• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Το αρχαίο υπάρχει, το χτεσινό όχι
Πάνος Θεοδωρίδης | 06.09.2014 | 18:20
Θυμάμαι  στην εφηβεία τον ιερό τρόμο που ένοιωθα όταν οι γονείς μου νοσταλγούσαν  τραγούδια , έργα και πρόσωπα του μεσοπολέμου.
 
Αττίκ, Κάκια Μένδρη, Βεάκης, Μαξ Λίντερ, Ζαμόρα, Βικελίδηδες,τα τραγούδια του Παθανάρες,Σκίπης, Παπαναστασίου, Ιασονίδης σχημάτιζαν γύρω μου ένα σμάρι νεκρών ,πιο νεκρών κι από τον  Αίγισθο.
 
Μνημόνευαν περί το 1960 γεγονότα του 1930 και ζαλιζόμουνα από το απύθμενο παρελθόν που μ΄έσπρωχνε η μνήμη τους.Σήμερα ρωτάω κανέναν νεότερο πότε γεννήθηκε κι όταν μου  απαντά «το 1978», μαζεύομαι στα λόγια, γίνομαι προσεκτικός διότι τρέμω που του δημιουργώ την ίδια  ακαλαίσθητα παρωχημένη διάθεση που μου προκαλούσαν τότε οι μεγαλύτεροι.
 
Οδηγώ ένα αυτοκίνητο του 1981 και είναι στα όρια της αντίκας. Ανακαλύπτω στο αρχείο μου μια φωτοτυπία του 1973 και δεν διαβάζεται πιά.
 
Μιλάω για Γκοντάρ, Μπίτλς, Πολυτεχνείο και έχω την αίσθηση ότι  μεταφράζω άγνωστο αρχαίο κείμενο σε άγνωστη αρχαία γλώσσα. Από το εικονοστάσι των ηρώων μου ,κανένα παλλάδιο δεν έχει περάσει  στη νεότερη γενιά.
 
Ακόμη και τα βίντεο  της περασμένης δεκαετίας δείχνουν τόσο παρωχημένα! Κι όμως, αισθάνομαι τόσο ζωντανός, τόσο  του μέλλοντος! Ακόμη χειρότερα, βλέπω να λιβανίζουν πλέον την αξέχαστη γενιά του 80, να φοράνε καμπάνες και να λατρεύουν  μουσικές που περιφρονούσα για την αδόκιμη κυριαρχία τους στον ωριμότερο κόσμο που υποτίθεται είχα μεγαλώσει.
 
Αποτέλεσμα: ο  Ηρόδοτος, ο Ροϊδης, ο  Κατακουζηνός και ο Γκόγκολ  ζούνε μέσα μου άφθαρτοι, άμωμοι και αγέννητοι.
 
Απεναντίας  οι πρωτοπόροι φίλοι μου, οι  έρωτες και οι ελπίδες μου, φθείρονται  σε καμμένα αρνητικά, πετσικαρισμένα βινύλια και σελίδες παγκοσμίως άγνωστες.
 
Δεν γίνεται, μονολογώ: πρέπει να υπάρχει μια στιγμή στο μέλλον, όπου η φθορά μετατρέπεται σε ιστορία, η κακομοιριά σε μεγαλείο και  τα λογοτεχνικά χειρόγραφα σε ιστορικά τεκμήρια.
 
Στο μεταξύ, η φλόγα που νοιώθω μπορεί να σβήσει  χωρίς κανένας να συγκινηθεί, οι γνώσεις που απόκτησα μπορεί ποτέ να μη μεταδοθούν, και το βλακόμουτρο που σιχαινόμουνα να γίνει  σεβάσμιος  κήνσορας.
 
Γράφω αυτές τις αράδες ακούγοντας από την τηλεόραση μουσική του Χατζιδάκι, σε εκπομπή αφιερωμένη  στη μνημη του. Όλη μέρα άκουγα ανούσιες μπαρούφες για τον μεγάλο δημιουργό που μας άφησε ορφανούς.
 
Ούτε λέξη γι΄αυτούς που τον  κάρφωσαν  στον σταυρό σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων, ούτε λέξη για τις  μουσικές συνδικαλάρες που δεν επιθυμούσαν να τους διευθύνει κάποιος που δεν τέλειωσε ένα ωδείο,ούτε λέξη γιατί τον ξήλωσαν από το Τρίτο πρόγραμμα,ούτε λέξη για την κριτική που τον κατηγορούσε ότι γράφει στο πόδι, ούτε λέξη γι΄αυτούς που τον κατηγορούσαν  ως υποκλοπέα μελωδιών.
 
Όσοι τον κατηγόρησαν, είτε πέθαναν ένδοξοι, είτε κυριαρχούν και σήμερα  στις προθήκες.
 
Φαίνεται ότι από την εποχή που γράφτηκε το πόνημα «περι της του Ηροδότου κακοηθείας»,δεν κατακρίνονται οι Ομηρομάστιγες.Όλα βολεύονται γλυκά,ο δίκαιος και ο άδικος λόγος εναλλάσσονται  με σφυγμική επαναληπτικότητα.
 
Το αρχαίο υπάρχει, το χτεσινό όχι.
 
Γι΄αυτό και θα τηλεφωνήσω σήμερα κι όλας στη μάνα μου, να μου προφτάσει εικόνες  απ΄το Παπάφι του 30,εικόνες Κατοχής και άνοιξης,να μου μιλήσει  για τη γιαγιά της και  τα διδασκαλικά της βιώματα.
 
Κι εσείς, υποκριτές αναγνώστες, όμοιοί μου, αδελφοί μου, κλείστε σήμερα το ρημάδι το κουτί κι αφεθείτε  στις μνήμες των γερόντων, για να΄ναι  γαλήνια η ψυχή του Μάνου Χατζιδάκι στο σκοτεινό  κελλί της λήθης.