• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η απώλεια της μοιρασμένης ζωής
Θάνος Κάππας | 11.10.2016 | 12:39
Κοιτώ το μπρελόκ των κλειδιών μου (που κάποτε ήταν δικό της)· περιέχει μόνο δύο κλειδιά: ένα της εξώπορτας του σπιτιού και ένα της πίσω καγκελόπορτας του κοιμητηρίου. Αυτή είναι η ζωή μου, λέω. Παρατηρώ κάποιες παράδοξες συνέχειες: κάποτε της έβαζα λάδι στην πλάτη, γιατί η επιδερμίδα της ξεραινόταν εύκολα· τώρα, αλείφω με λάδι το δρύινο σήμα του μνήματός της, που σκάει.
 
*
 
Δεν πιστεύω ότι θα την ξαναδώ ποτέ. Δεν θα την ξαναδώ, δεν θα την ξανακούσω, δεν θα την αγγίξω, δεν θα την αγκαλιάσω, δεν θα προσέξω αυτά που μου λέει και δεν θα γελάσω με αυτά που μου λέει· δεν θα στήσω ποτέ ξανά αυτί για να ακούσω τα βήματά της, δεν θα χαμογελάσω στο άκουσμα της εξώπορτας που ανοίγει, δεν θα κουρνιάσω στο κορμί της ούτε αυτή στο δικό μου. Δεν πιστεύω επίσης ότι θα ξαναβρεθούμε με κάποια άυλη μορφή. Πιστεύω ότι ο νεκρός είναι νεκρός. […] Είναι αλήθεια ότι ένα μέρος του πένθους μου απευθύνεται σε εμένα τον ίδιο – κοίτα τι έχασα, κοίτα πώς μίκρυνε η ζωή μου –, το μεγαλύτερο μέρος όμως, το πολύ μεγαλύτερο, έχει να κάνει από την αρχή με εκείνη: κοίτα τι έχασε τώρα που έχασε τη ζωή της. Τώρα που έχασε το σώμα της, το πνεύμα της, την ακτινοβόλα περιέργειά της για τα πράγματα της ζωής. Μερικές φορές μου φαίνεται σαν ο μεγαλύτερος χαμένος, να είναι η ίδια η ζωή, γιατί δεν αποτελεί πια αντικείμενο της ακτινοβόλας περιέργειάς της.
 
*
 
Εκείνους τους πρώτους μήνες, ήθελα να παρακολουθώ αγώνες στους οποίους δεν είχα σχεδόν καμία συναισθηματική εμπλοκή. Απολάμβανα – αν και αυτό το ρήμα είναι πολύ έντονο για να περιγράψει μια μορφή απαθούς παρακολούθησης – φερειπείν έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ της Μίντλεσμπρο και Σλόβαν Μπρατισλάβας (ιδανικά τη ρεβάνς αφού θα είχα χάσει το πρώτο παιχνίδι) σε κάποια δευτερεύουσας σημασίας ευρωπαϊκή διοργάνωση, το οποίο συνάρπαζε κυρίως όσους έμεναν στο Μίντλεσμπρο και στη Μπρατισλάβα. Ήθελα να παρακολουθώ αγώνες που κανονικά θα με άφηναν αδιάφορο. Γιατί τώρα μπορούσα μόνο να αδιαφορώ· δεν μου είχαν απομείνει συναισθήματα για ξόδεμα.
 
*
 
Η διαχείριση του πένθους είναι κάτι που ακούγεται σαν στέρεα ιδέα με αυτές τις δύο γεμάτες βεβαιότητα λέξεις που την απαρτίζουν. […] Δεν είσαι με κανέναν φυσιολογικό τρόπο άρρωστος. Στην καλύτερη περίπτωση, βρίσκεσαι σε κατάσταση εξουθένωσης, η οποία έρχεται με πολλούς και διάφορους τρόπους και την οποία ορισμένοι δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι υπάρχει στην πραγματικότητα. «Ξεφορτώσου τη θλίψη σου» υπονοούν αυτοί οι αμφισβητίες «και μετά μπορούμε όλοι να συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι ο θάνατος δεν υπάρχει ή τουλάχιστον ότι βρίσκεται κάπου βολικά μακριά». Ο αρχισυντάκτης μιας φίλης δημοσιογράφου τη βρήκε μια μέρα να κλαίει στο γραφείο της. Εκείνη του εξήγησε αυτό που ήταν ήδη γνωστό, ότι δηλαδή ο πατέρας της είχε πεθάνει πριν από έξι εβδομάδες. Και ο αρχισυντάκτης της απάντησε: «Νόμιζα ότι θα το είχες ξεπεράσει πια».
 
Πότε θα έπρεπε να περιμένει κανείς ότι θα «το έχει ξεπεράσει»;
 
*
 
[…] Έτσι, εντελώς αναπάντεχα, ερωτεύτηκα την όπερα. Σε όλη μου τη ζωή, τη θεωρούσα μια από τις λιγότερο κατανοητές μορφές τέχνης. Δεν καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε (όσο κι αν διάβαζα φιλότιμα την περίληψη της πλοκής. [...] Οι όπερες μου φαίνονταν σαν εντελώς απίθανα και κακά δομημένα θεατρικά έργα, όπου οι ήρωες ουρλιάζουν ταυτόχρονα ο ένας μέσα στη μούρη του άλλου.[…] Τώρα που βρισκόμουν βυθισμένος στο σκοτάδι της αίθουσας και στο σκοτάδι της οδύνης, η απιθανότητα αυτής της μορφής τέχνης εξαφανίστηκε  ξαφνικά και μου φαινόταν εντελώς φυσικό να στέκονται οι άνθρωποι επί σκηνής και να τραγουδούν ο ένας στον άλλο, γιατί το τραγούδι ήταν πιο αρχέγονη μορφή επικοινωνίας απ’ ό,τι ο προφορικός λόγος – τόσο υψηλότερη όσο και βαθύτερη. Στον Δον Κάρλο του Βέρντι, ο ήρωας δεν έχει προλάβει να συναντήσει τη γαλλίδα πριγκίπισσά του στο δάσος του Φοντενεμπλό, όταν πέφτει στα γόνατα και τραγουδά: «Με λένε Κάρλο και είμαι ερωτευμένος μαζί σου». Ναι, σκέφτηκα, έτσι είναι το σωστό, έτσι είναι και πρέπει να είναι η ζωή, ας επικεντρωθούμε στα ουσιαστικά ζητήματα. Η όπερα διαθέτει ασφαλώς πλοκή […] ωστόσο η βασική της λειτουργία είναι να φέρει όσο πιο γρήγορα γίνεται τους ήρωες στο σημείο εκείνο που να μπορούν να τραγουδήσουν τα βαθύτερα συναισθήματά τους. Η όπερα πάει κατευθείαν στο ψαχνό – όπως ο θάνατος. […] Μια τέχνη η οποία επιδιώκει με πιο προφανή τρόπο απ’ ό,τι οι άλλες να σου σπαράξει την ψυχή.
*
 
Από τη διάγνωση μέχρι τον θάνατο μεσολάβησαν τριάντα εφτά μέρες. […] Τα περισσότερα βράδια, την ώρα που έφευγα από το νοσοκομείο, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάει με αγανάκτηση τους επιβάτες των λεωφορείων που επέστρεφαν απλώς στο σπίτι τους μετά τη δουλειά. Πώς ήταν δυνατόν να κάθονται εκεί μέσα, βυθισμένοι στην απραξία και την άγνοια, εκθέτοντας το αδιάφορο προφίλ του προσώπου τους τη στιγμή που ο κόσμος επρόκειτο να αλλάξει;
 
Ήμασταν μαζί τριάντα χρόνια. Ήμουν τριάντα δύο ετών όταν γνωριστήκαμε, εξήντα δύο όταν εκείνη πέθανε. Η καρδιά της ζωής μου· η ζωή της καρδιάς μου.
 
***
 
 
O Τζούλιαν Μπαρνς πενθεί τη γυναίκα του Πατ Κάβανα, στο τρίτο μέρος του βιβλίου του Levels of Life, του 2013 (Τα τρία επίπεδα της ζωής, Μεταίχμιο). Καθώς αντέγραφα τα αποσπάσματα κατάλαβα ότι δεν υπάρχει κάτι να σχολιάσει κανείς, όλα είναι φανερά και ευδιάκριτα. Συμβαίνει σπάνια αλλά συμβαίνει ακόμα στον σύνθετο κόσμο μας: δυο άνθρωποι συναντιούνται και μένουν μαζί ως τον θάνατο. Όχι με τον τρόπο που ξέρουμε, όχι με συμβιβασμούς και πικρίες, αλλά με εκείνη την όρεξη για ζωή που πολλαπλασιάζεται από τη συντροφικότητα. Είναι ένα συγκινητικό, προσωπικό κείμενο για την απώλεια και το πένθος αλλά κι ένα κείμενο που άθελά του κρίνει με τον τρόπο του τις ζωές όλων μας· γεμάτο λεπτές παρατηρήσεις για την κοινωνική πρόσληψη του θανάτου αλλά και τους μηχανισμούς αντιμετώπισης της οδύνης· κυρίως όμως αποτελεί μια απλή, βαθιά, ειλικρινή έκφραση αγάπης για το πρόσωπό της, που γίνεται ιδιαίτερα δραστική και λογοτεχνικά γιατί δεν καταθέτει τίποτα πέρα από την αλήθεια της.
 
ΥΓ. Έκοψα και έραψα τα αποσπάσματα του κειμένου εντελώς αυθαίρετα. Η μετάφραση του βιβλίου είναι του Θωμά Σκάσση.