• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τα κάλαντα που θα ζήλευε ο Tim Burton
Δεν ντρέπομαι να ομολογήσω, πως κάλαντα έλεγα ακόμα και σε μια σχετικά μεγάλη ηλικία. Δεν ξέρω, ποια θα λέγατε ότι είναι η σχετικά μεγάλη ηλικία που μπορεί κάποιος να λέει κάλαντα; Εγώ θα έλεγα ως και δευτέρα-τρίτη γυμνασίου.
Σε αυτή, λοιπόν, την ηλικία και με μία μικρή υποψία να τρεμοπαίζει στο μάτι μας ότι "χμ, μήπως είμαστε κομματάκι γαϊδούρες γι' αυτή τη δουλειά;" βγήκα με την κολλητή να πούμε τα κάλαντα στη γειτονιά. Ξεκινήσαμε με τα μαγαζιά, όπου φυσικά οι περισσότεροι είναι γνωστοί, κυρίως το κεντρικό ζαχαροπλαστείο και το ένα και μοναδικό τότε σουβλατζίδικο, που εξακολουθεί και υπάρχει, με το γνωστό σε ολους όχι και τόσο κολακευτικό nickname "Ο Λίγδας". Αφού πήραμε ένα πενιχρό ποσό από το λιγδιάρικο χέρι του Λίγδα που μας τα έδωσε με μία αηδιασμένη φάτσα, και ένα λίγο καλύτερο ποσό συν υπέροχα μελομακάρονα από την γυναίκα του ζαχαροπλάστη, κινηθήκαμε προς την επάνω γειτονιά.
Εκεί διατηρούσε ανθοπωλείο ένας μικρόσωμος, κυρτωμένος, με μαύρο μπουφάν που αντί για μπιγκόνιες, μύριζε μονίμως τσιγαρίλα, με τζιν που σταματούσε λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο - cigarette παντελόνι before it was cool - που επέτρεπε στην αθλητική κάλτσα με τις ρίγες να ξεπροβάλει και κάτι μαύρα χιλιοφορεμένα και λασπωμένα παπούτσια, ο γνωστός και ως "Σκουλήκι". Το Σκουλήκι δεν είναι ότι δεν είχε λεφτά. Όχι. Απλά ήταν άνθρωπος που του άρεσε η συνήθειά του. Έβγαζε πολλά χρήματα για την εποχή, αλλά απλά δεν ήθελε να πάρει άλλο μπουφάν. Στεκόμαστε χαμογελαστές, όπως αρμόζει το πρωτόκολλο των καλάντων, μπροστά στην πόρτα του και με συγχρονισμό θέτουμε το, ρητορικό, φυσικά, ερώτημα: ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕΕΕΕ;;;
Το Σκουλήκι, μας κοιτάζει με βλέμμα μισονυσταγμένο και κακό και μας λέει "Φύγετε, έχω έναν φριχτό πονοκέφαλο", ενώ είχαμε ήδη σχηματίσει το "Καλήν" στο στόμα μας. Αλληλοκοιταζόμαστε με την φίλη απορημένες και με βλακώδη έκφραση στο πρόσωπο και αποχωρούμε. 
Τι να κάναμε; Πού αλλού μπορούσαμε να πάμε; Είχαμε ανέβει στην επάνω γειτονιά που δεν είχε και πολλά μαγαζιά και τέλος πάντων από την βόλτα μας δεν είχαμε βγάλει σχεδόν τίποτα. 
Σκεπτόμενες την κατάντια μας, περάσαμε μπροστά από την πόρτα του Γραφείου Τελετών της περιοχής. Κοντοσταθήκαμε λίγο έξω από το Γραφείο, κοιτάζοντας η μία την άλλη, και ποιος ξέρει για πόση ώρα θα το κάναμε αυτό αν δεν έβγαινε ο Τελετάρχης. "Ελάτε, πείτε τα, μην φοβάστε", μας είπε αποσβολώνοντάς μας ακόμη περισσότερο. Αρχίσαμε δειλά δειλά να βαράμε τα τριγωνάκια. Ο Τελετάρχης το χαιρόταν. Γελούσαν και οι παχιές γκρι φαβορίτες του. Όταν τελειώσαμε, έβγαλε από την τσέπη του δύο πεντοχίλιαρα. Λάβαμε έκαστη από ένα. Ενώ σκουντουφλούσαμε φεύγοντας στο πεζοδρόμιο, κοιτάζοντας μία το πεντοχίλιαρό μας, μία τον Τελετάρχη, τον ακούσαμε να μας λέει:
"Να είστε καλά. Ποτέ κανείς δεν μου έχει πει τα κάλαντα".