• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
2015 A.D.
Κάπα Κάπα Μοίρης | 04.09.2015 | 23:28
Κάποιο απόγευμα οι έντρομοι περαστικοί διαβάσαν στον τοίχο δίπλα στα σφαγεία «σεις που καμώνεστε ότι βάζετε πέντε σκέψεις στη σειρά, γράφτε κάτι πολύχρωμο μπας και ξεχαστούμε μια στάλα». Κάθε λέξη και με διαφορετικό χρώμα, τόσο χρώμα που πόνεσαν τα μάτια όσων διασταυρώθηκαν μαζί του, συνηθισμένοι -βλέπεις- εδώ και χρόνια στα ξεθωριασμένα.
 
Πόσην ώρα έκανε να το γράψει όλο αυτό, ο παράτολμος εμπνευστής του; Πολλή. Εκτεθειμένος ανάμεσα σε μάτια αδιάφορα, εχθρικά, έτοιμα να τον καταδώσουν -δίχως την παραμικρή τύψη μα και δίχως αντάλλαγμα, τι παράξενο- στους Άχρωμους που ήταν πια πλειοψηφία, οι νέοι άρχοντες σ’ αυτό τον τόπο.
 
Ένα ρίγος και μετά μια καθόλου τσιγκούνικη δόση κρύου ιδρώτα διαπερνούσε όσους το αντίκριζαν, κατεβάζοντας αμέσως μετά τα κεφάλια προς το χώμα, τα τσιμέντα, τα βρωμόνερα. Τέτοια αποκοτιά, τέτοια λωλαμάρα, τόση λαχτάρα, τόσο ρίσκο για ένα τίποτε;
 
Κανείς δεν βρέθηκε -ο φόβος, ο φόβος- να απαντήσει, έστω με μια χρωματιστή γραμμή από κάτω. Ούτε μισό λεπτό θα του ‘παιρνε να την τραβήξει. Κι όμως, κανείς. Το επόμενο πρωί ο τοίχος ήταν πάλι βρωμερός μα καθαρός από λέξεις. Είχε επιληφθεί η νυχτερινή βάρδια της υπηρεσίας καθαρότητας σκέψεων, που δεν άφηνε τίποτε να μαγαρίσει το λερί τοπίο.
 
Την ώρα που σβηνόταν και η τελευταία γραμμή από το «στάλα»,  κάποιος άλλος άφηνε -σαν σκιά, σχεδόν-  ένα γράμμα στην εξώπορτα της αγαπημένης του. Οι άνθρωποι, πέρα απ’ όσα πίστευε ο έξω κόσμος γι αυτούς, δεν σταμάτησαν να προσπαθούν να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ποθούν, πιο χλιαρά, λιγότερο μεγαλόφωνα ίσως, με ξεθυμασμένα χρώματα, πιο -αλοίμονο- ενοχικά, μα δεν σταμάτησαν. Το γράμμα είχε μέσα δέκα -όμορφα σχεδιασμένες- λέξεις, όλες κι όλες: «και σαν τι να διηγηθείς πια; η ομορφιά είναι επικηρυγμένη».
 
Δεν πήρε απάντηση. Ποιος ανοίγει πόρτα; Ποιος περιμένει γράμματα σήμερα; Ποιος γράφει γράμματα και ιστορίες στις μέρες μας;
 
Παράξενες μέρες, σε παράξενη χώρα. Θλιβεροί σταυροφόροι, βαριεστημένοι προσηλυτιστές βγάζουν λόγους τριγύρω, πετάνε καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια στους περαστικούς, πουλάνε μεταχειρισμένα φύκια σε ψωνισμένες κορδελιάστρες, μαζεύουν ανθρώπους για προμήθειες. Σημαίες λευκές, λάβαρα δίχως χρώματα και ψευτοπαθιασμένα -αν δεν ήταν τόσο μπαγιάτικα- λόγια, διαβασμένα μέσα από μισοσκισμένα σημειωματάρια. Τους έχω ξαναδεί αυτούς, περάσαν και παλιά από τα μέρη μας. Σήμερα με το σταυρό, αύριο με τον Αλαντίν, χτες με τον διάολο, αρκεί να πατήσουν μέσα σ’ αυτό που νομίζουν Ιερουσαλήμ.
 
 
…..
 
 
 
 
[ από το μπλογκ a/man/called/… ]
 
 
 
Δείτε επίσης:
3e0ac14b99d36f9e36f00e3b38e3ff2c.jpg