• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τας ελαίας τρία- τρία
Πάνος Θεοδωρίδης | 01.09.2014 | 20:23
Στον Βλαδικαύκασο του 1923, η οικογένειά μου ήρθε ώρα και επείνασε. Ο πάππος μου είχε αναχωρήσει στους ουρανούς από τύφο κι άφησε το φουρνάρικό του χωρίς κανένας να ξέρει πώς ζυμώνουν το ψωμί.
 
Η γιαγιά μου ανέλαβε να το ψήνει  αλλά τα μικρά παιδιά της δεν μπορούσαν να κουμαντάρουν το καθημερινό καρότσι και να το πηγαίνουν στο παζάρι, δυο χιλιόμετρα κατήφορος.
 
Κι όπως στην μετεμφυλιακή Σοβιετία οι κουλάκοι και οι κοζάκοι δεν άφηναν την αγορά, ο κόσμος έκανε ουρές για τα πίτουρα.
 
Η αγορά δεν είχε παρά λάχανα, πατάτες και ελιές.Οι ελιές ερχόταν από τα μέρη της Τουρκίας .
 
Έτσι εξαργύρωνε ο Κεμάλ την συμμαχία του με τους βόρειους γείτονες,συμμαχία που του επέτρεψε να νικήσει την άφρονα Ελλάδα και να διώξει τους αγγλογάλλους.Οι ελίτσες της Προποντίδας και του Μαρμαρά, της Ιωνίας και της Περγάμου,μιά και δεν υπήρχαν στην Μικρασία Έλληνες να τις κάμουνε λάδι και να τις τσακίσουνε στο ξύδι, μαζεύτηκαν από τις οικογένειες των τσετών κι από δύστυχους αιχμαλώτους και πήγαν καραβιές στην Ρωσία.
 
Έφταναν στο τραπέζι της οικογένειάς μου στον Βλαδικαύκασο,μαζί με τα τοπικά κρεμμύδια και το μαύρο ψωμί.
 
Τα παιδιά είχαν μερίδιο τρείς ελιές το καθένα.Η γιαγιά μου κρατούσε μία.
 
Κι όπως το παιδικό ταμάχι ήταν μεγάλο,στην αρχή τις κατάπιναν ολόκληρες, ώσπου η γιαγιά μου απέδωσε εργονομική δικαιοσύνη:
 
«τας ελαίας τρία- τρία» έλεγε αυστηρά στα τρία της κλωσσόπουλα, ήτοι «με τρείς μπουκιές να τρώτε την κάθε ελιά».
 
« Μοίρα» στην μεσαιωνική ορολογία ,καλείται το ένα τρίτο. «Δίμοιρον», είναι τα δύο τρίτα.Η γιαγιά μου έλεγε στα παιδιά της να τρώνε την μοίρα της ελιάς.
 
Γιά την άλλη μοίρα, την αδέκαστη και τραγική, την μοίρα της ζωής και του θανάτου,είχε πολλά να ορίσει ο επερχόμενος αιώνας.
 
Τα θυμήθηκα όλα αυτά,προσέχοντας ότι εξακολουθώ να δαγκώνω τας ελαίας τρία τρία,εμποτισμένος παιδιόθεν από την γονική ιστορία.
 
Μπορεί να μή έμαθα πώς να ζώ, πώς να πεθάνω, πώς να ψηφίζω,ποιόν να εμπιστεύομαι,ποιόν να αγαπώ, γιατί γράφω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να παιδέψω ολόκληρη ελιά στο στόμα.
 
Στις οικογένειες του καθενός μας σταλίζουν τέτοιες ιστορίες προσφυγικής, κατοχικής και εμφύλιας στέρησης.
 
Το φιλί προς την μπουκιά του ψωμιού που πέφτει στο χώμα,το ψωμοτύρι του απογεύματος,όπου σοφά κατανέμαμε τα ποσοστά του σε κάθε δαγκωνιά, ο τενεκές το λάδι που ακόμη αγοράζουν ως παρακαταθήκη έναντι δίσεκτων καιρών σεβάσμιοι γέροντες, είναι τμήματα μιάς τρελής, απόμακρης και οικείας παράδοσης που μας συνέχει και μας κατέχει, όσα σκουλαρίκια κι άν κρεμάσουμε στα αφτιά.
 
Κατά τα άλλα, θέλουμε και δεν μπορούμε, χάνουμε και βρίσκουμε την εθνική μας ταυτότητα, άλλοι μπουκάρουν στη  Συρία και κανένας δεν θίγεται (εκτός από την Συρία!) ,άλλοι βαρούν στο Κοσσυφοπέδιο  τα νταούλια κι άλλοι τα βιολιά.
 
Πρόσφυγες στα Βαλκάνια και προσφυγές στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Ακίνητοι Αλβανοί στις πλατείες των χωριών ψειρίζουνε καμιά κρεμασμένη μπουγάδα και τρώνε έκθαμβοι  τα γαριδάκια των περιπτέρων του Βαρδάρη.
 
Δίς πτυχιούχοι ανατολικοευρωπαίοι ασβεστώνουν τις αυλές μας και μαζεύουν τα μπαμπάκια ενώ τα κορίτσια τους αναδέχονται τους βεβιαγκρωμένους συνέλληνες στα ξενυχτάδικα.
 
Είδα τις προάλλες λαχειοπώλη που έκανε διαπραγμάτευση μετοχών σε περιφερειακή αγροτούπολη,γεμάτη πεζοδρόμους και εκσυγχρονιστική ανάπτυξη.Κάθε μέρα,στα τριακόσια μπαράκια της τα φορτηγά ξεφορτώνουν έναν τόνο εσπρέσσο σε κόκκους.
 
Οι ποιητές αγωνίζονται να γράψουν κανένα μυθιστόρημα μήπως και τους εκδόσει κάποιος,ενώ τα ποιήματα, μαζί με τον ήλιο του απογεύματος,ριγούν στην υγρασία του καιρού.
 
Μιά και οικολόγοι, ενώσεις πολιτών και έτερα ελπιδοφόρα εκλέγουν και εκλέγονται αυτές τις μέρες, αυτοβούλως πάτε στις λαΙκές και πάρτε φρέσκες ελιές.
 
Σπάστε τις με κροκάλα και γιά καμιά βδομάδα βάλτε τις στο νερό και να το αλλάζετε κάθε μέρα. Μετά,τις σφραγίζετε σ΄ένα γιάλινο δοχείο με τρία μέρη νερό,αλάτι, δύο ξύδι, ένα λάδι,βάλτε δενδρολίβανο και άλλα αρωματικά κι αφήστε το στον ήλιο του απογεύματος δυό τρείς εβδομάδες.
 
Μετά, τις γεύεστε με τσίπουρο στα Νικολοβάρβαρα.
 
Μόνον, σας παρακαλώ, τρία- τρία.