• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Καφές στο χαλκοπούλι.
Πάνος Θεοδωρίδης | 22.09.2014 | 17:43
O θείος μου άνοιξε μπακάλικο στο Χαζνέ. Ήταν το πιό εμπορικό σταυροδρόμι στα Γιαννιτσά. Το πολυκατάστημα των αδελφών Ράλλη, το σινέ "Τιτάνια" του Κωδούνα, το μπακάλικο και ένα πρατήριο αυγών και ορνίθων κοντά στο ΚΤΕΛ που δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν η τέταρτη γωνία.
 
Ήρθε και ένα ψυγείο με βιτρίνα, πρώτη φορά, αγορασμένο είκοσι χιλιάδες δραχμές, σε σαράντα δόσεις των πεντακοσίων. Και μέσα, τα κασέρια και κάτι αλλαντικά, ενώ οι φέτες σε τενεκέδες στα πρόσγεια αφανή του. 
 
Είχε δύο πόρτες και απο παντού βιτρίνα. Στην πλαγινή, μπαινόβγαινε η γειτονιά και ο μπακαλογατος, ο Τάκης.Δίπλα ήταν η αποθήκη. Στην μπροστινή, στην άσφαλτο, το ταμείο και έναντι του ταμείου, τα ακριβά είδη.
 
Γκιζέλες και καλιφορνέζικα καλαμάρια in brine. Έτσι έγραφε η κονσέρβα.
 
Λουκάνικα σε κονσέρβα.
 
Σπάνια Ζβάν με ενσωματωμένο κλειδάκι ανοίγματος.
 
Σοκολατάκια μαργαρίτα γάλακτος.
 
Κάτω κάτω είχε άλλα σπάνια,όπως ένα κουτάκι με βερνίκι παπουτσιών ,τζιλά και βουρτσάκι ,αμή και ένα σαν τσόχινο διπλωμένο ύφασμα για το γυάλισμα. 
 
Επίσης Καπαντούε, σπρέι που έσβηνε τις λαδιές.
 
Και στην κορυφή, ένα καφέ κουτί, μικρό, με καπάκι, λεγόμενο ο νεσκαφές.
 
Ο θείος μου είχε περιέργειες διάφορες, ήταν και λιχούδης. Ηθελε να ξέρει τι πουλάει ανκαι η θεία μου επέμενε πως άνοιγε τα είδη επειδή ήθελε να τα τρώει.
 
Τα άλλα ήταν εύκολα, αλλά γιά τον νεσκαφέν έγινε ειδική συγκέντρωση. Στο κουτί υπήρχαν κατι γράμματα, αλλα σε γλώσσα άγνωστη στον τόπο, τουλάχιστον απο τον καιρό που έφυγαν οι σύμμαχοι της Αντάντ. Ηταν Γαλλικά. 
 
Μόνον ο Γιάννης ο Κασίδας ο Σλιάκατας περιόδευε στην πόλη μονολογώντας "Κεπατρί κεμακώ,βουζαβέ, βουζαβέ,  σ΄αγαπώ ,σ΄αγαπώ, αλοζανφάν". Αλλά το μαγαζί ήταν καλό.  Ακόμη κι αν ο Σλιάκατας ξεπερνούσε το όριο της οδού Ταβουλάρη, δεν θα ήξερε να διαβάσει.
 
Ο νουνός μου, ο πατέρας μου, ο θείος μου, ο Τάκης ο μπακαλόγατος, και ο φαρμακοποιός ο Γρηγορίου, που είχε το φαρμακείο απέναντι κάτω αριστερά, ακόμη και ο Πιπεράρης που δεν άφηνε το βιβλιοπωλείο του, μα και ο Ράπτης  ο φούρναρης, ήρθαν να περιεργαστούν το  προϊόν. 
 
Το πέρασαν όλοι απο τα χέρια τους. Κανένας δεν άνοιγε το κουτί. 
 
Όταν ο θείος μου τους είπε πως κόστιζε όσο ένα κιλό λαδι, ή όσο ένα κιλό μοσχάρι ή τρία κιλά ζυγούρι, όσο μια μερίδα ψητό μοσχάρι με ρύζι και ψωμί και νερό στο εστιατόριο του Κοσμά, ήτοι δραχμές δεκάξι, το άφησαν όλοι στο μικρό ταμείο και το κοίταζαν εκστατικοί.
 
Ήταν καφές. Αλλά ένας νέος καφές. Ο νεσκαφές. Οι οδηγίες ήθελαν να ζεσταίνεις ένα φλυτζάνι του τσαγιού νερό και να βάζεις μια κουταλιά του γλυκού καφέ και ζάχαρη όσο επιθυμείς. Ανακάτευες και ήταν έτοιμο.
 
Το επόμενο βήμα ήταν να δουνε τι έχει μέσα.
 
Ο θείος μου άνοιξε το καπάκι βοηθώντας με ένα σουγιά, και τότε, σαν τοίχος που εμπόδιζε την  θέα καρυάτιδων, εαν γίνομαι αντιληπτός,  φάνηκε πως υπήρχε κι άλλο εμπόδιο. Ηταν ένα φύλλο αλουμίνιο μαλακό. που έπρεπε να ανοίξει για να φανεί το περιεχόμενο.
 
Καθώς δεν υπήρχε ΚΑΣ για να διατάξει μελέτη του στατικού φορέα, ώστε η πρόσβαση να είναι ασφαλής, με τον ίδιο σουγιά, ο θείος μου έκαμε μια τρύπα στο αλουμίνιο.
 
Ξεχύθηκε μια μυρωδιά έντονη , σαν του καφέ, αλλα όχι σαν τον τούρκικο καφέ ή την χειρότερη φτηνή ποιότητα που την έλεγαν ρεβύθι.
 
Ο θείος μου πρόσταξε και ο Τάκης έβαλε νερό στο μπρίκι και το ζέστανε με το καμινέτο. Οταν έβραζε, καθώς ήταν μόνον μικρά διαθέσιμα φλυτζάνια, έρριξε καφτό νερό σε ένα, και μετά, απο την σχισμή, ο θείος μου έβαλε στο νερό μιά κουταλίτσα απο καφέ σκουληκάκια, επειδή έτσι ήτον ο νεσκαφές. Το άγγιξε με τα χείλη του και ήταν θεόπικρος. Είπε και προστέθηκαν τρεις κουταλιές ζάχαρη. Ολοι δοκίμασαν και κατέληξαν πως πρόκειται για σίχαμα σερμπέτι και αηδές,που δεν θα το αγόραζε ποτέ κανένας.
 
Έκτοτε ο θείος μου έβαλε το υπόλοιπο κουτί κάτω απο το ταμείο και συνέχισε την ζωή του, μαζί με τους φίλους του, επαινώντας το χρυσό πορτοκάλι που με ένα μπουκάλι έβγαιναν τριάντα ποτήρια πορτοκαλαδα, ό,τι έπρεπε γιά τρατάρισμα ονομαστικής εορτής.
 
Και συνέχισε να μέμφεται το ουίσκι που δοκίμασε σε ένα ελάχιστο μπουκαλάκι επειδή θύμιζε σκώρο, ενώ ο Γρηγορίου, όποτε έφερνε το ΚΤΕΛ φάρμακα, έμπηγε φωνή Πέτρο έλα να δοκιμάσουμε τις νέες παραλαβές και δοκίμαζαν ΟΛΑ τα χάπια και τα σιρόπια του δέματος.
 
Το κουτί ο νεσκαφές έμεινε κάτω απο το ταμείο για μήνες.
 
Μια μέρα, τυχαία ,το λεω στον Βασίλη.
 
Μου λέει, τρελός είσαι; είναι τέλειος καφές, της μόδας, το πίνουν στη Σαλονίκη και τρελαίνονται στα ζαχαροπλαστεία.
 
Πάω στον θείο μου και του λέγω ψέμματα ,θείο ,να πάρω τον νεσκαφέ να τον πιούμε στο Γυμνάσιο, μήπως και γίνει μόδα;
 
Μου λέει και δεν το παίρνεις;
 
Ειδοποιάω τον Βασίλη στο Γυμνάσιο και του δείχνω το κουτί που είχα στην σάκκα.
 
Μου λέει αύριο σπίτι σου, που είναι άδειο, να το φτιάξουμε. 
 
Οι γονείς μου έλειπαν στο ΑΧΕΠΑ που νοσηλευόταν ένα μήνα ο πατέρας μου.Ο αδερφάκος μου ήταν στο σχολείο και εμείς απογευματινοί. 
 
Πήρα το χαλκοπούλι που χωρούσε ένα κιλό νερό και έβρασα νερό στην πετρογκάζ. 
 
Όταν έβρασε καλά και κόχλαζε, βάλαμε όλο του κουτί μέσα. Μύρισε γερά. Το αφήσαμε να βράζει μαζί αρκετή ώρα. Μετά ρίξαμε ζάχαρη, αλλα δεν έφτανε, ήταν θεόπικρο και άδειασα ένα κιλό, όλη την χαρτοσακούλα, οπότε πύκνωσε και μύριζε αλλιώς.
 
Βγάλαμε το χαλκοπούλι και πήραμε απο ένα φλυτζανάκι του καφέ. ΄Ορθιοι στην  κουζίνα, γεμίζαμε το φλυτζάνι κρατώντας το απο χερουλάκι ,βυθίζοντάς το στο μίγμα , που έμοιαζε με χάρτσι,και ήπιαμε όλο το χαλκοπούλι. Το μοιράσαμε δίκαια.
 
Μετά, εξαφανίσαμε τα τεκμήρια και πήγαμε στο Γυμνάσιο. 
 
Πρώτη φορά που δεν νυστάξαμε καθόλου. Αλλά μας έπιασε το στομάχι.
 
Το κουβεντιάσαμε και βρήκαμε πιό φυσικό, όταν και εάν θα ήμεσθεν Σαλονίκη, να πάμε σε ένα καφενείο της μόδας και να παραγγείλουμε τον νεσκαφέ. Αργήσαμε κάπως, επειδή κόστιζε ένα τάλιρο το φλυτζάνι.
 
Εξάλλου ήταν άνοιξη και έπεφτε η κυβέρνηση, γινόταν της μάμαλης που σκότωσαν τον Λαμπράκη.
 
Αλλά είχαμε παρηγοριά το τσιγάρο. Εκείνο το καλοκαίρι κυκλοφόρησαν εκτός τις κασετίνες τα λονγκ σάιζ και έπαιρνες το τσιγάρο απο πάνω απο την κορυφή. Τέσσερις νέες μάρκες. Ηδη ο παράδεισος ήταν κοντά. Το φίλτρο Κεράνη, το τεσσάρι Παπαστράτου άφιλτρο, το Ολδ Ναίηβη και άλλα. 
 
Σήμερα , που πίνω τον έκτο γκαηφέν, το θυμήθηκα, πνιγμένος στον καπνό, επειδή σφίχτηκε το στομάχι μου. Η πρώτη ένδειξη πως ο Βασίλης και ο Μίμης Σουλιώτης ταίριαζαν, όταν τους σύστησα, ήταν ο ακατάσχετα δαπανημένος καφές. Μόνον που εμείς τον πίναμε σκέτο, ενώ ο Βασίλης ήταν γλυκατζής και το έκρυβε. Κι όταν ζητούσε έναν μέτριο, πάντα φρόντιζα να ρίξω στο φλυτζάνι του πεντέξι κουταλιές με τρόπο. 
 
Το καταλάβαινε, αλλά δεν ενοχλήθηκε ποτέ.Μετά την επιχείρηση χαλκοπούλι, όλα του φαινόταν φυσιολογικά.