• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πηγή: Τhe Red List
Κρίνοντας τον (αντιπαθή) κριτικό.
Νίκος Σταματίνης | 09.10.2016 | 15:46
 - Πώς τον βλέπεις τον Κριτικόπουλο, Μαρία*;
- Μα τι αμόρφωτος τύπος είναι αυτός. Έβαλε μόλις 3 ½ αστέρια στις Αρμονίες του Βερκμάιστερ.
 
- Εσύ πώς τον βλέπεις τον Κακιασμενίδη, ρε Κώστα;

- Άσε με μωρέ με τον κάθε φλόμπα. Πήγαμε να δούμε τον Ταρκόφκσι του Ρουμλιέφ και μας πήρε ο ύπνος.
 
- Ενώ εσύ, Τζέρι, διαβάζεις τον Σουπασίδη;

- Καλά ο τύπος αλλού. Πήγε και έβαλε 1 αστέρι στους Expendables. Ο κομπλεξικός. Γέμισαν οι κινηματογράφοι φουλάρια και Μαέβιους Παχατουρίδη.
 
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, λίγα είναι τα επαγγέλματα που σωρεύουν τόσο μεγάλες ποσότητες οργής σαν και αυτές που μαζεύει επάνω του ο κριτικός (και κυρίως αυτός του κινηματογράφου). Για την ακρίβεια, σπάνια θυμάμαι τον εαυτό μου να εκστομίζει το όνομα ενός κριτικού και να μην υπάρχει μια έκφραση ξινίλας –του τύπου έχω καούρα στο στομάχι, ανοίγω γάλα χωρίς να το δω και τελικά είναι χαλασμένο- στο πρόσωπο του συνομιλητή μου. Και για να πούμε την αλήθεια, αυτό δεν είναι ακριβώς παράλογο. Τουλάχιστον από την πλευρά του δημιουργού ενός έργου.

Η ίδια η υπόσταση του κρίνοντος είναι τελείως αντιπαθητική, αν δεν συνδέεται με την ιδιότητα του δημιουργού. «Ποιος είσαι εσύ που θα κρίνεις το έργο μου, το είναι μου, αυτό που με βασάνιζε τόσα χρόνια για να το φτιάξω;». Το δικαίωμα στην κριτική είναι κατά έναν τρόπο μια μορφή εξουσίας. Ο κριτικός πρέπει να πατήσει σε ένα βάθρο, να ανέβει πάνω από τον δημιουργό και το έργο του, ώστε να το κρίνει. Και αυτό συμβαίνει, όποια και αν είναι η πρόθεση του ίδιου του κριτικού. Θα μείνει στο βάθρο, όσο και αν προσπαθήσει να σκύψει κατά την υπόκλισή του σε ένα καλλιτεχνικό προϊόν που τον εκστασίασε. Η αντιπάθεια, λοιπόν, του δημιουργού προς το κρίνον πρόσωπο είναι φυσιολογική, ακόμα και αν είναι εν πολλοίς άδικη.

Ωστόσο, κατά παράδοξο τρόπο η μεγάλη ποσότητα οργής δεν έρχεται από τους κρινόμενους καλλιτέχνες αλλά από τους υπόλοιπους «συγκρίνοντες» αναγνώστες μιας κριτικής. Αλλιώς, το πολύ κράξιμο θα το φάει ο κριτικός από το κοινό του στην πολύ απλή βάση του γεγονότος ότι έκραξε την ταινία που μας άρεσε ή δεν έκραξε την ταινία που κράξαμε.

Δημιουργείται, λοιπόν, μια προσωπική σχέση μεταξύ του κριτικού και κάθε μονάδας του κοινού του και τότε βγαίνουν οι μεζούρες. Αν με τον  τάδε συμφωνώ κατά 80% στις κριτικές μου, εντάξει, καλός είναι. Αν όμως με τον άλλονα συμφωνώ κατά 10%, τότε θα γίνει χαμός. Και το χειρότερο: τι γίνεται όταν ένας κριτικός που θεωρούσα καλό -με την έννοια ότι συνήθως συμφωνούσα με τις αξιολογήσεις του- θάβει μια ταινία που λάτρεψα; Εκεί το πράγμα ξεφεύγει. Ρούχα μαζί που πλύθηκαν και έχουνε γίνει ροζ. Τσίπρα, μας πρόδωσες. Γουρουνοκεφαλές στον Φίγκο που πήγε στη Ρεάλ. Για τα λεφτά τα κάνεις όλα, για τα λεφτά δεν μ’ αγαπάς.

 Και, αλήθεια, πόσο πιθανό είναι να βρείτε κάποιον να συμφωνεί σε όλες τις ταινίες που σας αρέσουν; Και να τον βρείτε, δηλαδή, το πολύ-πολύ να κάνετε έναν ευτυχισμένο αλλά βαρετό γάμο και όχι να στήσετε μια υγιή σχέση μεταξύ αναγνώστη και κριτικού.

Η κριτική ενός κριτικού με βάση το πόσο συμφωνούμε με τις αξιολογήσεις του (συνεχίζω να το διακρίνω από τις κριτικές) είναι σχεδόν καταδικασμένη να αποτύχει. Δεν λέω βέβαια ότι είναι ασήμαντος παράγοντας αλλά θεωρώ ακόμα πιο σημαντικό χαρακτηριστικό για την κριτική στον κριτικό τη συγκρότησή του. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, καλός κριτικός είναι εκείνος που 9 στις 10 φορές θα μπορείς να φανταστείς τι έχει να πει για κάτι. Αυτό σημαίνει ότι τον έχεις αποκωδικοποιήσει, έχεις καταλάβει τα αισθητικά του κριτήρια και μπορείς πλέον με βάση τη δική του κριτική να τοποθετηθείς απέναντι σε αυτό που πρόκειται να δεις. Δεν μιλάμε φυσικά για τον ρόλο που έχουν οι κριτικές στη διαμόρφωση της άποψης που φτιάχνεις για αυτό που είδες. Ούτως ή άλλως καμία γνώμη δεν κατεβαίνει ουρανοκατέβατη.

Και, όσο αυτονόητο και αν ακούγεται, οφείλουμε να σκεφτούμε ποιος είναι πραγματικά ο ρόλος του κριτικού πριν τον κρίνουμε. Προσωπικά έχω γράψει μπόλικες «κριτικές» για ταινίες, βιβλία και σειρές είτε στο ΣΚΡΑ-punk είτε στον λογαριασμό μου στο fb αλλά ποτέ δεν θα αυτοχαρακτηριστώ κριτικός. Οι κριτικές αυτές είναι σποραδικές και αφορούν αποκλειστικά τη δική μου άποψη και όχι μια πρόταση για το πού πρέπει να δώσουν τα λεφτά τους οι αναγνώστες μου. Σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο δύσκολη είναι η δουλειά ενός κριτικού. Πρέπει πρώτα να αποκτήσει μια εικόνα για το ίδιο του το κοινό, τι του αρέσει, πώς του αρέσει και γιατί του αρέσει. Στη συνέχεια να γράψει μια κριτική απευθυνόμενος σε αυτό το φαντασιακό κοινό αλλά προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσει και το δικό του προσωπικό ύφος. Να εναρμονίσει κάπως τα δικά του γούστα με αυτά εκείνων που τον διαβάζουν. Και αυτό είναι εν πολλοίς ακατόρθωτο.

Οφείλουμε, λοιπόν, κάποια στιγμή να ξεπεράσουμε την ανάγνωση μόνο των αστεριών, αν θέλουμε μια σωστή κριτική. Δεν μπορούμε φυσικά να αγνοούμε ότι στην εποχή της συνεχούς παραγωγής και της πρόσβασης σχεδόν στα πάντα, ο ρόλος του κριτικού είναι ακόμα πιο απαραίτητος, ως ένα φίλτρο που θα ξεδιαλέξει τα πράγματα με τα οποία θα ασχοληθούμε ανάμεσα στα κυριολεκτικά άπειρα, τα οποία -καταθλιπτικό αλλά αληθές!- δεν θα γνωρίσουμε ποτέ.

Άλλωστε, όπως είχα διαβάσει κάπου σε ένα άρθρο για τη λογοτεχνία στον καιρό του ίντερνετ, στην εποχή μας περισσότερο μας ορίζουν όσα βιβλία δεν διαβάζουμε παρά εκείνα που εντέλει φτάνουν στα χέρια μας.
 
* Συγγνώμη για το σεφερλίδικο της επιλογής των ονομάτων.