• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο κιθαρωδός,ο αριθμομνήμων και ο εραστής.
Πάνος Θεοδωρίδης | 25.07.2014 | 17:18
To 1971 ,μετά από δύο επισκέψεις στο λόφο της Ρεντίνας , στην κλειτορίδα του γεωφυσικού αιδοίου, που ο στρατιωτικός περιηγητής Χρυσοχόου ονόμασε «τα Μακεδονικά Τέμπη ήτοι τα στενά της Αρέθουσας» ανεβάσαμε και τον Θανάση.
 
Πρώτη φορά ήμουν μόνος, δεύτερη με τον Σταμάτη.
 
Η αλληγορία του θήλεος σώματος για να χαρακτηρίσει την Μυγδονία απαιτεί να τοποθετηθεί η κοιλιά της και η σπλαγχνικη χώρα στην λίμνη Βόλβη, με τους νεφρούς της στα λεγόμενα λουτρά Βόλβης νότια και στα ιαματικά νερά Μεγάλης Βόλβης, μαρτυρημένα ,αλλά πλέον στεγνά στα βόρεια.
 
Τα φτενά πνευμόνια της τότε θα είναι η κατεστραμμένη σήμερα λίμνη Λαγκαδά ή Κορώνεια, που τότε ανάσαινε έστω και υπο την βαρεία πλευρίτιδα των  καλαμεώνων της.
 
Η μεσούλα της ήτον ανάμεσα σταις λίμναις, εκεί που θριάμβευε το δέντρο με τους ερωδιούς.
 
Λαιμό θα χαρακτήριζα την αρμονική όδευση απο το Περιβολάκι στα Δριμύγκλαβα ενώ η κεφαλή της ήτουνε το στέμμα του κάστρου του Αετού που μνημονεύει ο Βρυέννιος, με πλήρη θέα στην κοιλάδα του Γαλικού.
 
Τα βυζία της ,αριστερά ήτο ο λόφος Σιβρί, μαστοειδές έξαρμα σήμερα λατομημένο και κτηνωδώς αναδασωμένο ,δίκην μαστεκτομής, ενώ δεξιά έκειτο το μπλαστρωμένο με τα μεσαιωνικά τείχη της Λητής.
 
Η Μυγδονία ήταν τυφλή, καθώς στα ματάκια της χτίστηκαν η Μπάλτζα και η Νέα Σάντα, ενώ αντί αφτάκια είχε δυό προϊστορικα εξάρματα, το ανεπίγνωστο κάστρο του Βεσελτζού και το Δράνοβο, παρατημένο χωρουδάκι.
 
  Στόμα της τα Πλαγηνά που αναφέρει ο Κατακουζηνός και σήμερα τα λεγουν Λαγυνά, κατά τις αλλαντάλλα ονοματοθεσίες παπαδασκάλων που έγραφαν πάντα τοπικές ιστορίες αρχόμενες απο Ομήρου και Θεογονίας.
 
Η Μυγδονία ως Κυρά ,εξεικονίζονταν με κεκαμμένη την αριστερή γάμπα και γονατίζουσα κατά την δεξιά κνήμη ,όπως η αρχαϊκή Γοργώ σε ένα αέτωμα ναού της Κέρκυρας.
 
Το αριστερό της πέλμα, με γόνατο την Ασπροβάλτα, που κατά τα αρχεία της Σιμόπετρας ιδρύθηκε το 1601, ' ήταν στην Άργιλο, ενώ το ρεμβό δεξί της πόδι ήταν το Σύλεος πεδίον των αρχαίων, με φτέρνα το παλαιοχριστιανικό κάστρο πάνω από τον Άνω Σταυρό.
 
Σε αυτηνής  της Μυγδονίας τον μυστικόν θήλυ παράδεισον ανεβήκαμε (ο Πάουλους Λούκας τον αποκαλεί "ωσεί αρτίδιον σακχαρόπηκτον" το 1704)και τον βρήκαμε ανασκαμμένο από λοκατζήδες που έβγαλαν τις νάρκες από τον θύσανο του λόφου για να ανέβει ένας ερευνητής καθηγητής.
 
Εμείς τις δυο φορές ενώ ξέραμε από τα σήματα με νεκροκεφαλές  πως υπήρχε ναρκοθέτηση, απλώς προσέχαμε που πατούσαμε. Οι τρύπες το έδαφος έδειχναν πως μόνο που δεν χορεύαμε πάνω στις νάρκες αλλά ζήσαμε.
 
Θέλαμε τον Θανάση να κρατάει μετροταινία για τον τριγωνισμό, να εξαρτήσουμε τα ερείπια μέσα στα πουρνάρια και τότε είδαμε πως είχαμε ξεχάσει χαρτιά και μολύβια κάτω στην κρήνη Αρέθουσα, έναντι του τάφου του Ευριπίδη.
 
Καθώς βαριόμασταν να κατέβουμε, καθήσαμε αθυμούντες, ενώ ο Σταμάτης αυτοσχεδίασε στην κιθάρα το τραγούδι «τα κατσίκια με κοιτάζουν» ώσπου ο Θανάσης μας γέλασε ανέμελα και μας είπε. Μετράτε με σύστημα και κυκλικά, είμαι αριθμομνήμων. 
 
Έτσι και έγινε.
 
Κατεβήκαμε μετά τρεις ώρες ,έχοντας «δέσει» το χαράκωμα, το ταμπούρι επι Εμμανουήλ Παπά, την βασιλική και την ερωμένη μου σταυροειδή εκκλησίτσα που οι ντόπιοι έλεγαν Άγιο Δημήτριο, με την οποία είχα παλαιότερα μιας μορφής σαρκική σχέση.
 
Κατεβήκαμε διψώντες και πεινώντες στο καφενεδάκι έξω από το στρατόπεδο των λοκατζήδων, όπου ο δρόμος  χώριζε στα δυο και εξαιτήσαμε ομελέτες και κρεμμύδια απο τον καφετζή, ου μην αλλά και πρόχειρα χαρτιά , που μας έφερε εκείνος κόβοντας φύλλα απο ένα τετραδιάκι και δίδοντάς μας ένα μολύβι πλακε μαβί που είχαν τότε οι μπακάληδες.
 
Με τον Σταμάτη σχεδιάσαμε το κροκί και ο Θανάσης, πάντα γελαστός, είχε τα δάχτυλα των χεριών του τεταμένα ωσάν να εκράτει δίχαλο γιά να βρει νερό, και μας υπαγόρευσε όλες τις διαστάσεις που απομνημόνευσε. Με ακρίβεια δύο δεκαδικών.
 
Πέρασαν έτη πολλά και κάποια στιγμή, στην τριακοστή τόση επιχείρηση με τίτλο «εκκαθάριση του αρχείου», κι αφού είχαν γίνει επαληθεύσεις και σχέδια επί σχεδίων, από σκαριφήματα έως ένα προς είκοσι κανονικά, πρόσεξα πως τα χαρτιά του ταβερνιάρη ήταν ανώμαλα, με προφανή ίχνη γραφής από σελίδες που είχαν αποκοπεί.
 
Ήξερα το κόλπο, επέθεσα αχνό καρβουνάκι στις σελίδες και επεφάνησαν αποσπάσματα από επιστολές αγνώστων μου, τουλάχιστον τριών ,που κάποιος ατεχνώς εγγράμματος, είχε γράψει ενώ άγνωστοι του υπαγόρευαν. Μπορεί να ήταν φανταράκια, μπορεί και χωρικοί. Ανδρώα γραφή.
 
Το καρβουνί χαρτί διέθετε οίστρο, αγάπη,έρωτες, νοσταλγία, περιγραφές βασάνων και φαγητά, αλλά και τα απαραίτητα «πόσο σε θέλω», «μην είσαι άπιστη», «ξέρω ότι ο εξάδελφος Κώστας σε ποθεί». Όλα αποσπασματικά ,επειδή μάλλον ο ταβερνιάρης μας έδωσε τις τελευταίες του τεφτεριού σελίδες και προηγήθηκαν ίσαμε δέκα και βάλε επαλλήλως γραμμένες και κομμένες.
 
Αυτά συνέβησαν μεταξύ άλλων εν Μυγδονία εκείνην την ημέρα και την φορά, ανάμεσα στις επισκέψεις στην Νυμφόπετρα και στην Αγία Μαρίνα περι των οποίων την άλλη φορά.
Δείτε επίσης: