• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ό,τι λάμπει, είναι εσύ.
isolated heroes
Βέρα I. Φραντζή | 22.11.2016 | 14:16
Δεν ξέρω τι με έχει πιάσει το τελευταίο διάστημα κι η αυτοαναφορικότητά μου κοροϊδεύει την παρατηρητικότητά μου σε ένα απόλυτο αγώνα λόγων τσαρλατανισμού και μικροπολιτικής. Δεν ξέρω τι έχει λασκάρει εκεί μέσα, εκεί που συμβαίνουν όλες οι σκέψεις και ένα τσουβάλι αισθαντικότητες, και παρακολουθώ εθισμένη τους γύρω μου, λες και υπάρχω μέσα σε ένα κλουβί με λίγα σποράκια, ένα κοτσάνι μαρουλόφυλλο και μια κούνια από σκοινάκι. Τρώω, πίνω νερό από την ποτίστρα μου και με μάτια αλλήθωρα και αδηφάγα καταπίνω σκηνές, παραμιλητά και φυλλάδια από ντελίβερι.
 
Μέσα στο τσούρμο του κόσμου που προπορεύεται σε αντοχές της δικής μου ζωντάνιας, φοιτήτριες τσιτσίριζαν τις γλωσσίτσες τους μέσα στο λεωφορείο με αυτήν την μονοδιάστατη χαρά του απρογραμμάτιστου. ‘Ολες οι ώρες μου ανήκουν… εκείνες που πέρασαν και εκείνες που θα έρθουν. Όλα δουλεύουν ρολόι και οι μέρες γλιστράνε σαν φιλντισένιο κολιέ μέσα στα πλούσια στήθη λεχώνας. Και ξεπετάγεται ο υποκριτής ο κομπάρσος από αυτές τις πολυπρόσωπες παραστάσεις του Ιερώνυμου Μπος να τις κουλαντρίσει τις περιστέρες με τα χαχανητά τους, τα φτεροκοπήματά τους και τα αντιερωτικά ρουθουνίσματα σε κάθε φρενάρισμα του τρόλεϊ. Το χάσμα των γενεών στέκεται ακλόνητο, σαν τείχος και όχι σαν χαράδρα… αυτή η παρομοίωση θα έδινε την αισιόδοξη προοπτική να ταρακουνηθεί το στέρεο έδαφος, να χωθούν όλοι στο μπλέντερ και να συνεννοηθούν. Αλλά όχι. Ένα ακέραιο, συμπαγές, αδιαπέραστο τείχος. Ελαφριά τσιχλόφουσκα και μέσα τα νιάτα να τρώνε το κολλαγόνο από τα μαγουλά τους και να ανατροφοδοτούν την άγουρη σεξουαλικότητα, τις μικρές καταπακτές αναισθησίας, την εισφορά στη ξεγνοιασιά. Από την άλλη λίθινες τσέπες, καβουρντισμένα βλέφαρα, αφιλόξενοι λοβοί αυτιών. Τι ψάχνεις να βρεις.
 
-Καρμίρης. Έχει τη μερσεντές και κυκλοφορεί με το πεζό. Καρμίρικος. Εγώ για την ομορφιά να τα βράσω τα πετρέλαια.
(αγόρασα έτσι ένα μεταξωτό νυχτικό με τα τελευταία είκοσι ευρώ μου μετά από αυτό. ποιος να με κατηγορήσει...)
 
Μαυροφορεμένο, απανθρακωμένο υβρίδιο ζωής περιφέρεται στα βαγόνια του μετρό. Έχει νευρική ανορεξία. Το λέει. Όχι παιδί στο νοσοκομείο, όχι άρρωστο παιδί, όχι παιδί. Εγώ με το πρόβλημα της μεταμοντέρνας κακουχίας, της χρεοκοπίας του κράτους πρόνοιας. Εγώ με το στομάχι μου που έχει γίνει ένα πέτσινο αφυδατωμένο ασκί, εγώ πλανιέμαι πως θα ζήσω, εγώ με τα κόκαλά μου τα αποβουτυρωμένα… αν βάλεις το αυτί σου κοντά θα ακούσεις να πάιζουν γιουκαλίλι. Εγώ που πεθαίνω. Η διπλανή σου.
 
Όμορφες λουστρινένιες μπότες από εκείνες που τα κορίτσια βάζουν στις πορνοταινίες. Όλα λάμπουν κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο, χρυσάφια και ελεημοσύνες. Παραμάσχαλα πήρα ένα αλουμινόχαρτο να διαβάσω, όταν πλαγιάσει το σώμα μου πάνω στη χαρτούρα της γραφειοκρατίας. Πάνω από τη νέα μου ταυτότητα και τα ευρώ μου ψαλιδίζω τα κομμάτια της παγκοσμιοποίησης. Είμαι ένας μιγάς που τρώει σερβιέτες. Δεν απέμειναν πια τίποτα σε ένα σκληρό κόσμο που η βία γίνεται τέχνη. Είμαστε πια στο έλεος των κατώτερων ενστίκτων μας. Καιρός να διαλυθούμε.