• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μικρό Νεολληνικό Λεξικό
Βέρα I. Φραντζή | 18.10.2016 | 15:35
 
Το σπουδαιότερο, το πιο όμοιο που μπορώ να βρω ανάμεσα στους ανθρώπους, στους πωλητές κινητής τηλεφωνίας και στους διαβάτες με τις πλαστικές τσάντες από το σούπερ μάρκετ είναι η ανάγκη για ευτυχία, χαζά αστεία και χνούδια από αυτά που μοιάζουν περισσότερο με το μαλλί της γριάς παρά με τις σκόνες και τα περιττώματα από τρίχες που μαζεύονται μέσα στα βαγόνια του μετρό και παρασέρνονται από τα φυσήματα των άνοιξε-κλείσε των πορτών. Γιούνισεξ επιταγή της μόδας η νοσταλγία. Τις περισσότερες φορές την αντιμετωπίζουμε με την μεγαλύτερη κακεντρέχεια. Τους λέμε χίπστερς και περιθωριακούς ηλίθιους. Τους λέμε δήθεν και ατάιστους από τα νεωτερικά συνθήματα της επιβίωσης. Το ατόπημα αλλά και η ευθύνη κάθε γενιάς είναι  να πιστεύει πως θα επαναπροσδιορίσει, θα αναδιατυπώσει ή και θα ανακαλύψει κάτι νέο. Βάζει τις αξίες σε πασαρέλες, κάθεται σε συστάδες καρεκλών παρακολουθώντας το θέαμα και διαμορφώνει ύστερα από τη θέαση τι χρειάζεται ρεκτιφιέ, τι έχει ανάγκη από επανάσταση και τι θα κρατήσει ως έχει. Ο κύκλος των ιδεών πωλείται και μεταπωλείται με το περιτύλιγμα που θα μοιάζει πιο φανταζί στα μάτια μας. Από τα μαγαζιά με τις νιτσεράδες έως τα παλαιοπωλεία της Ηφαίστου και από τα  καφενεία στην Παλιά Κοκκινιά έως τα τις αφυδατωμένες πλατείες της Αθήνας, οι άνθρωποι αναζητούν το ξεχασμένο που θα τους φέρει τη διάθεση για το νέο. Τους λέμε χίπστερς, τους λέμε εγώ, τους λέμε λυρικούς εναπομείναντες. Ο χιπστερισμός είναι σαν κίνημα μία ολότητα εγωκεντρικών αισθημάτων, μια αυτονοσταλγία για το αβίωτο το οποίο πάντα είναι ιδανικό, ένα δάκρυ πηγμένο στην κόρη του ματιού και ένα πετιμέζι από συνήθειες που δεν υπήρξαν ποτέ στην πραγματικότητα. Η ματαίωση που έχουμε νιώσει ύστερα από την μπλόφα των ποπ χρωμάτων που γέμιζαν τα παιδικά μας δωμάτια είναι ένα βασικό πρόβλημα. Στα σπίτια βάζουμε φωτογραφίες από τα βαφτίσια στα χολ. Μία του παππού, μία της γιαγιάς και μία ενός συγγενή που δεν τον συμπαθούμε, αλλά θα θέλαμε να ήταν εκεί. Ο κόσμος δεν φτιάχτηκε για θεωρητικές επιστήμες. Ο κόσμος είναι ένα λίθινο οικοδόμημα και οι σεισμοί δεν μας ρίχνουν στις αγκαλιές της αόρατης γραμμής που μας ενώνει με το μήνυμα του Διαδικτύου σε ταχύτητα που δεν πιάνει το μάτι, αλλά τώρα τελευταία έχει αρχίσει να φαίνεται πως πιάνει ο εγκέφαλος. Θα δείξει. Χιλιάδες άρθρα ακατάσχετης μπουρδολογίας έρχονται αντιμέτωπα με την αυτολύπηση που νιώθουμε για το ίδιο μας το είδος. Για αυτό τα πετ σοπ είναι η πιο ανερχόμενη επιλογή για έναρξη της δικής μας επιχείρησης. Αναμφίβολα το όπιο του εικοστού πρώτου αιώνα είναι η σκέψη να κάνεις σεξ. Μονάχα το εμπόριο, η νύξη, η παραπομπή μετράει. Οι άνθρωποι δεν εφοδιάζουν τα κορμιά με επαφές και σάρκα, αλλά με αόρατες μαλακές προεξοχές των θέλω τους. Πουλάει το όμορφο κορμί του αγοριού στη διαφήμιση, πουλάει το ανέγγιχτο κομματάκι δέρματος που στραφταλίζει πάνω στις ρώγες της διάσημης πορνοστάρ με τα υπερμεγέθη μάτια και τα ζυγωματικά να αγγίζουν τα ελαφίσια μάτια σε έναν αγωνιώδη μαραθώνιο όξυνσης. Το κορίτσι στην απέναντι πολυκατοικία ξύνει τις πληγές των πληκτρολογιών της. Τόσες αυτοκτονικές σκέψεις μέσα σε δωμάτια, τόσο μοναχικά πλάσματα μέσα σε ένα οικοδομικό τετράγωνο από φτερούγες χηνών, μπουκάλια με λίγη τέφρα απόψεων. Μια βιάση είναι η ζωή μας. Ένα ολόγραμμα είναι ο έρωτας των κορμιών που ξεψυχάνε. Δεν υπάρχουν σημεία συνάντησης, όταν όλα τα ρολόγια είναι κρεμασμένα ανάποδα. Είμαστε ανεκπλήρωτοι μορφασμοί οργασμών. Είμαστε οι προάγγελοι των μεταφορών και των διαζευκτικών  σχημάτων που προμηνύουν το απόλυτο κενό. Όσο διαβάζω για μετέωρα αστέρια που δεν είναι δεμένα από ένα σκοινάκι που ο Μικρός Πρίγκηπας τραβάει προς τον πλανήτη του, θα μένω εδώ, μέσα σε ένα  παραζαλισμένο κείμενο, μέσα σε μια ακατανόητη σελίδα. Οι σελίδες μόνο μπορούν να φέρουν κοντά τους ανθρώπινες στιγμές. Να, έτσι… όταν καπακώνονται! Και τα πράσινα άλογα! Πάντα ακούγονται σαν να έχουν καβαλάρηδες εμάς, που δεν πιάνουμε ποτέ μαστίγια παρά μονάχα για να επιστρέψουμε στο πιο ποθητό πράγμα της εποχής, το μηδέν.