• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
η παράξενη συνήθεια του να ζεις
Βέρα I. Φραντζή | 29.09.2016 | 13:10
Ακούγονται γέλια γυναικεία, από αυτά που οι κοπτήρες ξεπετάγονται και τα μάτια δακρύζουν από την πίεση, κάπου ανάμεσα στο δεύτερο και τον τρίτο από τα δυτικά του κτιρίου. Χαμογελάω και εγώ. Μιμούμαι τη διάθεση και ας κοροϊδεύουν «εμένα».
 
Συμβαίνει αυτό στις πολυκατοικίες. Λένε πράγματα για σένα που μόνο τα αφουγκράζεσαι μα μαθαίνεις να κοντοστέκεσαι στην αφηρημάδα της εμπιστοσύνης. Όχι ακριβώς για σένα, αλλά για τη συνομήλικη κόρη τους ή την κακομαθημένη ανιψιά τους, αλλά δεν επαναπαύεσαι με αυτή τη γνώση και νιώθεις ότι η προσβολή είναι όλη για σένα.
 
Ξανά, χύνονται ξανά οι γελαστές κυρίες στους διαδρόμους. Τα χαχανά τους, δηλαδή. Προσπερνούν τα καπάκια που τρίζουν από το βραστό νερό που επαναστατεί κάτω από τα βάρος του σιδερένιου σφραγίσματος. Ξεπερνούν στο τρέξιμο τις φωνές των παρουσιαστών στα πρωινά δελτία ειδήσεων. Κατακερματίζουν τα σουρσίματα των παραθυρόφυλλων, τα καβαλικεύματα των φερμουάρ των παντελονιών, τις σκούπες που μαζεύουν τις σκόνες στα μπαλκόνια... το παράλληλο σύμπαν του γέλιου τα αφομοιώνει προσπερνώντας τα, όπως ένα παιδί-θαύμα σε μια τάξη με μέτριους μαθητές.
 
Μιμητισμός. Τίποτα δικό μου. Όλα ένα κράμα ετεροπροσδιορισμών. Και πιο πολύ αυτή η τελειότητα που την καρυκεύουμε  με το λίγο μας το πικραμένο και μονοδιάστατο εγώ μας. Εμείς και η τελειότητα των άλλων. Των γονιών μας, των γκόμενών μας, του ίδιου φύλου, του άλλου φύλου, του δασκάλου, του εργοδότη, του περιοδικού λαϊφστάιλ, του γείτονα με το καλό αμάξι, του φρόνιμου παιδιού που εργάζεται στο φούρνο της γειτονιάς. Και προσπαθείς με συρραφές να δέσεις, να μαζέψεις, να κοντύνεις, να φαρδύνεις το δικό σου μεσοφόρι. Το μπιζέλι που αφήνει σημάδι σε κάθετί και ας βρίσκεται χιλιοκρυμμένο κάτω από πυραμίδες στρωμάτων χαρακτηριστικών εξ αγχιστείας και αντιγραφών των προτύπων. Μωρή πριγκίπισσα, σε βρίσκει ο χαρακτήρας σου. Τσάμπα καλός, ο καλός με το στανιό. Τα έχουν τραγουδήσει και οι λαϊκοί και έγιναν διάσημοι και εμείς τα ψελλίζαμε ανάμεσα στα μισομεθυσμένα πλήθη αναζητώντας τη προσωπική λήθη από το αβίωτο της στασιμότητας του εγώ. Ζωάκια που πιάνουν κλαριά για να ταιριάξουν στα στάνταρ του κοσμάκη είμαστε. Μια ατελέσφορη και αέναη διδαχή τού να είσαι άλλος και ιδανικός.
 
Πέρα από τις μαλακίες περί τελειότητας, το πορνό θέλει να μας κάνει υπέροχες μούμιες του σεξ. Να το σωστό κούνημα για να φαίνεται ωραία η μέση και να κουνιέται το κωλομέρι με χάρη. Και σε αυτή τη στάση δεν θα φαίνονται οι ραγάδες από τα ριχτάρια στήθη. Και βάλε και λίγη πλασματική ηδονή στα βλέφαρα.
 
Έπειτα, οι περίεργοι και οι αλλόκοτοι. Σπάνια ξεκινάμε προτάσεις με το εγώ. Και όταν το κάνουμε, θα ακουστεί με εκκωφαντική αμετροέπεια. Εγώ, που τόσο σε φοβάμαι, μήπως η μετριότητα με κάνει ένα χιλιοστό στα καντάρια αναμνήσεων αυτού του κόσμου, αλλά εσύ δημιουργείς σκληρούς δίσκους για να υπενθυμίσεις το εγώ στους στους επόμενους που περιμένουν στη στάση του λεωφορείου καπνίζοντας ένα τσιγάρο άφιλτρο, αυτό το ίδιο που μαυρίζει τα πνευμόνια όλων, καπνιστών και μη.