• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
εξορμήσεις ημερολογίου #4
Βέρα I. Φραντζή | 07.12.2016 | 14:21
Αυτή η πόλη, η Αθήνα, δεν ήταν και δεν θα είναι ποτέ μια απλή πόλη. Δεν μπορείς να πεις μονοδιάστατα ότι είναι άσχημη επειδή οι δρόμοι στη Μητροπόλεως μοιάζουν με χωματόδρομους εργοτάξιου, ούτε μπορείς να πεις πως είναι πανέμορφη, εκτός αν περπατάς σαν παγόνι κοιτώντας μόνο την κορφή της Ακρόπολης και τον ήλιο τον βιγλάτορα. Δεν μπορείς να πεις πως είναι μια μονοθεματική πόλη, αφού οι ζητιάνοι μπερδεύονται με τους χίπστερς και τα μεσήλικα ζευγάρια που έρχονται να φάνε χωριάτικη και να συναντήσουν τον ελληνικό πολιτισμό της τουριστικής αγοράς μας μπλέκουν σε ασυγχρόνιστα συρτάκια με τα μπινελίκια των ελλήνων οδηγών και τα ακριβά αρώματα των Kολωνακιωτών. Ούτε μπορείς να την σημειώσεις ως πολυθεματική πρωτεύουσα, αφού σκοντάφτεις μόνιμα σε μια λακκούβα και σε επαναφέρει στην πραγματικότητα το αιθέριο έλαιον του τζατζικιού, που όλο και από κάπου θα ελευθερώνεται πληθωρικό και αποστρατευμένο από το μαγειρειό ενός σουβλατζίδικου. Και κάθε μέρα ανακαλύπτεις κάτι καινούριο και δεν ξέρω πότε άλλαξε και πότε ήταν εκεί και πώς αυτός ο μικρόκοσμος που συναντώ κάθε μέρα εξελίσσεται μέσα στην ακαμψία του μπετόν. Και ένας μικρός θησαυρός είναι το πάρκο του Ευαγγελισμού…
 
Βγαίνεις από το μετρό και περπατάς τη μικρή ανηφόρα. Οι πωλητές του περιοδικού «Σχεδία» πάντα στην είσοδο διαλαλούν το προϊόν τους. Εκατέρωθέν τους οι φοιτήτριες που ζητούν οικονομική ενίσχυση για το ΚΚΕ. Διαπερνάς με ένα σπρώξιμο την αψίδα του θριάμβου σαν αδέσποτος σκύλος που δεν χρειάζεται να αναποδογυρίζεις τα σκέλια σου μέσα σε ένα ξύλινο σπιτάκι στον κήπο αλλά στην απεραντοσύνη της στέρεας γης. Ξεμυτίζεις το κεφάλι σου και βλέπεις το καταπράσινο πάρκο. Ψηλά δέντρα, γρασίδι, παγκάκια με υγρασία να ποτίζει το ξύλο τους και να ξεθυμαίνει πάνω στα σιδερένια πόδια τους όλο το σεντόνι της. Το πρωί οι φοιτητές που παίρνουν τα λεωφορεία από τη στάση ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου μοιάζουν με λεφούσια κολλαγόνου και υδατανθράκων. Mετά ο βιολιστής, ο κιθαρίστας, η κοπέλα με τα χειροποίητα σκουλαρίκια, οι Ιεχωβάδες να ξεροσταλιάζουν με το χαμόγελο της βλακείας στα πρόσωπά τους και τα φυλλάδιά τους με συμβουλευτική ανάλογη της νέας λαϊφστάιλ αηδίας: τους life-coaching και του καθαρίζειν την ατμόσφαιρα «πρανικά».
 
Μιλητά το πάμε έως το τέλος του πάρκου. Σκυλοκαβγάδες των κλειδαμπαρωμένων τετράποδων στα ρετιρέ και κάποιοι τύποι που τεντώνονται σαν γομολάστιχες γύρω από ένα κίτρινο πανό με κάτι ιδεογράμματα κόκκινα. Σελοφάν στον οισοφάγο μου και κάτω το κεφάλι. Ένα ακυρωμένο εισιτήριο κάτω από τα παπούτσια μου, μια πατημένη τσιχλόφουσκα και ένα διαφημιστικό ζαχαροπλαστείου… θα πέρασε εκείνη. Εκείνη που χώρισε δίπλα μου το προηγούμενο βράδυ σε ένα από τα παγκάκια. Θα το είχαν συμφωνήσει από την προηγούμενη μέρα το ραντεβού για να μιλήσουν. Και εκείνος και εκείνη και ο κόσμος να περνά δίπλα τους. Εκείνοι δεν θα ξαναϊδωθούν ποτέ. Εγώ ανοίγω το βλέμμα μου έως το Σύνταγμα. Όλοι οι υπόλοιποι είναι πολύ μικροί ή κάτω από τη γη ταξιδεύουν στις σήραγγες του μετρό προς την Αγία-Μαρίνα, προς τον Άγιο-Αντώνιο, προς το σπίτι της γκόμενας και προς το θερμοκήπιο που φυτεύεις τη καθημερινότητά σου. Και μικραίνω και εγώ και δεν είμαι πια τίποτα, παρά μια χαμένη που περπατάει σε μία πόλη που δεν κατανοεί τους ανθρώπους της με έναν εξαίσιο τρόπο απόλυτης αδιαφορίας σχεδόν πολιτικής ηθικής.
 
Και ζευγάρια πλάθονται με απατηλούς κρίκους διατηρώντας τις σκέψεις στο μυαλό τους. Και εκεί στο άβατο δεν υπάρχει κανένας που μπορεί να μπει, ούτε γιατρός σε χειρουργείο. Είμαι μάταια μόνος μέσα στο κεφάλι σου και χτυπιέσαι ανάμεσα στα εγκεφαλικά σου κύτταρα και τα περιττώματα, πατάς μέσα στο σκοτάδι και λείψανο είσαι όσο μεγαλώνεις και ανδρώνεσαι στην ονείρωξη της αισιοδοξίας που ποτέ δεν έρχεται.
 
Ψιτ, φτάσαμε στο τέλος του δρόμου. Ξύπνα.