• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 13
Πάνος Θεοδωρίδης | 13.03.2014 | 09:00
Το κρυφό ζευγάρι
 
ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ του στρώματος,κολλητά στο σώμα μου, με το αριστερό χέρι χαλαρωμένο πάνω μου και με το δεξί να σκεπάζει το πρόσωπό της, η Δυναμό κοιμάται. Ξημερώνει στην παραλία της Ορμύλιας μιά νέα ημέρα παρόμοια με σύμπασες τις επερχόμενες, με έναν αστείο κωδικό αριθμών χαραγμένο στην ανατολή της.
Η Δυναμό  γυαλίζει το δέρμα της από τον στεγνωμένο ιδρώτα που κατά καιρούς την κατέκλυζε αχνιστός, κυλώντας σε φαρδιά αυλάκια, σταλίζοντας αλλαχού στους τρυφηλούς της πόρους,και μοιάζει να μή ανασαίνει.
 
Μήπως την κοίταζα αυτοτελώς, μήπως μου έδινε πρωτογενή χαρά; το εσωτερικό μου στερεοφωνικό άρχισε να παίζει το τραγούδι του Κάτ Στήβενς γιά την Πάτι Ντ’ Αμπαρβίλ,μάι λέιντι Νταμπάνβιλ .Αυτός κοιμήθηκε μαζί της, διέπλευσε την εμπειρία του έρωτα και του θανάτου και έγραψε ένα τραγούδι γιά να γλυτώσει απο τα βάσανα.Παρομοίως ,στο ξενοδοχείο Τσέλσι,ο Λεονάρδος Κοέν ,αναθυμάται τη βραδιά που πέρασε με μιά στάρ του τραγουδιού, ξεπερνάει το επίκαιρο και προτιμάει να στείλει μιά μποτίλια στο πέλαγος των ανθρώπων.Αν ο Κάτ Στήβενς έγραψε τέτοια τραγουδάρα γιά μιά λεπτοκόκκαλη ηθοποιό που κατάληξε να παίζει σε τριτοκλασάτες ταινίες, κι άν  ο Κοέν πόνεσε όσο πόνεσε γιά την Τζάνις Τζόπλιν, τί θά΄πρεπε να κάνει η αφεντιά μου με τέτοια ομορφιά πάνω στο αχυρόστρωμα;Κοίταζα τη Δυναμό και σκεφτόμουνα την ιστορία μας μετά το τέλος της. Θα προέκυπτε ποίημα, τραγούδι, μυθιστόρημα, έτερον είδος ή το απόλυτο μηδέν; και γιατί μιά εμπειρία είναι μηδενική όταν δεν βρίσκει τρόπο να εκφραστεί; Ήταν προφανές ότι είχα ζευγαρώσει με την ηγερία της τέχνης μου.Δεν  είχα επαφή με μιά γυναίκα, αλλά με την εικόνα της.Και τότε  με παραφορά , είδα την δική μου εικόνα.
 
Η Δυναμό δεν είδε έναν παχύ  άνθρωπο μέσα στο ασανσέρ.Είχε την προεικόνα του πρωτοετούς φοιτητή κι όχι την μεταγενέστερη ξεχειλωμένη κοψιά. Αλλά το 1974, σε μιά επιστροφή της φύσης και χάρη στις ποδηλατάδες που ενασκούσα τρείς μήνες ήδη, ήμουν ένας  εικοσιπεντάρης εβδομήντα δύο κιλά, πράγματι αδύνατος.Την ώρα που έμπαινα στο πεδίο των πενήντα ,είχα φτάσει στα διπλάσια κιλά.Έχω χρόνια να δέσω τα κορδόνια μου, να βάλω άνετα κάλτσες και  υποθέτω απλώς πού είναι τα γεννητικά μου όργανα διότι όταν κάθομαι δεν τα βλέπω.Ο Μπόστ, εκ των  Μόντι Πάιθονς της νεότητάς μου ,έγραψε και το πιστεύω: πώς να περιμένεις από έναν χονδρό λεπτότητας. Λοιπόν, από το παχύσαρκο παρόν μου, οι δυσκολίες να αντιληφθώ την εικόνα που έδινα στην Δυναμό αποστεωμένος, είναι πράγματι  μεγάλες.
 
Η Δυναμό κοιμάται και εφ΄όσον την ιστορώ, μπορώ να το κάνω μόνον ως τεχνίτης.Δεν ξέρω τη ζωή της, δεν ξέρω τον χαρακτήρα της, δεν ξέρω τις παραξενιές της. Η φωνή και το σώμα της, ο τρόπος που κοιτάζει και φέρεται με συγκλονίζει, αλλά δεν ξέρω ακόμη, και θ΄άργήσω να μάθω, εάν κινούμαι ως αλεπού που κάνει κρεμαστάρια αυτά που δεν φτάνει. Δεν αισθανόμουν άξιός της. Αισθανόμουν εκμηδενισμένος ,ασχημος, άχαρος. Άρχισα να φοβάμαι ότι θα ξυπνήσει και θα γελάει με την τραυλότητά μου, θα περιγελάσει την ερωτική μου δράση, θα ανακαλύψει ότι η ψωλή μου είναι πολύ μικρή ή πολύ μελάτη γιά τα γούστα της, θα χαϊδέψει τα μαλλιά της, θα τινάξει το κεφάλι και θα με περιφρονήσει. Όταν ο πατέρας και ο θειός μου, μικρά παιδιά καβγάδιζαν στο Ιρκούτσκι  της Σιβηρίας τα χρόνια της Οκτωβριανής επανάστασης,ο καβγάς σταματούσε από την πλευρά του θείου μου μόλις ο  πατέρας μου ο Φέντιας του έλεγε,εγκαταλείποντας τα λογικά επιχειρήματα:  σταμάτα γιατί θα σε περιφρονήσω! Και μετά, σκεφτόμουνα και τρόμαζα, θα περάσουμε μερικές μέρες ως συνεργάτες, χωρίς άλλες εξηγήσεις, παρά μόνον αυτές που θα απέρρεαν από την περιφρονητική σιωπή της.
 
Η Δυναμό άνοιξε τα μάτια και μού γέλασε.
 
Δεν ίσχυε λοιπόν τίποτε από όλα αυτά. Είχε περάσει καλά ή δεν θυμόταν  πως ειχε περάσει. Ειχα κατενώπιον μιά περίπτωση ευτυχίας ή αμνησίας.Ειχα προφανώς γλυτώσει  το μεγάλο ρεζιλίκι.Ακόμη κι άν δεν θα με άγγιζε πλέον στο μέλλον,ήταν ευγενής.Αν είχε αηδιάσει, το έκρυβε.Άν είχε μείνει αδιάφορη, δεν το υπερτόνιζε.
 
Η Δυναμό με αγκάλιασε.Τωρα όλα ήταν διαφορετικά. Πλήν η αγκάλη της δεν επιζητούσε μεταθανάτια, συγγνώμη, μεθεόρτια τρυφερότητα. Πάλι στη γλώσσα των σωμάτων, μου έδειξε ότι ήθελε να υπάρχει μεταξύ μας δεσμός αλλά θα έπρεπε να μείνει γιά την ώρα κρυφός. Ότι θα μπορούσα να το πω στον Γούφα (οι άντρες είναι πολύ πιό κουτσομπόληδες από τις γυναίκες) αλλά θα ήταν σπουδαίο να μή το μάθαινε η Νταίζη.Η αγκάλη της μου μετέδωσε κι άλλα κατεβατά της σκέψης της. Είχε ενδιαφέρον αλλά άς περιμένουμε,δεν ξέρω, δεν είμαι μπερδεμένη, αλλά δεν θέλω να βιάζουμε τα πράγματα.Στο κάτω κάτω είμασταν μεθυσμένοι. Σήμερα που είμαι νηφάλια θα σε περιεργαστώ, θα σε ψάξω, θα δώ πώς κρατάς το τσιγάρο και τις άλλες γυναίκες, άν λές εξυπνάδες ή εννοείς κάθε σου λέξη,θα δώ άν μένεις καθαρός,άν ρεύεσαι κι άν στοχάζεσαι.Εξάλλου έχεις μιά γυναίκα γκαστρωμένη και καρφωμένη σ΄ένα κρεβάτι να περιμένει το μωρό σου και αυτό δεν είναι  ευνοϊκό στοιχείο .Δηλαδή και σε μένα θα έκανες το ίδιο; είσαι ερωτευμένος όσο δείχνεις; χαίρομαι που δεν ρώτησες άν έχυσα το βράδι, αλλά με είπες Μαριάνθη και είμαι η Δυναμό. Ακόμη ένας κολλημένος που κερατώνει την γυναίκα του μόλις μείνει έγκυος; ασε μου περιθώρια, θέλω λίγο καιρό να καταλάβω.
 
Όλα αυτά τα έπιασα αμέσως διότι αγκαλιάζοντάς με, έκανε δυό αδιόρατες κινήσεις: έκλινε με τρόπο το κεφάλι προς το άνοιγμα της καλύβας, μήπως μας δεί κάποιος και δεν με αγκάλιασε ως τελευταια πράξη ενός μετέρωτος παρά ως να είμασταν στον σταθμό των τρένων  υπο χωρισμό γιά καμιά εβδομάδα.
 
΄Ετσι, την αφησα και βγήκε πρώτη,έφτασε στη θάλασσα και βούτηξε γυμνή στο νερό.Στεκόμουν στο θύρωμα, μεταξύ καλύβης και άμμου, μεταξύ του ονείρου στο κύμα και της εκτάσεως του αχανούς Αιγαίου που εκοιμάτο, μεταξύ σφύρας και άκμονος, μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης, όπως καταλήγει με δραματικό τρόπο η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Μόνο που δεν ήμουνα ακόμη γραία, και δεν ήξερα ποιό παιδάκι απέπνιξα γιά να μή ταλαιπωρείται στον κόσμο. Στις μετεφηβικές μου γραφές  υπάρχει η ιστορία της κόρης Βαρβαρούλας που συναντώ δήθεν ως οδοιπόρος στα χωράφια και υπο αδιευκρίνιστες συνθήκες πεθαίνει. Θυμάμαι μιά φράση: κατόπιν ο Νόννος αφήνει στο δρόμο το πεθαμένο κοριτσάκι και κλαυθμηρίζοντας ακατάπαυστα επιστρέφει στην πόλη, αλλ΄ήταν ποιητής και ήθελε μιά κόρη από τη γυναίκα του και πέρασε την υπόλοιπη ζωή του τιμωρώντας αμείλικτα όσους τον ρωτούσαν τί απόγινε η Βαρβαρούλα. Γυναίκα μου ήταν η Μαριάνθη που έπλαθε γιούς.Αργότερα, μετά επτά χρόνια φαγούρα, μου χάρισε μιά κόρη, την κόρη μου που είναι και λέγεται Ραλλού( το μόνο πραγματικό όνομα σε αυτό το μυθιστόρημα). Τώρα η Δυναμό προκάλεσε έναν σεισμό στο μυαλό μου καθώς βυθιζόταν στην θάλασσα λέγοντας συμβατικότητες γιά το δροσερό νεράκι και λοιπά. Χάλασα το πλάνο πηγαίνοντας στη διπλανή καλύβα και ξύπνησα τα παιδιά.Τα μαζέψαμε και φύγαμε.
 
Δεν έχω επιστρέψει ποτέ στην παραλία αυτή. Ο χωματόδρομος ασφαλτοστρώθηκε, από τις ταμπελες στην διασταύρωση υποθέτω ότι  έχει γεμίσει ξενοδοχεία, πανσιόν και ενοικιαζόμενα, ότι αφθονούν καντίνες και  μικρομάγαζα, ταβέρνες και κλάμπ.Στο έρημο βουνό απέναντι φυτεύτηκε ένα μοναστηράκι, στο ίδιο μέρος όπου πρίν  εφτακόσια χρόνια κάποιος Σκαράνος , ηγούμενος, είχε υπόσταση και γράφει στη διαθήκη του αυτολεξεί, όταν πεθάνω να με λαζαρώσουν και να με σύρουν από τα πόδια εκεί όπου σπέρνει  ο Κουκουναράς την φακήν  και να με αφήσουνε  ημέρας τεσσαράκοντα. Εδώ κοντά θάψανε τον Πεντζίκη.
 
Μήτε θα πάω ποτέ. Ζωντανός ο χώρος στο μυαλό,έκφρονες οι αναμνήσεις.Στην ουσία δεν νομίζω ότι έφυγα ποτέ από την  αμμουδιά της Ορμύλιας, διότι, όταν την αφήναμε κυριαρχούσε μιά απόλυτη σιωπή. Η μόνη διαφορά ήταν πως αλλάξαμε θέσεις. Τώρα καθόταν ο Γούφας με τη Νταίζη μπροστά και ο Νόννος με τη Δυναμό πίσω. Αυτονόητα. Αυτοδικαίως. Από τον τρόπο που άφηνε το σώμα της να με αγγίζει, κατάλαβα ότι θα είμασταν γιά κάποιες ώρες ή μέρες ένα κρυφό ζευγάρι.Θα με ήλεγχε, θα πρόσεχε το καθετί αλλά σημασία είχε ότι τα είχαμε.
 
Ο δικός μου Κουκουναράς σπέρνει τη φακή στο χωριό Αγροσυκιά. Ο πατέρας μου  ο Φέντιας και ο θείος μου ο Πέτιας είναι θαμμένοι δίπλα δίπλα. Εμενα θα με θάψουνε στον τάφο του πατέρα μου,μαζεύοντας τα κοκκαλάκια του σε μιά γωνίτσα του σκάμματος,άν και θα προτιμούσα να τα φιλοξενήσω μέσα στο φέρετρο. Καμιά πράξη της ζωής μου δεν θα τον οδηγήσει να με περιφρονήσει.Η νύχτα και τα χώματα δεν έκαναν κακό στον πατέρα μου,όπως ίσως στον πατέρα του Αχιλλέως Παράσχου.Το ιδεωδες θα ήταν να αποθάνω ενώ η Ραλλού θα ήταν σε μακρινό ταξίδι και να της γράψει η Δυναμό,ειδοποιώντας την με τους στίχους του Διονυσίου Σολωμού : του πατέρα σου όταν έρθεις,/ δεν θα βρείς παρά τον τάφο/ είμαι ομπρός του και σου γράφω/μέρα πρώτη του Μαγιού.
 
Φοβάμαι πάρα πολύ τον θάνατο,αλλά γιά μιά τέτοια Πρωτομαγιά, με την Δυναμό  του σήμερα, σκεφτική μπροστά στο γρασίδι της  ταφής μου,μπορώ να μή φοβηθώ άλλο ενόσω ζώ.