• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Εικόνα της Λευκής Χριστίδου
H ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 16
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.03.2014 | 09:00
Περίπτερο Σαββάτου
 
ΔΑΙΜΟΝΑΣ Η ΑΓΓΕΛΟΣ,μου τέλειωναν τα λεφτά. Η σκληρή, εξωτερική ζωή είχε τις απαιτήσεις της,η βενζίνη έτρεχε,το φαγητό και τα τσιγάρα επίσης. Θυμήθηκα  ότι ήμουν ακόμη εξαρτημένο άτομο και πήρα τηλέφωνο από το Νεοχώρι τον πατέρα μου να μου στείλει με ταχυδρομική επιταγή στον Πολύγυρο ένα χιλιάρικο. Τον πέτυχα στο σπίτι μου, όπου είχε πάει γιά επίσκεψη στην κατάκοιτη Μαριάνθη. Την άκουγα μέσα από το σύρμα να φωνάζει ότι δεν μου έπρεπε οικονομική ενίσχυση και ότι γυρνάω με γκόμενες στις παραλίες αντί να φροντίζω τους έχοντες ανάγκη. Ο πατέρας μου πήρε σιωπηλός τα τεχνικά στοιχεία και μου είπε απλώς έως το μεσημέρι θα τά΄χεις.Δεν με αποκάλεσε αγόρι μου,σημάδι ότι είχε δυσκολίες.
 
Πήγαμε στον Πολύγυρο και καρφώθηκα στο ταχυδρομείο, ημέρα Σάββατο,να παρακολουθώ τα τέλεξ και τα τηλέφωνα,τα πακετάκια από τις εντολές που άλλαζαν γραφείο αργά και ρυθμικά.Τα παιδιά έπιναν καφέ παραδίπλα. Πηρα κάποια στιγμή τα λεφτά και τα επέδειξα περιχαρής .Η Δυναμό σηκώθηκε και ήρθε μαζί μου στο περίπτερο γιά τσιγάρα.Τί θα μου πάρεις, τί θα μου πάρεις,με ρώτησε περιπαικτικά.Της πήρα άχρηστα και πολύχρωμα καλούδια, ακόμη κι ένα παιδικό κοκκαλάκι γιά κοντά μαλλιά.
 
Στο περίπτερο  βρίσκω πάντοτε την καλή χαρά μου. Εθισμένος στην κατανάλωση και έρμαιο πάσης διαφήμισης, είμαι μαθημένος πιθανόν από ατταβιστική κατοχική μεταφορά, να αισθάνομαι πολύ ανασφαλής με την παραμικρή στέρηση.Μοναχός  δεν καπνίζω ποτέ, γιά παράδειγμα. Το κάπνισμα αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο γιά μένα. Αν όμως μείνω χωρίς τσιγάρα κάπου, είμαι ικανός να περπατήσω χιλιόμετρα για ένα πακέτο που δέν θα καπνίσω,ακόμη και να ενοχλήσω περαστικό και να του ζητήσω ένα τσιγαράκι.Το περίπτερο απεναντίας, κλειστό ή ανοιχτό, πληθωρικό ή του χωριού, έχει όλες τις ανάγκες μου διατεταγμένες και συστηματικά παρουσιασμένες. Χαίρομαι κάθε φορά που αυξάνουν τα προϊόντα τους και εύχομαι νά ΄ρθει η ώρα που να μπορείς να πουλάς μετοχές, να τρώς κινέζικο ή να ψωνίζεις  πουκάμισα από περίπτερο. Λοιπόν,όταν η Δυναμό με παρακίνησε να της πάρω, μιλούσε  στο βαθύτερο εγώ,στον Νόννο-κουβαλητή, στον Νόννο-οικογενειάρχη, στον φίλο και  συνεργάτη, στον  ακουμβητή φιλικού ώμου κι όχι στον χειριστή κλειτορίδων. Είναι το μόνο πράγμα που ξέρω. Να ψωνίζω, γρήγορα, φτηνά και με ποιότητα.Είναι η μόνη γλώσσα που ξέρω και οδηγεί στο χαμόγελο της συντρόφου.
 
Οι γυναίκες ,παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα, ακόμη και αντίθετα με την πραγματικότητα, μου φαίνονται πολύ λιγότερο καταναλωτικά όντα από μερικούς άνδρες.Γιά την κάθε δραχμή που δαπανά μιά γυναίκα,πρέπει να επενδυθεί ακόμη μία τουλάχιστον σε διαφήμιση, προσφορές, εκλεκτή διακόσμηση καταστήματος, μοδάτη ατμοσφαίρα και  ένα σωρό άυλα  πράγματα, όπως το κύρος του μαγαζιού και τί έχει ψωνίσει η φίλη της. Αυτό δεν είναι καταναλωτισμός. Είναι υποστήριξη της αγοράς.Αφήστε τον χρόνο που χρειάζονται όλα αυτά, οι αλλαγές,τα διορθώματα, το ζύγισμα των υπαλλήλων,τα παζάρια. Απεναντίας οι άνδρες καταναλωτές μπαίνουν,τα μαζεύουν, τα πληρώνουν και φεύγουν τάχιστα, και η δραχμή που δίνουν πηγαίνει ολόκληρη στην τσέπη του εμπόρου.Αυτά είναι ακόμη πιό απλοποιημένα σε ένα περίπτερο. Αείποτε μου άρεζε η συντροφιά των γυναικών στα ψώνια.Με την Δυναμό η ευφορία μου δεν ήταν εξαίρεση, αλλά μιά ακόμη αφορμή να φιλοσοφήσω γιά το μέλλον μας χωρίς να την έχω ρωτήσει.
 
Μιά και δεν είχα ιδέα,μήτε απόκτησα ποτέ,από τον ψυχισμό των γυναικών ,η μόνη γλώσσα που γνώριζα ήταν  του χαμόγελου. Αν γελούσαν ή χαμογελούσαν, όλα ήταν καλά. Αν γκρίνιαζαν, ήταν άσχημα. Άν  ούρλιαζαν, ήταν πολύ άσχημα. Αν έπαιρναν μαχαίρι και το κουνούσαν απειλητικά, ηταν πάρα πολύ άσχημα.Αν έκλαιγαν ήταν θλιβερά. Το χειρότερο ήταν όταν δέν μιλούσαν, διότι αυτό εσήμαινε ότι η σκέψη τους πήγαινε στα τεράστια και δραστήρια γεννητικά όργανα των παλαιών ή ύποψηφίων εραστών τους, στην ευγένειά τους, στην κιμπαρωσύνη και στο μεγαλείο τους,στα σφιχτά τους στομάχια και  στην ερωτευμένη συμπεριφορά τους.
 
Με τη Δυναμό ήμουν πολύ σοβαρά ερωτευμένος γιά να  αναρωτηθώ σοβαρά περί του είδους της συντροφίας που θα είχαμε. Υπερέβαινε παρασάγγες τις ελπίδες αυτή η ακαταμάχητη μορφή. Αρχισα να αντιλαμβάνομαι καλύτερα τα μυθιστορήματα όπου περιγράφονται άνδρες διαλυμένοι από γαλάζιους αγγέλους και ωραίες του Πέραν, από Τζίλντες και Λολίτες. Η κρίσιμη στιγμή  του φυσικού θριάμβου ενός αρσενικού,ή ώρα που η μοιραία τον αποδέχεται στον κόλπο της, είναι ταυτόχρονα και η καταρράκωσή του, διότι πρέπει να της αντιχαρίσει  εμπιστοσύνη, ευγνωμοσύνη, στοργή και κατανόηση, ιδιότητες που έχουν τα αηδόνια,τα προβατάκια,οι καμηλοπαρδάλεις και  οι ταμειακές μηχανές αλλα όχι οι άνδρες.
 
Η Νταίζη δεν ήξερε ακόμη ότι υπήρχε ανάμεσα σε μένα και στη Δυναμό ερωτική πτυχή. Μας έβλεπε ως εγκαρδίους  συμφοιτητές, τεχνικούς. Ο Γούφας είχε πληροφορηθεί από μένα σε κοφτά, λαχανιαστά διαλείμματα της δουλειάς ότι την έχω ερωτευτεί και περνάω φάση,αλλά εκτός από μερικά βιαστικά μπράβο, δύσκολα έκρυβε την περίσκεψή του.
 
Ουσιαστικά βλέπαμε την ίδια εικόνα.
 
Έρωτας κεραυνοβόλος σε συνθήκες ιδιοσύστατες, επιστροφή στην Θεσσαλονίκη και στην τύρβη των μικρών φοιτητικών διαμερισμάτων, πίττα με γύρο, μπουκάλια γεμάτα, μπουκάλια άδεια, ταβερνάκια, συζήτηση γιά τι σου αρέσει τι μου αρέσει, ακρόαση μουσικής, πόκες, ερωτική ζωή φθίνουσα με τον καιρό, φτώχειες και πληρωμές λογαριασμών και μερικούς μήνες μετά, η αίσθηση της κοινής ζωής, συγγενολόγια, περίεργοι ανιόντες, ποικιλώνυμες συντροφιές, πολιτικές συζητήσεις και ξάφνου, μιά  νέα ανδρώα ή γυναικίς παρουσία. Μετατροπές του  πλάνου, νέες σχέσεις, πολιτικές συζητήσεις, πόκες, βαρέθηκα που τα διηγούμαι, φαντάζομαι πόσο βαριέστε που τα  διαβάζετε.
 
Κι όλα αυτά μπροστά σε ένα περίπτερο, ανοιχτό στους ανέμους, ένα στεριανό τρεχαντηράκι, πλοίον εκ Σιδώνος αλλά στην πατρίδα του Αικατερινάρη. Θα ήμουν με τη Δυναμό ένα συμβατικό ζευγάρι. Δεν θα τρέχαμε σε πάμφωτους δρόμους με μεγάλα κασκόλ και φουλάρια ώσπερ κιλίμια από μετάξι, μέσα σε ανοιχτά τετραθέσια Σίνγκερ ή διθέσια Τράιομφ, δεν θα σφίγγαμε τα σίδερα μιάς πενταμισάρας μπεεμβέ  κατεβαίνοντας τα πινδικά γρασίδια και τους κάμπους του Δεσπότη. Δεν θα μου ζητούσε παραξενιές την ώρα που  θα βλέπαμε τον πρέσβυ, μήτε θα μου πετούσε χαβιάρι στα μούτρα επειδή γλυκοκοίταξα μιά ηθοποιό. Ανάμεσα στην παλαβή χαλαρή ζωή και στο περίπτερο υπήρχε η Μαριάνθη, εγκυμοσύνες, βάσανα της φτώχειας, ασχήμια,  δικτατορία, δάκρυα, να δίνεις τα ρέστα σου γιά περίπτωση κέντας και  ο άλλος να  σε κοιτάει μέσα από τη σιγουριά του φούλ. Γι΄αυτό και πάγωσα ακόμη περισσότερο εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου, κάνοντας χαριτωμενιές μπροστά σε ένα περίπτερο.