• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Λεωφόρος Θηβών/ Ημέρα τέταρτη
Βέρα I. Φραντζή | 20.03.2017 | 16:53
Kαθώς μελανιάζει ο ουρανός πάνω από τη λεωφόρο και αναβοσβήνουν τα φανάρια του δρόμου, κάποιες τυχερές γυναίκες γυρνούν από τις δουλειές τους με το λεωφορείο που εξυπηρετεί τις γειτονιές στα σύνορα Ρέντη- Πειραιά. Είναι άτσαλα βαμμένες. Το νέφος πολεμά την ακαμψία του μέϊκ-απ. Οι ενέσεις του νοθευμένου οξυγόνου της ατμόσφαιρας ίσα-ίσα φτάνουν για τα πνευμόνια μας. Ό,τι περισσεύει είναι βρόμικο και κάθεται όπου υπάρχει ζωή. Στα μάγουλα των γυναικών και τα βλέφαρά τους, στα φύλλα από τις νεραντζιές, στις σχολικές τσάντες, στα καρμπυρατέρ.
 
Μπαίνω στο σούπερ μάρκετ της αγοράς. Οι ταμίες είναι όλες κι όλες τέσσερις και τις έχω μάθει φατσικά. Είναι η ξανθιά με το παχύ μουστάκι και τις γκρίζες ρίζες, η αδύνατη με τα γαμψά κόκκινα νύχια, η μελαχρινή με το κουρασμένο χαμόγελο και η μικρή φοιτήτρια που βρέθηκε τυχαία εκεί. Όλες γαρνιρισμένες με αυτή την μπλε ποδιά της υποτέλειας και το σήμα της αλυσίδας στο σημείο της καρδιάς. Όλες προικισμένες με μία δεξιότητα καταπληκτική: να ανοίγουν τις ερμητικά κλειστές πλαστικές σακούλες με μία κίνηση όταν εγώ προσπαθώ να ανοίξω τα δύο φύλλα αυτής της παγίδας και φτάνω σε σημείο να με πιάνει αναφυλαξία με την επιμονή τους για εγγύτητα.
 
Γύρω μου κυρίως γυναίκες μεσόκοπες, ξεμαλλιασμένες από την αφαγία, με παντόφλες και χρωματιστές κάλτσες, με κλάμερ και άβαφα νύχια, με κούραση, με λουστραρισμένες γλώσσες, με τσιγάρα στα στόματα μέσα στις θερμοκοιτίδες, με λοξούς λαιμούς σαν την Πίζα, με ολόγιομα μυαλά, με παρανυχίδες στις βαλβίδες των καρδιών τους, με ενσωματωμένους βηματοδότες στις τσέπες από κάποιο επίδομα αναπηρίας ξαδέρφου. Αγοράζουν ένα κλωνάρι μπανάνες, φακή και μία κόκα κόλα. Δεν ξέρουν από «Ευχαριστώ» μα γνωρίζουν από τα πιο ευτυχισμένα νεύματα.
 
Συναντήσεις στο ταμείο. Από εκεί περνάνε όλοι. Από εκεί και από την Κόλαση.
 
-Γειά σας κυρ- Τασούλα.
-Γειά σου, Μαρία. Τι κάνεις;
-Άστα. Η μάνα μου είναι χειρότερα.
-Αχ, κορίτσι μου. Κουράγιο.
-Πού να το βρω, κυρ-Τασούλα;
 
Κάτω τα μάτια. Κανείς, όμως, δεν βρίσκει στις γωνίες κουράγιο. Ούτε στις αποδείξεις. Ούτε καν στις άδειας τσέπες. Ούτε με αυτό δεν βρίσκουν να γεμίσουν, με κάτι. Και ρωτούν τις άλλες, τις λίγο πιο μεγάλες μήπως ξέρουν που το βρίσκουν το κουράγιο. Πόσο κοστίζει έστω μεταχειρισμένο, έστω σε ενέσιμη μορφή και ας φοβούνται τόσο τις βελόνες. Και αναλαμβάνουν ακόμη και την ευθύνη από τον πιθανό εθισμό. Ας γίνουν και πρεζάκια. Ας. Φτάνει να βρουν λίγο χαλυβδωμένο κουράγιο.