• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
the year of the rat
Κάπα Κάπα Μοίρης | 05.09.2015 | 21:34
Σάββατο απόγευμα, σε ένα φοιτητόσπιτο που βλέπει Μπιζανίου. Eπι μισόν αιώνα, την ΄χουν αυτή την κακιά συνήθεια τα σπίτια, να μην αλλάζουν θέα. Στενά μπαλκόνια που κοιτάνε «πίσω αλλά φωτεινά», μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, μια υποψία από ένα ρεφρέν Τερζή που πεθαίνει στα μισά της διαδρομής ως τα αυτιά μου, μυρωδιές από κρεμμύδια που τσιγαρίζονται, κλασσική Θεσσαλονίκη, πιο πολύ κι από τα κουλούρια, τον πατσά και τη μπουγάτσα της. Διαμέρισμα που γεννήθηκε αρχές του εξήντα, πενηντάρισε για τα καλά κι αυτό. Ότι κι αν του κάναμε, όσο κι αν το μερεμετίσαμε, με όσα καινούρια και να το ντύσαμε, τα χρονάκια του φαίνονται. Αλλά το λες καλοστεκούμενο,  «τηρουμένων αναλογιών».
 
Ξαπλώνω στον καναπέ-κρεβάτι. «Όχι στο κρεβάτι του παιδιού, δεν ξαναλλάζω σεντόνια, να ‘ρθει να το βρει καθαρό». Η τρελή από πάνω πλένει τα μπαλκόνια, ακούω το νερό να χτυπάει με φόρα στην απλωμένη -επί τούτου- τέντα του ισόγειου. Κάποτε (έτσι μου είπαν οι παλιοί) ξέσπαγαν εμφύλιοι ισογιτών με τους πανωροφίτες, πάντα για το νερό. Τώρα είδαν κι απόειδαν όλοι, μπούχτισαν, αφήσαν τα πράγματα να πάρουν τη φυσική τους ροή. Φυσική ροή. Αυτό.
 
Η μέρα ήταν κουραστική, εξαντλητική. Λυγίζουν τις πλάτες οι αριθμοί, κι αυτοί της ταυτότητας, κι αυτοί του πορτοφολιού. Ένα γρήγορο μπάνιο και μετά -με προσοχή μη ξανακάνω πατημασιές στο σενιαρισμένο φοιτητόσπιτο- ξεκούραση. Φυσάει ωραία έξω, κάτι μου θυμίζει αλλά δεν μπορώ  να συγκεντρωθώ, ούτε να ταιριάξω το παζλ, άμα έχει κουράγιο και υπομονή ας φτιαχτεί μονάχο του.
 
Αποχαυνώνομαι. Δεν βρίσκω κακό σ΄αυτή τη λέξη, όταν νιώθω κουρασμένος την αφήνω να με κυριεύει άνευ ενοχών. Υπερπλήρεις είμαι απ’ αυτές, ας στριμωχθεί στρωματσάδα μέσα μου άλλη μια. Νυστάζω αλλά ο ύπνος δεν μου κάνει τη χάρη. Δεν ξέρω νιρβάνα τι θα πει -πρακτικά, στην θεωρία αριστεύω- μα κάπου εκεί βρίσκομαι. Όλα τα άλλα, όσα βαραίνουν, μένουν για λίγο πίσω.
 
Ο ήλιος φεύγει σιγά σιγά. Φως δεν καταφέρνει πια να βρει δρόμο μέσα από τις χαραμάδες στο στόρι. Το ραδιόφωνο, χωμένο στην οθόνη της τηλεόρασης, συνεχίζει τον χαβά του. Ωραίος, απρόσμενα ψυχοτονωτικός, χαβάς. Τρία κομμάτια του παζλ συμπληρώνονται, μα είμαι αδύναμος να σκαλίσω και για άλλα. Το στομάχι μου με ευγνωμονεί για το φουρφούρισμα, παρότι άδειο. Γιατί με ευγνωμονεί; Γιατί πεταρίζει; Από πότε αυτονομήθηκαν τα σπλάχνα μας;
 
Σκοτείνιασε. Κάποιος απ΄τον τέταρτο μιλάει με μια του δεύτερου, απέναντι. Τα τσιμέντα και τα μπετά καταγράφουν με το νι και με το σίγμα τα τι, τα πως, τα αλλά και τα γιατί τους. Ακούω τα πάντα καθαρά, άλλα δυο κομμάτια έρχονται να κάνουν πιο καθαρή την εικόνα. Όχι αρκετά ευδιάκριτη, όμως. Tο μυαλό παραιτήθηκε, οι μύες μου είναι ακίνητοι σαν του Γκιούλιβερ -ένα εκατομμύριο liliputians με κρατούν καθηλωμένο πάνω στα μοσχοβολιστά σεντόνια- αλλά το στομάχι μου μεταφράζει αγόγγυστα σήματα που μοιάζουν, μα τελικά δεν είναι, ακατάληπτα.
 
Δεν ήξερα τι ώρα είναι. Δεν μ’ ένοιαζε. Ξάφνου είμαι είκοσι, σε ένα φοιτητόσπιτο στην Τσόχα, κοιτάζω ξαπλωμένος ένα μπαλκόνι που βλέπει άλλα πίσω μπαλκόνια, μισοκατεβασμένα στόρια, ανοιχτές μπαλκονόπορτες, είκοσι κιλά ελαφρύτερος, με πολλά μαλλιά πλουσιότερος, με άδειο μυαλό και μισοάδεια τσέπη, κενή τη λίστα με τις έγνοιες και τις υποχρεώσεις (αν και μόλις λίγες μέρες πριν την εξεταστική), σχεδόν ευλογημένος που συμπλήρωσα -επιτέλους- το παζλ. Την ώρα που μόλις και μετά βίας άκουγα -είχα χαμηλωμένη την ένταση, για να μην την ξυπνήσω- On a morning from a Bogart movie, In a country where they turn back time.
 
Άσε με, ήθελα να της πω, άσε με μισή ωρίτσα ακόμη να ξεμπερδέψω με τις παλιές μου κλωστές και ξεκινάμε μετά για Laputa.
 
Δεν της είπα αλλά με άκουσε. Κι εκείνη εξαντλημένη ήταν, ποιος να ‘ξερε πόσα χρόνια πίσω έκοβε βόλτες το μυαλό της. Ανόητα μυαλά, πιστεύουν ακόμη πως έχουν τις αντοχές που είχαν κάποτε.
 
Στο υπόγειο έχει τρωκτικά, διάβασα την ανακοίνωση βγαίνοντας, μην πειράζετε τις παγίδες. Παντού έχει τρωκτικά, ήθελα να γράψω με στυλό από κάτω, σιγά το νέο.
 
Την ώρα -περασμένες δέκα- που ήμασταν ήδη στο δρόμο για τη θάλασσα, μια κατηφοριά δρόμος, (κι από κει στα ναυαρίνα, στις διαγώνιες, στους παλαιωνπατρωνγερμανούς και τους παυλομελάδες), την είδα στη μέση του δρόμου να ψάχνει θήραμα.
 
 
…..
 
 
 
 
[ από το μπλογκ a/man/called/… ]