο.
 
Υ.Γ. Η φωτογραφία από μία εκ των δυσχερέστερων προσπαθειών αναζήτησης συναίνεσης που έχουν καταγραφεί στα χρονικά.