• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πρωτοχρονιά στο «μνημονιακό» κλαμπ
Βέρα I. Φραντζή | 01.01.2016 | 17:31
Τη φετινή Πρωτοχρονιά καβάλησα μια χρονομηχανή. Βρέθηκα στο 1996 χωρίς αναταράξεις στη διαδρομή. Βρέθηκα στο 1996 με το άνοιγμα μιας βαριάς σιδερένιας πόρτας και με χαιρέτισε με θέρμη ο καλησπεραντζής του καταστήματος, χαμογελαστός, ευχάριστος και διαχυτικός υπό τους ήχους τουμπερλεκίων, που ταλάνιζαν πεπαιδευμένα δάχτυλα ηχογραφημένα μα ζωντανά σαν τον πνεύμα των Χριστουγέννων. Πέρασα μαγικά...
 
Δεν έχω χωριό, δυστυχώς. Έχω, όμως, εξοχικό σε περιοχή παραθαλλάσια που πλήθος κόσμου συρρέει από το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και τα πέριξ. Το φημισμένο μου χωριό είναι το Πόρτο-Ράφτη του εξωτικού Μαρκόπουλου. Αν και λίγα χιλιόμετρα μακριά από το «κλείνον άστυ», οι γηγενείς κάτοικοι διατηρούν ντοπιολαλιά και μια λαϊκοπόπ κουλτούρα, εντελώς μοναδική και γέννημα εγχώριο και σχεδόν αδιάβλητο. Μας κρεμάνε, δε, με ένα τσιγκέλι στο περιθώριο, μιας και εμείς οι ντεμέκ Αθηναίοι είμαστε οι «ξενούρες» για αυτούς. Μιλούν με παχύ το λάμδα και πασπαλίζουν τη γλώσσα τους με αρβανίτικες εκφράσεις. Καλά παιδιά, λαϊκά, ειλικρινή και αξιόλογα. Μια άλω φωτίζει σαν φωτοστέφανο το χωριό και ό,τι συμβαίνει εκεί, γίνεται κοσμικό κουτσομπολιό, αλλά δεν περνάει τα φανάρια της Αττικής Οδού. Και τα πούλμαν από την πλατεία Βικτωρίας σαν φτάσουν στον προορισμό τους μετά από κανένα δίωρο τσαλαβούτημα στις μεγάλες λακούβες της λεωφόρου, συναντούν κρεοπωλεία και το εργοστάσιο της ντόπιας παραγωγής ρετσίνας. Σας λέω, ένα μπιζού της ανατολικής Αττικής χωρίς ειρωνία. Αφτιασίδωτο μέρος, αν το εξερευνήσεις.
 
Σαν κατέβουμε τα Χριστούγεννα «στο χωριό μας» που το πληρώνουμε με ενοίκιο για να το λένε με μισή μερίδα αξιοσυνής και πεφηφάνιας «χωριό μας», καμιά διαφορά δεν υπάρχει μεταξύ μας και των ντόπιων και όλοι βγαίνουμε να γιορτάσουμε τα καθέκαστατα με στιλιζαρισμένα μαλλιά και ανάλογη διάθεση.
 
Και κάνει κάτι καταπληκτικό «το χωριό μου» για τη διασκέδασή μας, που ο ιστορικός του μέλλοντος θα το ονομάσει «μνημονιακό κλαμπ». Το «μνημονιακό κλαμπ» στην πόλη είναι το κλαμπ που έχει την αίγλη και το στριμωξίδι του παλιού καλού ελληνάδικου, αλλά έχει κάτι επιπρόσθετο για να μπορέσει να ορθοποδήσει στους χαλεπείς αυτούς καιρούς της διασκέδασης και αυτό είναι η τραγουδιάρα που κάνει την αρπαχτή της τις γιορτινές ημέρες. Στο «χωριό μου» τα πράγματα είναι περισσότερα απλοϊκά και στρωτά. Το «μνημονιακό κλαμπ» υπάρχει και είναι αποκύημα της βολιδοσκόπησης του μαγαζότορα, που χρόνια στο κουρμπέτι, βάζει το μεράκι του και την λοξή του ματιά στο τι θέλει η νεολαία και γυρνάει το πρωινό ζαχαροπλαστείο σε μεσημεριναό τσιπουράδικο, το μεσημεριανό τσιπουράδικο σε απογευματινή παμπ και την απογευματινή παμπ σε μπουζουκονταγλαν κλαμπ. Και έτσι βρέθηκα σε ένα τέτοιο μέρος για να κάψω τις θερμίδες από το εορταστικό δείπνο περισσότερο -και λιγότερο για να διασκεδάσω, αλλά σε συνεπαίρνει το ρεύμα και δεν ξέρεις που θα καταλάξεις και που θα σε’ βρει ετούτη η διασκέδαση.
 
«Μεγάλη πόρτα θα διαβείς», διάβασα στο ζώδιό μου και κοίτα να δεις που βγήκε. Μεγάλη, βαριά πόρτα με νεόν επιγραφή κοτσαρισμένη στο δόξα πατρί. Να φωσφορίζει η αρχαιοελληνικήν επιγραφή με τη δωρική γραμματοσειρά και να σε υπνωτίζει να μπεις να πιεις ποτό. Ένα βήμα πριν μπω στο μνημονικακό το κλαμπ, είπα από μέσα σου δυο και τρεις φορές το «Χαίρε, Μαρία Κεχαριτωμένη», «δε φοβουνται τα θεριά» και άλλα τέτοια ενθαρρυντικά και διάβηκα τη μεγάλη πόρτα στο ναό της διασκέδασης. Ούτε σε σήραγγα χωροχρόνου σε τριασδιάστατο σωλήνα βρέθηκα, ούτε εκλάμψεις φωτός και άλλα πανοραμικά κόλπα που βλέπουμε στις ταινίες... βρέθηκα τσουπ! στο 1996 μέσα στο κλαμπ...
 
Ήταν μόνο μια και στη χώρα που η διασκέδαση ξεκινάει αργά, μια παίζουν τα λάιτ κομμάτια, τα μη πορωμένα, τα προκαταρτικά. Ο Παντελίδης για την βαριά ανατολικοαττική κουλτούρα είναι σαν τη χωριάτικη σαλάτα σε ένα τραπέζι με κοκορέτσια και κοντοσούβλια... διαίτης, δηλαδή! Ήταν μια και δεν είχαμε γίνει κολοκύθες. Ήταν μια η ώρα και έπαιζε κομμάτι της Φιλιώς Πυργάκη, που και η ίδια πρέπει να το τραγουδάει στα μεγάλα μερακλώματα... και η διασκέδαση είχε μόλις ξεκινήσει.
 
Η μπάργουμαν φορούσε κατάσαρκα ένα λεοπαρ φόρεμα και ήταν ξανθιά σαν το ήλιο και ηλιοκαμένη σαν ρακετίστα τον Αύγουστο. Λαμπύριζαν οι κυανές ιριδίζουσες σκιές στα βλέφάρα της και τραγουδούσε κάθε στίχο των τραγουδιών του Τρελέγκα. Η μπαργούμαν ήταν κάθε στίχος του λαϊκποπ τραγουδιού και «κάθε στροφή που έπαιρνε ο Τρελέγκας». Και να της αφιερώνουν «Ζαλίζομαι από το πολύ ποτό και τικι-τάκα χτυπά η καρδιά» παράλληλα με τον καλλίφωνο αοιδό και να απαντάει εκείνη «Και πετάω ψηλά/ μέχρι τα αστέρια/φτάνω...» και να γίνεται αλισβερίσι διανοητικό, που έπιανε σε θεματολογία το διαγαλαξιακό πόλεμο των άστρων, τα καρδιογραφήματα στα επείγοντα και μια εσάνς καμπάνιας προειδοποίησης για την κατανάλωση του αλκοόλ.
 
Φλόγες και καπνοί να βγαίνουν από τα ταβάνια και τις γωνιές και να κοπανιούνται τα ηχεία για την πληγωμένη την καψούρα.
 
Η μουσίκη ήταν ένα κεφάλαιο της από μόνη της –να το επισημάνω εδώ που φτάσαμε ξανά. Τα τραγούδια έχουν αλλάξει πολύ από τότε που θυμάμαι τη νυχτερινή διασκέδαση. Η θεματολογία πια καλύπτει την γιορτή της ανεξαρτησίας και της μοναξιάς ανδρών και γυναικών. Ωδές στους σινγκλ όλα τα άσματα, που βγαίνουν να διασκεδάσουν τον χωρισμό και δεν ενδιαφέρονται για τα πρώην ταίρια τους. Πάνε οι ύμνοι αγάπης, πάνε «τα για πάντα μαζί»... τα πάτησε ο συρμός ένα προς Κηφισιά και άφησε αποκαϊδια ρομαντισμού κάτι τραγουδάκια που κλείνουν τα σιντι των μεγάλων αοιδών και γραφτήκαν στις ουρές στην αναμονή στα ΑΤΜ το καλοκαίρι που μας πέρασε. Το λες και νεωτερισμό όλο ετούτο...
 
Ήπια ένα ποτό που έμοιαζε αρκετά με αυτό που παράγγειλα. Αιθέριες υπάρξεις με λεπτά καλσόν και τατουάζ αστέρια, κορώνες έκπτωτων βασιλόπουλων και του Πάουλο του Κοέλιο τα αναγνώσματα ξεχώριζαν από πλάτες και μπούστο. Και χαρτοπετσέτες να ραίνουν τα κοράσια τα θελκτικά και να πέφτει σαν νέφος η καπνισμένη πίσσα στα κεφάλια μας. Μέχρι να πιω το ποτό, να έχω δικαιολογία να φύγω, η κνύσα της ατμόσφαιρας πότισε το τελευταίο μου κυττάρο. Την επόμενη μέρα τραγουδούσα κάτι ακατάληπτα «για παλαμάκια που χορεύουν σαν τον βλέπουν» και άλλά τέτοια πολιτισμικά...
 
Να πάτε, να πάτε...