• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Moysakas&xwriatiki
Βέρα I. Φραντζή | 16.07.2016 | 20:22
H αυτοκρατορία του κιτς απλώνεται κατά μήκος της παραλίας. Παρατεταγμένες ξαπλώστρες ποδοποτούν με τα ξυλοπόδαρά τους την αμμουδιά και αυτή γριά ζαχαρώνει επικίνδυνα, γκριζάρει σαν οικοδομικό υλικό και παραφράζεται. Σκουπίδια σε μορφή χαλβά. Θα φάτε;
 
Ο αρχιμαφιόζος του νησιού έχει απλώσει την αρίδα της επιχειρηματικής του κατάπτωσης σε όλο τον παραθαλάσσιο κόλπο. Από την άσπρη εκκλησία έως τα βράχια που οριοθετούν σαν ταμπέλα την περιοχή νομίζει πως όλη η γη του αξίζει. Κακώς σας βρήκαμε!
 
Οι άνθρωποι σέρνουν την πόλη από την λιπώδη σάρκα της έως τη γωνία της θάλασσας για να δουν αν μπορούν να σωθούν. Ξεπερνώντας το νέφος, την κυκλοφοριακή συμφόρηση, το αδειανό δοχείο από εγκεφαλικά κύτταρα, η δεμένη σάρκα της πόλης από τον κοτσαδόρο τους αυτοκινήτου έχει αλειφτεί με άσφαλτο, ενοχές και κοινοτυπία έως ότου να φτάσουν στον προορισμό τους οι ταξιδιώτες με το άτιντουτ μάρτυρα Ιεχωβα που ζητάει οικονομική χορηγία.
 
Τα ταβερνάκια με τα τίμια μεζεδάκια σε στρογυλλά πιάτα κλείνουν. Τη θέση τους παίρνουν σουβλατζίδικα. Φθηνό φαγητό και έτοιμο στο πι και φι. Βάζουν και πλαστικά λουλούδια σε κινέζικα βάζα και οι καρέκλες είναι κάτι σκοινένια ερείπια που σου προκαλούν τέλμα και πιάνουν τους μύες απροετοίμαστους και τα μπούτια λοξοδρομούν από την αδιαθεσία του καθίσματος. Ο σουβλατζής σα μηχανικό ρομπότ κόβει λωρίδες το κρέας που στριφογυρίζει γύρω απο τον εαυτό του στο δικό του γαλαξιακό σύμπαν με ένα ήλιο ηλεκτρικά καυτό να του μαυρίζει την επιφανειακή του πέτσα.
 
Τα ψιλικατζίδικα έγιναν σουσάδικα. Νέας κοπής προκάτ φαγητό. Μικρά κομματάκια ρυζιού που πέφτουν στο στομάχι από τον οισαφάγο σαν αμαρτία και τύψεις. Του παραχώσανε ευρωπαϊκή μαγιονέζα, λίγο ψήσιμο και του παραλάξανε τα γράμματά του… για να λέμε ότι ήρθαμε κοντά στη διεθνή κουζίνα. Το ωμό ψάρι που θυμίζει την αφαγία και τους υπολογισμούς του γέρου του Χέμινγουαίη. Νιώθω σαν ναυαγός με τούτη την νεοφερμένη σχιζοφρένεια. 
 
Δίπλα παγωτό από ρύζι. Χαρτονένιο, άπαχο λιώνει μέσα στο κεσεδάκι. Το ρουφάει το χωνάκι και πέφτει σαν ένα κομμάτι παγόβουνο στο πεζοδρόμιο. Τα γατιά τρέχουν να το ρουφήξουν μαζί με τα άτυχα μυρμήγκια που κάνουν βόλτες για κανένα ψίχουλο.
 
 
Μετά έρχεται το αλκοόλ. Στην αυτοκρατορία του κιτς, το αλκοόλ είναι μία ακριβοπληρωμένη φετιχιστική συνήθεια. Τα ξενερωτικά ελληνικά λαϊκο-ποπ τραγούδια με ντιτζέις, που ρίχνουν ρίμες και ερωτικό πόνο που κρατάει όσο ένα βράδυ με πανσέληνο, μιλάνε πολύ για το οινόπνευμα. Να πιούμε, να πιείς, θα τα πιούμε, να ξεχάσουμε. Το περίεργο πια είναι πως όντως ξεχνάνε. Το αλκοόλ πια δεν πάει ούτε το φαρμάκι κάτω ούτε το αστικό βάσανο της ζωής. Είναι κέλευσμα για την άγνωστη πτυχή του εαυτού σου, την κακή, την ενισχυμένη εγωιστική, την αλαζονική στάση ενός κωλόπαιδου. Σου έλεγαν να πιεις για να θρέψεις τις πληγές και εσύ σκάρωνες κλάματα κάτω από σπίτια ή τηλέφωνα μεταμεσονύκτια ή ένα άχαρο γράμμα πόνου ή αξέχαστη παιδικότητα και γέλιο, αθωότητα. 
Τώρα, σου λένε πιες για να τα κάνεις όλα πουτάνα. 
 
Νεαρά κορίτσια ανεβασμένα σε κάτι δύσβατους κοθόρνους κουνάνε τα γοφά τους άρρυθμα ανάμεσα στα βαριά μπιτ. Κάνουν τις γκόμενες με μηδεν προσθήκη λιπαρών. Οι γκόμενες,ρε.. που πρέπει να έχουν τόσο ξίγκι λαγνείας και προστυχιάς που να σε λιγώνει το σιροπιαστό έως τους λοβούς των αυτιών, να περιχύνει τα χείλη με σάλια και να κολλάνε στα ρουθούνια τα αίματα, ο πόθος της νύχτας.
 
Τα αγόρια πλαγιάζουν στις πολυθρόνες και τα σκαμπό του μπαρ. Ανασηκώνουν το βλέμμα τους με κάτι μαύρους κύκλους από τις οθόνες των κινητών και κοιτούν το έρεβος που δεν τους θυμίζει τίποτα από την επεξεργασμένη φωτεινότητα του άι-φον. Πού να βρουν τον έρωτα;
 
 
Αρώματα, ρούχα, πλαστικός χρόνος, καλοχτενισμένες χωρίστρες, όλο το λαϊφστάϊλ μιας πληρωμένης ζωής χωρίς σκοπό πέρα από την σπατάλη, το επιφανειακό, το λίγο, το τώρα, το μετά για να ένα πήδημα που δεν θα γουστάρεις τελικά με ένα άγνωστο άνθρωπο που σου ανοίγει τα λερωμένα του εντόσθια με τον ίδιο σκοπό.
 
 
Σε κάτι κάμπινγκ, σε κάτι συναυλίες λάϊβ, σε κάτι μικρά μπαράκια με ευχάριστη μουσική υπάρχουν κάτι αψεγάδιαστα ζευγάρια ανθρώπων. Σε πεζόδρομους και προβλήτες και παγκάκια. Ευτυχώς εκεί δεν πιάνει το wi-fi.  Ποδηλατάδες, τσιγαριλίκια, φαρδιά αθλητικά... άυπνα πλάσματα χορταίνουν καλοκαίρι. Στην άλλη άκρη του σύμπαντος, αυτά.