• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο βραβευμένος Λάνθιμος και τα συντηρητικά αντανακλαστικά.
Νίκος Σταματίνης | 01.06.2017 | 14:56
Κάτω από το κάτι σαν κριτική του Δημήτρη Δανίκα για το Πρώτο Θέμα υπήρξαν πολλά, πάρα πολλά σχόλια για το πόσο αρρωστημένος είναι ο Λάνθιμος, πόσο ανώμαλος, πόσο περίεργος, πόσο «ταινίες για ψευτοκουλτουριάρηδες» κάνει. Λίγες μέρες μετά ο Λάνθιμος μαζί με τον Φιλίππου κέρδισαν το βραβείο σεναρίου για τον Θάνατο του Ιερού Ελαφιού. Μπορούμε πια να μιλάμε με βεβαιότητα για έναν διεθνούς φήμης σκηνοθέτη.
 
O Λάνθιμος και το Greek Weird Wave έκαναν γκελ, όχι τόσο με την κυκλοφορία του Κυνόδοντα το 2009, αλλά πολύ περισσότερο με την ανακοίνωση της υποψηφιότητας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας το 2011. Τότε οι αίθουσες γέμισαν με ανθρώπους που θεώρησαν υποχρέωσή τους να δουν μια ελληνική ταινία που είναι υποψήφια για Όσκαρ, όπως θεώρησαν υποχρέωσή τους να αγοράσουν εισιτήριο για να πάνε να δουν αγώνα χάντμπολ μεταξύ Τυνησίας και Ελβετίας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Ο Κυνόδοντας, όμως, δεν ήταν ακριβώς η ταινία που θα μπορούσε να ακολουθήσει την πορεία των «επιτυχιών μας», να συνδεθεί δηλαδή με τις επιτυχίες του Εuro, του Eurobasket και της Εurovision σε ένα πλαίσιο εθνικής περηφάνιας.
 
Στην περίπτωση του Λάνθιμου το πρόβλημα δεν ήταν η ασυνήθιστη οπτική και τα μακρόσυρτα πλάνα, όπως υπήρξε στην περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ο Κυνόδοντας δεν ήταν ούτε δύσκολος, ούτε απαιτητικός. Ήταν περισσότερο ενοχλητικός. Το ίδιο το σεναριακό concept του παραλόγου, που βρίσκεται στο κέντρο της όλης ύπαρξης του Κυνόδοντα, κάλυψε τις άλλες σκηνοθετικές «ιδιοτροπίες» της ταινίας. Αν ο Αγγελόπουλος ήρθε ως κάτι διαφορετικό προς το γρήγορο μοντάζ και την ανάγκη εξαγωγής στέρεων καθολικών κοινωνικών μηνυμάτων των καλών χολιγουντιανων ταινιών, ο Λάνθιμος ήρθε ως κάτι διαφορετικό στον τρόπο που προσλαμβάνεται η αγία ελληνική οικογένεια. Βρέθηκε στο επίκεντρο της ελληνικής οικογένειας (μέχρι και από το Πρώτο Θέμα μοιράστηκε κάποτε η ταινία) με την κατεξοχήν ταινία που χτυπούσε διάφορες βεβαιότητές της, αισθητικές και ιδεολογικές. Καταπιάστηκε με έναν χώρο με τον οποίο ο θεατής ήταν εξοικειωμένος. Δεκάδες οικογενειακές κωμωδίες που παίζονται ανελλιπώς στην ελληνική τηλεόραση προβάλλουν ως μοναδικό χώρο τους 4 τοίχους ενός σπιτιού.
 
Το γνώριμο φόντο ενός πλούσιου σπιτιού στο οποίο διαμένει μια πενταμελής πατριαρχικά δομημένη οικογένεια έκανε το σοκ της ασυνήθιστης κυρίως αφήγησης ακόμα μεγαλύτερο. Το σκηνικό ήταν γνώριμο, η παράσταση καθόλου. Η καταπιεστική φύση της ελληνικής οικογένειας συνήθως γίνεται αφορμή για αστείες καταστάσεις σε κωμωδίες χαρακτήρων που έχουν πάντα ένα κοινό χαρακτηριστικό: επιδιώκουν να κάνουν τον τηλεθεατή να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα τους, να βιώσει ξανά την πραγματικότητά του ως ευτράπελο, του πουλάνε την πραγματικότητά του ελαφρώς παραλλαγμένη. Ο Λάνθιμος διαρρηγνύει αυτή τη σχέση αμοιβαίας κατανόησης. Ο θεατής αδυνατεί κατά το συνηθισμένο μοτίβο να βρει τον εαυτό του στην πραγματικότητα του Κυνόδοντα και αυτό τον ενοχλεί.  Η αλληγορική διάσταση της δουλειάς του Λάνθιμου διαλύεται κάτω από το βάρος της πραγματικότητας και γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζεται ως «ψυχανώμαλος» και «αρρωστημένος». Η δουλεία του αντιμετωπίζεται ως καρικατούρα της ψυχοσύνθεσής του. Η απουσία ενός καθολικού μηνύματος που θα έκανε λυτρωτική την όλη παρακολούθηση της ταινίας επιτείνει την ενοχλητική διάσταση του έργου. Αφού δεν υπάρχει σαφές μήνυμα εναντίωσης εκ μέρους του αφηγητή-σκηνοθέτη προς ό,τι ο ίδιος έφτιαξε, η ταινία απέκτησε αέρα προπαγάνδας ή περίεργων επιλογών μιας διαταραγμένης προσωπικότητας. Τα πλάνα του αποτέλεσαν μορφές φαντασίωσης. Ούτως ή άλλως οτιδήποτε δεν έχει ένα σαφές μήνυμα που θα νοηματοδοτεί κάπως την παρακολούθηση μιας ταινίας, δεν μπορεί να έχει κύρος. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, σοβαρή ταινία είναι αυτή που έχει μηνύματα.
 
Πάνω σε αυτή την ήδη υπάρχουσα οργή προς την ύπαρξη του Λάνθιμου, έρχονται και οι συνεχείς βραβεύσεις και επιτυχίες του. Αυτό που αντιπροσωπεύει ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να είναι περιθωριακό, να απευθύνεται σε λίγους, να πουλιέται στα κρυφά στην Ομόνοια. Και όμως! Η δουλειά του αποκτά κύρος, λαμβάνει διεθνή αναγνώριση, γίνεται το ακριβώς αντίθετο από αυτό που νοείται ως περιθωριακό. Γίνεται η εικόνα του ελληνικού κινηματογράφου προς τα έξω. Τα συντηρητικά αντανακλαστικά ενισχύονται. «Σε τι κόσμο θα φέρουμε τα παιδιά μας,   Νίκο Τσιαμτσίκα; Στον κόσμο που όχι μόνο υπάρχει, αλλά βραβεύεται ο ανώμαλος ο Λάνθιμος;».
 
Για να είμαι ειλικρινής καμία από τις 3 ταινίες του Λάνθιμου που έχω παρακολουθήσει δεν με εντυπωσίασε.  Ο Κυνόδοντας ήταν μια καλογυρισμένη ταινία στην οποία βρήκα πολλά ελαττώματα, οι Άλπεις με άφησαν σχεδόν αδιάφορο, ενώ ο Αστακός -η αναμφίβολα καλύτερη εκ των τριών- μου άφησε μια περίεργη επίγευση ως μια υψηλού επιπέδου δουλειά σε κάθε επίπεδο από την οποία, όμως, έλειπε κάτι το οποίο δεν έχω καταλάβει ακριβώς τι ήταν. Ωστόσο, δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ σε κάποιον που (έστω και ακούσια) ξέφυγε από το προφυλαγμένο περιβάλλον των κουλτουριάρηδων και έδειξε τη δουλειά του παντού. Ακόμα και στους εξαγριωμένους σχολιαστές του Πρώτου Θέματος.