• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Οι θάλασσες στο βωμό των ανθρώπινων θυσιών μας ταϊζουν σταφύλια στο στόμα και εμείς τις βιάζουμε
Βιάζοντας τη θάλασσα
Βέρα I. Φραντζή | 20.06.2016 | 11:14
Όταν πήγα πρώτη φορά στο Πόρτο-Ράφτη, ήμουν σίγουρα μικρότερη από τώρα και πιο σοφή παραδόξως. 
 
Τότε υπήρχε μόνο ο Γαλυφιανάκης με το ξακουστό σε όλα τα Μεσόγαια γαλακτομπούρεκό του, ένα σουβλατζίδικο που έκανε χρυσές δουλειές, μερικά υπερπολυτελή σπίτια και μερικά ετοιμόρροπα κούφια ξύλινα σπίτια ψαράδων. Πεζόδρομος με μαγαζιά δεν υπήρχε. Βγάζαμε το μωρό, την αδερφή μου, με το καρότσι στην ταχείας κυκλοφορίας στους βραδινούς περιπάτους. Τρώγαμε ψάρια φρέσκια που αγοράζαμε ενώ αλυχτούσαν ακόμη για ζωή μέσα στα πανέρια. Οι ντόπιοι μπαρμπάδες, οι Μαρκοπουλιώτες, είχαν ρίζες αρβανίτικες και καλοδεχόντουσαν τους πρώτους Αλβανούς που έπιαναν πόστο σε διάφορες γωνιές για να τους πάρουν οι οικοδόμοι για μεροκάματο -ξεπετιόντουσαν σιγά σιγά τα πρώτα διαμερίσματα, οι μονοκατοικίες μέχρι να γίνει αστικό χωριό το 2004 και έπειτα.
 
Υπήρχε ένα μπαρ, οι Κολώνες, και εκεί έκανα το πρώτο φλερτ μου. Δεν θυμάμαι αν είχε πράσινα μάτια εκείνος ή ήταν πράσινη η θαλασσα. Τα χρώματα χάνουν την αξία τους όταν περάσει ο καιρός. Η μυρωδιά και οι κινήσεις μετράνε. Ελπίζω για τα λόγια.
 
Η θάλασσα ήταν νερένια και κέρινη μπλε στα βαθιά και οι παραλίες οριοθετούνταν από την παραγεμισμένη άσφαλτο με σφιχτοδεμένα από ζωντάνια και θροφή αρμυρίκια. 
 
Τέσσερις ήταν οι παραλίες οι εξευγενισμένες από τη φύση που παρέβλεπαν την αγριότητα των βάτων του ψαροχωριού. 
 
 Ο Άγιος Σπυρίδωνας, με ένα φλεγόμενο εκκλησάκι να αγιάζει τους θεούς και τους δαίμονες, με βαθιά νερά και βοτσαλάκι λευκό και κοκκινωπό και γκρίζο. Είχε ηλιοβασίλεμα λεξιθήρα για τους λογοτέχνες, τοπίο για αγκαλιές για τους ερωτευμένους και νόστο για τους ψαράδες.
 
Ήταν και η Ερωτοσπηλιά. Μικρός κολπίσκος καρφωμένος στα πεύκα, να σε αγκυλώνουν οι πευκοβελόνιες στις παλάμες και να αποζητάς το τρίξιμο των κλαριών. Μύριζε δασικό και πράσινο. Ένας κούφιος βράχος έκανε μια σκεπή που το βράδυ τα ζευγαράκια και τα πρεζάκια έπαιζαν μπουνιές για την ιδιωτικότητα. Όλη η αμμουδιά διάστικτη τα πρωινά από καμμένα ξύλα και χύματα κορμιών, αίματα και σπέρματα. Το πρωί οικογενειακή σύναξη και ρακέτα από τους αθλητές τους είδους, που δεν σε ενοχλούσαν γιατι μοίραζαν τον ήχο με χαιρετούρες και μαθήματα στους πρόχειρους λουόμενους. 
 
Η Άγια Μαρίνα η εκκλησιά είναι λυγερή και ολόλευκη με καμπαναριό εξωτερικό και ζαρωμένο δάπεδο. Την τρώει το αγιάζι και η ανοιχτωσιά και πλέκει εγκώμια στην θάλασσα που απλώνεται πότε δύσβατη πότε γαλαντόμα στους ανθρώπους τους γυμνούς που θέλουν να ξεδιψάσουν τον συρφετό της ρουτίνας από τους πόρους τους.
 
Είναι και η πλαζ, που εγώ σκαρφάλωνα και έβρισκα μια τρύπα στα κάγκελα και δεν πλήρωνα. Το νερό δεν το μπορώ να το πληρώσω όσο και να επιμένουν. Είμαι 80% νερό. Είναι σαν να πληρώσω τη μητέρα μου που με ξεγέννησε με κέρματα. Αφύσικο, τερατώδες, της πόλης η απανθρωπιά.
 
Παρελθοντικοί χρόνοι. 
 
Ομπρέλες κατά στοίχους και κορμιά αναλόγως παρατεταγμένα συντάσσονται με τους ηλεκτρονικούς ήχους -και οι καρδιές και οι ονειρώξεις… όλα τεχνητά και προδιαγεγραμμένα. Πουλιά δεν υπάρχουν. Ποιος ξέρει πού μετανάστευσαν τα χελιδόνια, που είχαν κατασκευασμένο ένα αχυρένιο μαιευτήριο σε όλο το χωριό και υπήρχαν τρυφερά πλάσματα με φτερούγες σε όλη τη Γη με ρίζες απο τα Μεσόγαια. 
 
Η θάλασσα είναι πηχτή σαν βρωμερός χυλός. Μια κακομαγειρεμένη σούπα από εντόσθια ανθρώπων που φέρνουν μαζί τους σε κάθε κάθοδο χωρίς νόημα νευρωτικά φανάρια, χημικά υλικά στα μαλλιά και στα νύχια τους και τζαμαρίες μην τυχόν και τους χωθεί η άμμος στα αχαμνά και κολλήσουν τσιμπούρια, μύκητες και λίγη ζέστη. Ζωή, δηλαδή, και κύκλο.
 
Χιλιάδες γόπες και άδεια πλαστικά ποτήρια καφέ τρίβονται με την άμμο. Η άμμος γίνεται αχνή, το πλαστικό διογκώνεται. Της θάλασσας της φέρονται οι μαφιόζοι με τις ξαπλώστρες σαν μια γκαζιέρα πόρνη, χρησιμοποιημένη που φτιασιδώνεται τις Κυριακές με το πιο πρόστυχο τρόπο με πατσουλί στις μασχάλες της και ένα νάιλον βρακί και νιώθει από το πέος των ανθρώπων μόνο την οπή των κάτουρών του. Καθαρίζεται όλην την εβδομάδα, μπας και επανέλθει και προσμονεί να φύγει μακριά αυτός «ο επιχειρηματικός κόσμος» με τα κακοψημένα σαγανάκια τυριού και τα κρεμμύδια που μπογιατίζουν κάθε φαγητό με τη βαριά τους μπόχα και δεν φτάνεις στο κρεατένιο ζουμί όσο και να το σκαλίζεις το κέντρο του. 
 
Είναι εγκληματικό.