• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 08
Πάνος Θεοδωρίδης | 08.03.2014 | 09:00
Ανάβαση
 
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ κατασκήνωση,το βράδι ανάψαμε μιά φωτιά και χαζεύαμε ώσπου ο καιρός βάρυνε και  έρριξε μιά μπόρα, άλλο πράμα.Ο πορτοκαλής πολτός που άλλοι αποκαλούνε γή της Κασσάνδρας και είναι μαλακός και υπαίτιος που χάθηκαν όλες οι αρχαίες της πόλεις μέσα στον Τορωναίο και στον Θερμαϊκό έκανε τον χωματόδρομο ανόδου άβατο. Μπήκαμε βραδιάτικα μέσα στη θάλασσα και χαιρόμασταν τους κεραυνούς στην απέναντι ακτή,το θρόϊσμα του πιτζακεώνος ήτοι του πευκώνος και ήταν σα να λείπαμε μήνες από την πόλη. Η  Γαία θεά των ορφικών ,μας έκαμε μέλη της εκείνην την αξέχαστη νύχτα, αξέχαστη γιά τα σοκολατόπαιδα που υπήρξαμε φυσικά, διότι μήτε πρόσκοποι υπήρξαμε, μήτε ορειβάτες και κυνηγοί.Ο Γούφας μπήκε με την Νταίζη στη βρεμμένη σκηνή και αναστέναζαν κανένα δεκάλεπτο, ώσπου κόπασε ο καιρός και φάνηκε ένα φεγγάρι μαγικό,στην άκρη του ορίζοντα και μετά άρχισαν τα γλαυκά και τα ρόδινα μιάς ανατολής.Οι μέρες μεγάλωναν και ανατρίχιαζαν τα πράσινα νερά του κολπίσκου. Τον επόμενο μήνα σειρές από τσαντήρια και αντίσκηνα θα φιλοξενούσαν τον παραθερισμό των Σαλονικιών, αλλά γιά την ώρα, κάθε άδειο μπουκάλι  από πέρισυ, κάθε σχήμα στρόγγυλο ή πολύγωνο από κροκάλες στη σειρά, ενδείξεις παλαιών κατασκηνωτών, ήταν μέρος της φύσης που η μητέρα Σελήνη μας έδειχνε, κοντά  στην γραμμη των οριζόντων.
 
Ξημέρωσε Τετάρτη και πακετάραμε, βάλαμε μπρός το αυτοκίνητο και  δοκιμάσαμε εις μάτην να ανεβούμε στο επίπεδο της ασφάλτου.Ήταν αδύνατο.Ο χωματόδρομος ήταν λασπωμένος και έπρεπε να ξεραθεί από τον μεσημεριάτικο ήλιο.Είχα ένα προβληματάκι: απείχα πενήντα χιλιόμετρα από τον Πολύγυρο και δεν υπήρχε μέσον να πάω εκεί, παρά μόνον με οτοστόπ ή άλλες δόκιμες μεθόδους. Κανόνισα με τα παιδιά ραντεβού αόριστο στην Γερακινή, μόλις κατάφερναν να ανέβουν στον δρόμο.Γερακινή, στο λεγόμενο τουριστικό περίπτερο. ΄Ηταν ένα εστιατόριο, χτισμένο τον καιρό των ξενοδοχείων Ξενία και του ανερχομένου ΕΟΤ. Υπήρχε στη Χαλκιδική ένα στα Στάγειρα, ένα στον Νέο Μαρμαρά, εκεί όπου αργότερα γιγαντώθηκε το πόρτο Καρρά και ένα στη Γερακινή. Δεν θυμάμαι πότε έχα πάει εκεί, ίσως στα τέλη της δεκαετίας του 60. Μετά, σκαρφάλωσα στις λάσπες και η μητέρα Σελήνη, ευγνώμων ίσως επειδή της ανέπεμψα όλα τα μελίσματα της ποιητικής μου τέχνης, ανέλαβε να με οδηγήσει στον Πολύγυρο με μαγικό τρόπο. Θαρρείς και ένας άγγελος ανέλαβε την μεταφορά μου. Μόλις έφτασα στην άσφαλτο,σταμάτησε μπροστά μου ένα παγωτατζήδικο που πήγαινε στα Μουδανιά και με άφησε στη διασταύρωση του δρόμου προς Σιθωνία. Δεν έκανα μήτε το σήμα παράκλησης. Ο οδηγός ήταν σιωπηλός στο δεκάλεπτο ταξίδι μας. Μόλις κατέβηκα και μάρσαρε, σταμάτησε μπροστά μου ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο της αρχαιολογικής υπηρεσίας.  Ερχόταν από  αυτοψία στα Μουδανιά και πήγαιναν στην έδρα τους, στον Πολύγυρο. Ήξερα τον αρχαιολόγο  από παλιά, με αναγνώρισε.Με πήγαν στον Πολύγυρο και στάθηκα να περιμένω στο ΚΤΕΛ. Ένα πλάτωμα, ο δρόμος που πήγαινε στο κέντρο της πόλης στα ανατολικά, απέναντι το κτίριο του σταθμού,στα βόρεια ένας τοίχος της δεκαετίας του πενήντα με εξωτερικό πολυγωνικό αρμολόγημα, γκρίζος, στεφανωμένος με μπετόν και απέναντί του βάθαινε το ρέμα. Μέσα του αργότερα, περπατώντας ανάμεσα σε δύσοσμα σκουπίδια είχα τη χαρά να αντικρύσω πολλούς και μεγάλους, πρωτότυπα σχεδιασμένους νερόμυλους, ο ένας κλιμακωτός. Το νερό  και τα βράχια ήταν πράσινα και κίτρινα από χημική μόλυνση και φυτοφάρμακα. Αλλα τότε δεν ήξερα το ρέμα και το περιεχόμενό του. Κάπνιζα περιμένοντας το λεωφορείο από Θεσσαλονίκη και τότε μόνον άρχισα να σχεδιάζω την συνάντησή μου με την Δυναμό.Ξέχασα ότι η ίδια μου το είχε ζητήσει και μπήκα σε ενοχές. Πού την φέρνω, μιά τέτοια ομορφιά, στην ημιορεινή Χαλκιδική, στην πατρίδα του Αικατερινάρη (Κατερνάρη, Κατερνάρη και πολυγερινό καμάρι κατά το δημώδες άσμα) που συνυπήρχαμε  ένα διάστημα στο Πολυτεχνείο και γιά κάποιον λόγο θυμόμουνα τον τόπο καταγωγής του; Ο Μητσιάς ήταν από τα Ζερβοχώρια, ο Σπίνος κι ο Μουχάλ οι Ακριβόπουλοι ,επίσης. Δεν ήξερα βέρους Χαλκιδικιώτες του παρόντος.Τον Παπάγγελο από την Νικήτη τον γνώρισα αργότερα, το ίδιο και τον Αχιλλέγα Κληματσίδα από την Τορώνη. Απεναντίας γνώριζα σε βάθος τα οικογενειακά εκατοντάδων παροίκων  προ εξακοσίων ετών που τα ονόματα , τα κτήματα, τα σόγια και το βιός τους βρισκόταν μέσα στα αγιορειτικά αρχεία. Ιωάννης Χαλκέας, Μπέρον, Ποδαράδες, Σαμπίας Ραδοσλάβος, Στριεγώης και Κρίτζος. Επί χρόνια τους έβαζα σε σενάρια, σε μυθιστορήματα και ποιήματα, επειδή ήθελα να τους αναστήσω, ή μάλλον έπειδή ήθελα να τους ανταμώσω  στον άλλο κόσμο.Γιά τον Πολύγυρο, εκτός τα γεγονότα του περασμένου αιώνα δεν ήξερα και πολλά. Δεν είχαν τότε εκδοθεί τα αρχεία της μονής Ιβήρων και μιά ομίχλη έπεφτε στην περιοχή. Ήξερα μιά συζήτηση γλωσσολόγων γιά την ετυμολογία του ονόματος που ανακάτευε πολλά γιά το τίποτα. Πολύγυρος, από τα άνδηρα, τους γύρους της ξερολιθιάς που συνήθιζαν γύρω από τις ελιές, ακόμη και  παραφθορά από το Πολύδια, ά λέγεται γύρα, που ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αναφέρει ως ιδιοσύστατη συνήθεια των Ρώς. Εξάλλου το πρόθεμα Πολυ- σε τοπωνύμια είναι μερικές φορές παραφθορά του Παλαιο-. Πολύμυλος, Πολύκαστρο.Ενώ από τα κιτάπια φαίνεται ότι ο Πολύγυρος ήταν μοναστηράκι  και μάλλον πρέπει να γράφεται Πολύγηρος.Κι ενώ σκεφτόμουνα και  παιδευόμουνα και κάπνιζα , έρχεται το λεωφορείο και ξεχάστηκα και άρχισα να σκανάρω καθυστερημένα τα πρόσωπα των επιβατών αλλά δεν είδα την Δυναμό.Το όχημα άδειασε και πήρε την άγουσα γιά το υπόστεγο και τότε, μπροστά στον τοίχο του πρακτορείου την είδα.Στεκόταν μοναχή της, με έναν γυλιό και  κοίταζε τον δρόμο.Δεν υπήρχαν γύρω άλλοι άνθρωποι, δεν υπήρχε παιδί που πουλούσε φρέσκασάντουιτσίπς δεν υπήρχε κάν ένα σκυλί  να διακόψει το τοπίο ανάμεσά μας. Πλησίασα χαμογελώντας και χειραφετηθήκαμε.