• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Με βάση Γκέρσουιν του 1929 και γενναίες ρυθμίσεις του 1950, ήταν ένα συμβολικώς αξέχαστο μιούζικαλ.
Η εκπαίδευση ενός κλέφτη ήχων 10/12
Πάνος Θεοδωρίδης | 26.02.2014 | 09:21
Υπήρξε, ένα μεταπολεμικο διαστημα, μια τρέλα για έργα σκηνής που θεωρήθηκαν κάτι παραπάνω από μουσικες κωμωδίες και τα είπαν «μιούζικαλ». Ακουγα του κόσμου τις ευμενείς διαδόσεις για τις προπολεμικες ταινίες από απλώνονταν κυρίως χορευτικά, και πρόσεξα πως τα μιούζικαλ τα λάτρευαν οι θιασώτες των ακριβων παραγωγών. Αν μάλιστα διέφευγε και καποιος που είδε ένα μιούζικαλ στο Μπροντγουέι ή στο Πικαντίλι, τότε ήταν ένας αφοσιωμένος οπαδός.
 
Το μιούζικαλ ως κινηματογράφος ήταν επισης δημοφιλές είδος. Αρκεί να θυμίσω πως από την πασίγνωστη και αυστηρά γερμανοντυμένη «οικογένεια Τραπ» εξελιχθηκε «η μελωδία της Ευτυχίας». Αλλα τα γουστα των τοπικών κοινωνιών δεν ήταν κοινά, μήτε ενιαία. Κανένας δεν θα αμφισβητουσε , λοχου χάρη, ποτέ πόσο εργάρα ήταν ο Γίγας, τελευταία ταινία του Τζέιμς Ντην ,αλλα μεγάλο μέρος της παραδοσιακής κοινωνικής αγοράς είχε απαραιτήτως ένα ημίωρο διαταραγμένων σχέσεων ενδοοικογενειακών, πράγμα που πολλοί βρίσκαμε εξαιρετικά βαρετό, αφου την πορεία μας, πορεία επτάχρονων και δεκαχρονων, προς την απόλυτη ευτυχία, δεν την διασάλευαν οι γονείς μας, αλλα την τόνωναν οι τρεις δραχμές για ένα περιοδικό «Γέλιο και χαρά» που κόστιζε όσο ένα εισιτήριο στο σινεμά Ρεξ.
 
Αυτο που έλειπε στην παιδεία μας, ήταν η παράδοξη ρομαντική και φευγάτη ματιά των μανάδων μας. Είτε στρατευμένες με την Φρειδερίκη και την ΒΕΝ, είτε επονίτισες με τα φύλλα του πολυγραφου στο δίχτυ με τα ζαρζαβάτια, είχαν μιά ερωτίλα καθώς ανάδευαν στο μέσα τους σκηνές με μπαλέτα πάνω σε φτερά αεροπλανων και κλακέτες με την Τζίντζερ Ρότζερς. Ειδικα η θειά μου που είχε λαβει και ιταλοπρεπή μόρφωση απο την Ιταλικη οικοκυρικη σχολη στο Βαρδάρι, αγαπουσε τις όπερες του Βέρντι και τις ακολουθουσε πιστά πάνω στο λιμπρέτο τους, ενώ ο πατήρ της και πάππος μου μπαρμπαγιάννης, κάποτε υπάλληλος του Τορνιβούκα, της έκανε σεγκόντο- αυτος ήξερε και γερμανικες όπερες, και απέξω "την πριγκήπισσα της Τσάρδας" που δεν ήταν όπερα, αλλα σαφώς καλυτερη απο τον "Βαφτιστικό".Απλως ακούγαμε και κοροϊδεύαμε.
 
Παρομοίως, ο πλούτος και η χλιδή, ήταν το τάλιρο των Κλασικων Εικονογραφημένων, λογοτεχνία δηλαδή παντελονιού με μακριά μπατζάκια, ίδιο ταλιράκι που χρειαζόταν για το «καλο» σινεμά των Γιαννιτσών, τα Τιτάνια.
 
Αποδεκτό ως μιούζικαλ-εργάρα στάθηκε το West Side Story, πρώτο φιλμ για το οποίο είχε λεπτομέρειες ο τύπος και τα λαικα περιοδικά.Οι ιπτάμενοι νέοι χορευτές, είχαν ένα τεράστιο πλεονέκτημα: οι κακοί ήταν της αρεσκείας μας. Κανένας δεν άντεχε το καλόπαιδο, ονόματι Ρίτσαρντ Μπέημερ.Κανένας γονιός δεν χρειαζόταν να το μάθει, βέβαια.
‘Επρεπε να περιμένουμε οκτώ χρόνια για να αντέξουμε, στα είκοσί μας χρόνια, ένα καθαρόαιμο μιούζικαλ, το «Ολιβερ» που άξιζε ό,τι άξιζε για την τεχνητή εικόνα ενός πάλκου-σκηνικου και για την μονωδία του Φέιγκιν.
 
 
 
 
Μήτε η  Πόππινς μήτε το «Ωραία μου κυρία» μας έλεγαν το παραμικρό. Ελαχιστη επιδραση είναι και το JCS μια χίπικη παρωδία της ζωής του Χριστού. Εκείνα τα χρόνια είχαμε γίνει αρκετά μεγάλοι, ώστε να κολλήσουμε στα έργα του Μελ Μπρουκς του οποίου η μουσική ήταν υπαινικτικη και ταιριαστή με το έργο, αλλα όχι δυναμωτική των μουσικων μας ηθών και η πρώτη ταινία Blues Brothers που έδειξε, το 1982, πρώτη φορά, όπως συνέβη και με το «Σολαρις» του Ταρκόφσκη, λερωμένα από σκουπιδάκια πάλκα και σκηνές σχεδόν τυχαία τραβηγμένες. Θα ακουστεί παράξενο, αλλα ενώ το ροκ μας είχε διαλυσει το αίμα, δεν αισθανόμασταν οι μισοί το ίδιο για την σόουλ.Και τώρα, μπορουσαμε να ξαναρχίσουμε την αναζήτηση.
 
Παραδόξως όταν καμωνόμουνα πως φλεγόμουν απο ποιητικες ιδέες,άρχισα να καταλαβαίνω την σημασία της "ποιητικής συνάρτησης", δηλαδή μιάς αλληλουχίας στίχων που δεν παρέπεμπαν στην γνωστή 12άδα ενός LP, και καθόλου στην υπηρεσία μιάς "ποιητικής σύνθεσης"για την οποία με έζωναν πάντα χειροπέδες έντονης δυσπιστίας. Αλλα κατάλαβα πως θα μπορουσα να συνθέσω μιάςμορφής λιμπρέτο. Ολες οι δοκιμές μου έμειναν στο συρτάρι, γιά έναν απλό λογο: ένα λιμπρέττο ήθελε να σαρκωθεί με ήχους. Και συνήθως οι συνθέτες που εγνώριζα ήταν πάρα πολυ γεμάτοι με τους εαυτούς των γιά να διανοηθουν μιά απλη συνεργασία που θα υπερέβαινε την μετ έμποδίων μελοποίηση.
 
Όλα πάντως τελείωσαν με ένα έργο του 1979, ονόματι All that jazz που για την γλωσσική μας αίσθηση ταίριαζε με το all that fall του Μπέκετ , το don’t bogart that joint από το Easy Rider και το under my thump του ήδη μεγάλου Μιχαλάκη Τζάγκερ. Ενας ηθοποιός φτιαγμένος πατιτούρα πάνω στην αυτοβιογραφικη ματιά του Φόσσι ,οι τρείς Χάριτες-γραίες και Μοίρες που στοίχειωναν χορευτικά τον βίο του και ο θάνατός του, να σου φύγει το καφάσι, ήταν όλα αρκετές σφαίρες στο σώμα που μετα βίας βγάλαμε έπειτα από πολλες εγχειρήσεις. Μετά το all that jazz, άρχισα να ασκώ μια δράση που περιφρονουσα από παιδί: να κλαίω στο σινεμά.