• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Θα γίνεις καλά, Τζίτζι μου
Βέρα I. Φραντζή | 13.03.2017 | 14:00
Είχε ξυπνήσει από τις πέντε παρά τέταρτο το πρωί. Είχε βαφτεί ως συνήθως, ίσως λίγο πιο ελαφριά. Λίγη πούδρα στο μέτωπο και τη μύτη, λίγο ροδακινί ρουζ στα ζυγωματικά και ένα πέρασμα κόκκινο κραγιόν στα χείλη. Βέβαια, τα ρούχα που επέλεξε ήταν σαφώς πιο άνετα από αυτά που φορούσε στο γραφείο τις καθημερινές. Είχε φορέσει ένα ζιβάγκο σε χρώμα γκρι και ένα παντελόνι μαύρο. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη. Είχε τέσσερις στατικές ρυτίδες στο μέτωπο. Σαν σχοινιά μπουγάδας βάραιναν προς το ρύγχος της μύτης της κάθε φορά που αναζητούσε κάτι μέσα στη τσάντα της, σε έναν φάκελο, σε ένα συρτάρι. Αυτές οι περιπέτειες με τα χαμένα αντικείμενα τις είχαν κοστίσει αυτά τα βαθουλώματα στο δέρμα της και πολύ χαμένο χρόνο. Ήταν αφηρημένη σε σημείο επαγγελματικό. Ήταν αξιαγάπητη μέσα στο χαώδες σκηνικό της πραγματικότητας και η τελευταία ρομαντική ψηφίδα μέσα στους εκβιασμούς της πραγματικότητας. Αυτό ήταν και η ευτυχία για εκείνη, όπως την όρισε μεγαλώνοντας.
 
Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μέσα από τη μεγάλη φρουτιέρα της κουζίνας, έσβησε τα φώτα του σαλονιού και έκλεισε προσεκτικά την εξώπορτα του διαμερίσματος. Η μυρωδιά σπιτικού φαγητού στο διάδρομο της πολυκατοικίας την λίγωσε και έσφιξε τα ρουθούνια της.
 
Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν έξι και μισή. Η Βιβή η γειτόνισσα, δασκάλα στο επάγγελμα, μαγείρευε πάντα πολύ νωρίς και έφευγε για τη δουλειά της κατά τις εφτά. Άκουγε κάθε πρωί τα κλειδιά της να παίζουν τις μεταλλικές νότες τους σαν ονειροπαγίδα που την φυσάει αιγαιοπελαγίτικο αεράκι. Εκείνη έπινε το καφέ της στο σαλόνι και διάβαζε ήσυχα τη χθεσινή εφημερίδα και γελούσε μερικές φορές με την αναπάντεχη τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας και οι συντάκτες ούτε το φαντάζονταν.
 
Βγήκε στο δρόμο. Τα περιστέρια κοιμόντουσαν στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας αφράτα και χοντρά μέσα στα πούπουλά τους. Έκανε λίγο ψύχρα και έβαλε την τσάντα της μπροστά στο στήθος της για να προστατέψει το στέρνο της από τον κρύο αέρα που έμπαινε επιθετικά μέσα από τις τρυπίτσες του πλεκτού και αναρριγούσε το δέρμα του στήθους της.
 
Μπήκε στο αυτοκίνητό της και έσπρωξε τη τσάντα της κάτω από το κάθισμα του συνοδηγού. Ήταν πολύ προσεκτική με αυτά. Δεν άφηνε εκτεθειμένα τα πράγματά της ποτέ ακόμη και αν ίσως φαινόταν καχύποπτη στους άλλους.
 
‘Έφτασε στο νοσοκομείο έγκαιρα χωρίς να βρει κίνηση στο δρόμο. Στην είσοδο του κτιρίου υπήρχαν δύο τεράστιοι κάκτοι σε μεγάλα πήλινα δοχεία. Οι κάκτοι τής έμοιαζαν σύμβολα της αθανασίας. Ήταν βέβηλα λιτοί και ψυχοπονιάρηδες. Ελάχιστο νερό, ελάχιστο φως και πάντα εκεί με την τσουχτερή ασχήμια τους και τα παχουλά τους φύλλα, ζουμεροί και απρόσιτοι. Δεν σε πρόδιδαν ποτέ όπως άλλα φυτά. Είχε και εκείνη στο λογιστικό της γραφείο τρία γλαστράκια με κάκτους. Όση και δουλειά να είχε, με ένα καλημέρα αυτοί ανταπέδιδαν την παρέα της.
 
-Καλημέρα σας. Έχω ραντεβού για ένα χειρουργείο με τον κύριο Σταμέλο.
-Καλημέρα σας. Καθίστε λίγο στο σαλόνι και θα σας φωνάξουμε να σας ετοιμάσουν.
 
Έπιασε ένα περιοδικό στα χέρια της. Το κορίτσι του εξωφύλλου είχε ποζάρει με μία εξαίσια μαντήλα να κρύβει το μισό της θεάρεστο πρόσωπο. Αυτό το εικοσάχρονο πλάσμα της προκάλεσε ζήλεια και ενδιαφέρον. Οι φωτογραφίες της είχαν χρώμα και ερωτική διάθεση. Η υγεία ξεχείλιζε από τα χείλη της, από τα μάτια της από αυτά που υπονοούσε όλη της η ηδονική όψη. Ανήκει και πρωτοστατεί στη νέα φουρνιά μοντέλων που αποκτούν φήμη, δόξα και αμέτρητα χρήματα όχι μόνο στις πασαρέλες αλλά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ποτέ άλλοτε παρά τώρα ένα εικοσάχρονο μοντέλο δεν είχε τέτοια επίδραση στο τι φοράνε οι νέες γυναίκες σε όλον τον κόσμο. Η κόπια της ξεπουλάει και έχει κάνει μόδα χρώματα, υφάσματα, πόζες και σεξ-απιλ. Η στάνη διατηρείται ζεστή και τα θηλαστικά επωάζουν το επόμενο τρεντ με μανιώδη προσήλωση. Και τώρα φωτογραφήθηκε για τη Vogue Arabia με λάγνο βλέμμα, γυμνό ώμο και μακιγιάζ όπως θέλουμε να φανταζόμαστε βαμμένες τις χορεύτριες τσιφτετελιού. Και εκείνη καθόταν με έναν κακοήθη όγκο μέσα στο στήθος της να της τρυπάει το κρέας σε κάθε ανάσα και να ξεχωρίζει το κομμάτι του σαν αλουμινένια κόγχη από τον υπόλοιπο λιπώδη όγκο.  Και ήταν μεγάλη και γριά με τέσσερις ρυτίδες στο μέτωπο και είχε κάποιες οικονομίες στην τράπεζα. Και πόσο θα ήθελε να ήταν απροκάλυπτα πιο όμορφη και φρέσκια σαν γιαούρτι. Μα, όμως, που να πήγε η αξιοπρέπειά της εκείνη τη στιγμή που σύγκρινε το εαυτό της με ένα κορίτσι; Πότε ξεκίνησε αυτή η κακή συνήθεια να ανταγωνίζεται; Ακόμη και όταν ήταν ερωτευμένη ποτέ δεν σύγκρινε τον εαυτό της με καμία γυναίκα. Είχε μάθει να μιλάει για την ιερότητα της ατομικότητας, να κάνει διαλέξεις στον εαυτό της για το πόσο μοναδική και ισάξια είναι ανάμεσα στα υπόλοιπα ζωντανά είδη. Και τώρα να έχει καταπιαστεί με αυτές τις κολλώδεις, ζαχαρώδεις σκέψεις. Τι ξεπεσμός! Η όψη της είχε μαραζώσει. Το χείλος της είχε αφυδατωθεί και το κραγιόν σχημάτισε μικρά ξεραμένα ποταμάκια. Λίγος ροζ ιδρώτας έσταξε στον λοβό του αυτιού της.
 
 
-Κυρία Μεϊντάνου, καλημέρα! Περάστε από εδώ.
Έκλεισε το περιοδικό.
 
«Θα γίνει καλά, Τζίτζι μου!», ευχήθηκε από μέσα της. Και εσύ και εγώ.