• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η στολή
Πάνος Θεοδωρίδης | 19.09.2014 | 04:52
Ήταν ο ρομαντισμός ,η χαμηλή αυτοεκτίμηση και οι φίλοι σε διακοπές ή και τα τρία, που με ξέβρασαν εκείνον τον Ιούλιο του 1970 στον Σταυρό του Στρυμονικού κόλπου με το ΚΤΕΛ. Βρήκα κι ένα Ντάτσουν που με πήρε έως τον Άνω Σταυρό.
 
Αντίκρυσα ένα σαλεμένο απο τα θεμέλια μακεδονίτικο σπίτι, με ξύλινο σκελετό και ετοιμόρροπο μπαγδατί. Στο άνω μέρος της πλατείας. Εντόπισα ένα καφενείο και ρώτησα τον πιό καλοντυμένο τίνος είναι το γκρέμι. Ο μόνος που ίδρωνε με γραβάτα και λερό πουκάμισο στον καύσωνα. Παχύς. Μου απάντησε με ένα "αγκά" και κατάλαβα. Ηταν ο τρελός του χωριού, ένα φαινόμενο συχνό στην Μακεδονία που περιόδευα. Ο διπλανός του σταμάτησε να τον πειράζει , με κέρασε καφέ και μου είπε αυτό που ήθελα να μάθω. Οικία Μενελάου Χαϊδευτού. 
 
Φωτογράφισα με την λαμπερή μου ρώσικη ZENIT, που είχε και φακό 37-80. Ξεκίνησα την αποτύπωση. Μαζεύτηκαν ολίγοι περίεργοι κι ένας μου κράτησε τη μετροταινία γιά τον εσωτερικο τριγωνισμό. Τελειώνοντας τις βασικές μετρήσεις, ρώτησα αν έχει παρόμοια σπίτια στο χωριό. Ενας κοντούλης ηλικιωμένος μου είπε ναι, έχει και με πήγε σε πεντέξι. Κανένα τόσο παλαιό όσο το πρώτο, αλλά στα χρόνια εκείνα και  ο μεσοπόλεμος μου φαινόταν μυθικά αρχαίος. Μετά, κατεβήκαμε στο καμπαναριό που πρωτοπρόσεξα απο το Ντάτσουν, καθώς ήταν πάνω στον τελικο ανήφορο. 
 
Ο ηλικιωμένος μου έδειξε περήφανος τα λιθανάγλυφα και την επιγραφή, τις πελεκημένες τεχνικά πέτρες και την συμπαγή κατασκευή.  Εγινε το 1870. Έργον Μαστούρου Δημήτρι. "Ηταν ο πάππος μου" μου είπε. Ηπειρώτης γενικώς, άρα μεταξύ Λινοτοπίου, Ελμπασάν και Ζαγορίου. Τότε δεν ήταν μανιασμένοι με τα εθνοτοπικά. Κουδαραίος, με συνεργείο. Έφευγαν αγίου Γεωργίου και επέστρεφαν στο χωριό τους Αγίου Δημητρίου, αφού εξασφάλιζαν τα έργα της άλλης χρονιάς. 
 
Είχα πέσει διάνα. Πριχού να πάω στον Άνω Σταυρό, ήξερα τα καμπαναριά στην Πυλαία, στον Αγιο Γεώργιο Χορτιάτη, στα Βρασνά και κυρίως την Αγια Μαρίνα, στην είσοδο του στενού της Ρεντίνας. Απο το 1860 έως το 1870, μιά σειρά κτίσματα απο το ίδιο χέρι. (Αργότερα κατάλαβα και πως ο Αγιος Αθανάσιος της Σαλονίκης είχε όμοιο καμπαναριό και το γκρέμισαν). Και μετά;
 
"Μετά ο πάππος μου αγάπησε μιά ντόπια και έμεινε στο χωριό αυτό. Κι εγώ είμαι ο εγγονός του".
 
Πήγαμε, περιμένοντας τον παπά να μας ανοίξει την εκκλησία, στο καφενείο και ήφαγα μιά ομελέτα. Αυτός ήπιε μιά ρετσίνα. Απνευστί. Ανοίξαμε κουβέντα και ήξερε πολλα. Για τον Βρομίσκο και τον Αυλώνα, γιά τα στενά και τη Ρεντίνα, ακόμη και γιά το κάστρο που έστεφε τον οικισμό μέσα στις βατσινιές. Του είπα για το Σύλεος πεδίον και ιστορίες γιά τον Καυκανά, το νησάκι ανοιχτά της Ολυμπιάδας και τον  τάφο του Ευριπίδη, τας εστερικάς ,όλον τον πολτό. Στο τέλος, βγάζω απο τον γυλιό και του χαρίζω την Ιστορία της Μακεδονίας του Βακαλόπουλου, δεμένη. Μαζί με τα Κατεπανίκια της Μακεδονίας, του Θεοχαρίδη που το είχα αγοράσει τρεις φορές έτσι που το έλυωνα φύλλο φτερό, ήταν οι τότε προσφιλείς μου αναγνώσεις του μηνός.
 
Ο άνθρωπος δάκρυσε και έφυγε χωρις ένα ευχαριστώ.
 
Ήρθαν άλλοι στο τραπέζι. Ο τύπος δούλευε στο τραινάκι του Σταυρού που το ξεκίνησαν οι Σύμμαχοι το 1917 και ξεκινούσε απο το Περιβολάκι. Καταργήθηκε, είπαν ,το 1947, αλλα τελικά ξηλώθηκε το 1956. Αυτός ήταν ο σταθμάρχης του Άνω Σταυρού. Στο τέρμιναλ. Και του άρεζε η Ιστορία.
 
Ο παπάς δεν φάνηκε και καθώς πλησίαζε η ώρα του ΚΤΕΛ να με ξεβράσει Σαλονίκη (τότε τα δρομολόγια ήτονε ολιγοστά) ρώτησα μήπως υπήρχε Φλορέτα, Ζούνταπ, κάρο ή Ντάτσουν να με κατεβάσει κάποιος στον Κάτω Σταυρό. Ήτον Κυριακή και δεν υπήρχε. Αποφάσισα να περπατήσω,αποχαιρέτησα, έταξα να ξανάρθω με τον Σταμάτη τον κολλητό μου που μελοποιούσε τους στίχους που έγραφα (είχε υλικό γιά μιά πληρη εργάσιμη ακόμη) και καθώς ανασηκώθηκα, είδα τον Σταθμάρχη.
 
Ερχόταν απο ένα στενό, ιδρωμένος και ασθμαίνοντας. Φορούσε την Στολή. Του Σταθμάρχη. Με το καπέλο και τα διάσημα της δουλειάς του. Για να με αποχαιρετήσει και να με τιμήσει. Με συνόδεψε ώς το τέλος του χωριού. 
 
Την άλλη εβδομάδα που ήρθαμε με τον Σταμάτη, ρώτησα τον ένστολο (ακόμη) Σταθμάρχη άν του άρεσε το βιβλίο. Δεν το είχε. Μαθεύτηκε πως κάποιος μαλλιάς ντυμένος Βελουχιώτης μετρούσε σπίτια και μοίραζε βιβλία και ένας χωροφύλαξ του το πήρε και δεν το έχει πια.
 
Έτζι ήταν τότε και την αλήθεια ομιλώ.