• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο φόβος, 2
Πάνος Θεοδωρίδης | 27.06.2014 | 18:50
Τί είναι λοιπόν αυτές οι εκλογές; Αυτές οι εκλογές, έχω ξαναμιλήσει και δεν θέλω να αναφερθώ σε συγκεκριμένα γεγονότα γιατί τα συγκεκριμένα γεγονότα όσο καιρό τα επαναλαμβάνουμε δεν παύουμε να τα κάνουμε ένα κομμάτι ιστορίας και αυριο θα έρχονται και θα ζητούνε από αυτά τα κομμάτια που εμείς αφηγούμαστε την ευωχία, και αυτό είναι πολύ ασχημο.
 
Γιατί, ξέρετε, η μόνη ευωχία που υπάρχει είναι του λόγου.
 
Οι εκλογές για το μόνο που αξίζουν, για μένα, είναι αυτή η σκηνή του απογεύματος που είναι σαν πριν από ένα ντέρμπυ και περιμένεις πότε θα γίνει και την ώρα που αρχίζει και παίζεται είναι σαν να τα ξέρεις όλα, είναι σαν να έχεις μιά πρωθύστερη μνήμη η οποία καλύπτει τα ποσοστά και δεν έχει κανένα νόημα αυτό που βλεπεις αλλά ωστόσο έχει μεγάλη σημασία να το περιμένεις. 
 
Λοιπόν το «..ήδη θα κατάλαβες οι Ιθάκες τί σημαίνουν..» και άλλα τέτοια θεωρητικά και ασαφή είναι μέσα στη διαδικασία του Ελληνα, εμένα όμως το μόνο που καλύπτει από την περίοδο των εκλογών είναι η στιγμή μία ώρα πριν να κλείσουν οι κάλπες και λές: «Θέ μου ας κλείσουν οι κάλπες, να δώ τα αποτελέσματα» και μετά που είσαι όλο χαρά και νομίζεις οτι αυτό θα κρατήσει ως τα μεσάνυχτα και μετά τα μεσάνυχτα θα γίνει το ένα και το άλλο...
 
Βέβαια τίποτα δεν μου δίνει την ηδονή που μου δίνει μιά απλή απαρίθμηση των γεγονότων, των αποτελεσμάτων. Αν σιχαίνομαι κάτι είναι αυτά τα πάνελ που λένε διάφορα πράγματα όλοι τους και δεν είναι έτσι και είναι αλλιώς ενω θα μπορούσε να είναι ανάποδα.
 
Αν δηλαδή σε όλους αυτούς τουςπολιτευτές, στραβοκοιμότανε κάπως ο πατερας τους διαφορετικά ή μοίραζε κανένα γονίδιο διαφορετικά στην δεκαετία του ‘50 ή ζευγάρωνε με καμιά άλλη γυναίκα, σήμερα αυτοι που εμφανίζονται στο ένα κόμμα θα ήταν ανέτως στο άλλο.
 
Είναι τόσο θέμα τυχαιότητας η ζωή των ανθρώπων που θα ήτανε αστείο να εμφανίζεται οτι το μόνο πράγμα που δεν έχει τυχαιότητα είναι η πολιτκή ζωή αυτών των ανθρώπων.
 
Είναι σίγουρο οτι οι άνθρωποι είναι τυχαία γεγονότα, βεβαιως εν μέσου ενός κισμέτ καταπληκτικού οτι «..πάντα εν σοφία εποίησε ο Θεός»  (αυτό μας έλειπε να μην τα έκανε και χωρίς σοφία, τόση φασαρία χωρία σοφία νομίζω οτι δεν έχει και νόημα και δεν ειρωνεύομαι ούτε σαρκάζω) αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουν αυτοί που ζητούν την ψήφο μας πόσο, ουσιαστικά, δεν μας προσφέρουν τίποτα.
 
Θα μπορούσαν να μας δώσουν κομμάτια από τον μύθο τους.
 
Εγώ δεν θεωρώ τυχαίο οτι πετυχημένοι πολιτικοί είναι πρώτον αυτοί που ακολουθούνε την τεχνική της προσκόλλησης στα εσκαμένα και το δευτερο αυτοί που παρουσιάζουν το προσωπικό τους προσωπείο, την προσωπική τους μάσκα σαν ένα τμήμα της ζωής μας.
 
Θα προσπαθήσω να εξηγήσω και τα δύο γιατί ενδιαφέρει όλους τους παλαιοροκάδες, ακόμα και άν έχουν στούντιο ήχου, ακόμα και άν δουλεύουν σε τηλεοράσεις, ακόμα και άν δημοσιογραφούν πιστεύοντας οτι κανουν καθαρή λογοτεχνία, όλους μας ενδιαφέρει το πώς είναι ένας πολιτικός νούς γιατί όλοι μπορεί να προκύψουμε πολιτικοί και να ζητάμε την ψήφο από τον αδελφό μας ο οποίος σε  πλήρη απογοήτευση θα μας τη δώσει την ψήφο αλλά εμείς από κεί και πέρα πόσο θα είμαστε σε θέση να έχουμε αδελφό μας οποιονδήποτε άνθρωπο;
 
Η προσκόλληση είναι μιά παλιά πολύ παλιά μέθοδος η οποία αγλαΐστηκε στα χρόνια του Χίτλερ, σαν στρατιωτικού. Ο Χίτλερ είναι αυτός που είπε, ενώ οι στρατηγοί του του έλεγαν «..Φίρερ μου να γυρίσουμε πίσω από την Μόσχα να κάνουμε ένα μέτωπο στα 150 χιλιόμετρα που μπορούμε να ανεφοδιαζόμαστε.."τους είπε «... αφήστε τα αυτά στατική άμυνα  επι τόπυ, θα αμυνθείτε σε σταθερά σημεία αμύνης, ελεγχόμενα το ένα από το άλλο, αφήστε τους Ρώσους να μπούνε όπου θέλουν, μόνοι τους θα επιστρέψουν, εμείς δεν το κουνάμε ρούπι..», όντως με εκείνο που έκανε έσωσε μέσα στο ρωσικό χειμώνα την πρωτη χρονιά, τη Βέρμαχτ.
 
Αυτό το ίδιο πράγμα οι πολύ μεγάλοι πολιτικοί το κάνουνε.
 
Δεν είναι καθόλου δηλαδή, εύκαμπτοι.
 
Δίνουνε την εντύπωση μιάς απόλυτης μονολιθικότητας και καποιων αρχών, ασχετα αν είναι τετριμμένες, δεν κουνιούνται με τίποτα.
 
Τυπικά παραδείγματα είναι ο σημερινός  προεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός. [1994]. Χαρακτηρίζονται από αυτές τις φοβερές εμμονές.
 
Ο κόσμος να πέφτει γύρω τους αυτοί εμφανίζονται  να μην παρουσιάζουν βασική αλλαγή στην πορεία τους. Ασχετα το τί πραγματικά γίνεται, μας δίνουν αυτή την εντύπωση της σταθερότητας.
 
Το δεύτερο στοιχείο που χαρακτηρίζει όλες τις εκλογές και που όλοι είμαστε ανικανοι να διδαχτούμε από αυτό, είναι οτι άνθρωποι οι οποίοι είναι σε θέση να εκφράζουν το προσωπικό τους όραμα ή στην χειρότερη περιπτωση το προσωπικό τους δράμα γίνονται κατ’ ανάγκη προσφιλείς και μαζεύουν ψήφους.
 
Κανένας άνθρωπος που έκλαψε μπροστά σε κοινό δεν μετενόησε, κάθε δάκρυ που έριχνε ήταν και 100 ψήφοι. Κανένας άνθρωπος που σπαράχτηκε από έναν εσωτερικό λυγμό ή από μεγάλη χαρά ή έκανε χιούμορ - επιμένω χιούμορ και όχι σαρκασμό σε βάρος κάποιου- μπροστά στον κόσμο, κανένας απ’ αυτούςδεν μετενόησε.
 
Κάθε γέλιο, κάθε χάχανο μετατρεπόταν σε εκατοντάδες και χιλιάδες ψήφους. Αυτές τις τόσο απλες συνταγές, δηλαδή «εμφανίζομαι να μένω αμετακίνητος στο πόστο μου, ο άλλος αλλάζει, εγώ δεν αλλάζω, ακόμα και αν αλλάξω 6 κόμματα πρέπει να εμφανίζεται ότι είμαι αμετακίνητος στην προσωπικότητά μου, και το δεύτερο χαρακτηριστικό, να εκδηλώνομαι, να βγάζω  το ιδιωτικό μου πρόσωπο έξω και να το πουλάω ως δημόσιο» - αυτές οι δύο απλές συνταγές, είναι ζήτημα αν τις ακολουθούνε σήμερα 5 ή 10 από τους 300 πατέρες του Εθνους μας, ας μην μιλήσω για νομάρχες και δημαρχους που σχεδόν κανένας δεν το χρησιμοποιεί.
 
Αυτά, όμως, γιατί συγκινούν;
 
Συγκινούν, εν τέλει, απ’ ότι κατάλαβα γιατί βρίσκομαι σε μιά ηλικία πολιτική,  αν ζούσα στην αρχαιότητα,  με το να μην είμαι σε κανένα κόμμα και να μην είμαι εκδηλωμένος με κανένα κόμμα, θα με θεωρούσαν ιδιώτη, δηλαδή περιπου ηλίθιο.
 
Τους δίνω απόλυτο δίκιο των αρχαίων για αυτήν την νοοτροπία τους, γιατί καταλαβαίνω οτι αν άνθρωποι σαν εμένα υπήρχαν άλλοι εκατό σ’ αυτήν την πόλη, πραγματικά θα είχε σοβαρες δυσαρμονίες και δυσκολίες ο πολιτικός πιά βίος της χώρας.
 
Γιατί εγώ δεν κάθομαι στο σπίτι μου αδρανώντας όπως κάνουν αλλοι άνθρωποι, μιλάω από το ραδιόφωνο, κάνω κατι στην τηλεόραση, βγάζω βιβλία δηλαδή έχω έναν δημόσιο λόγο, ασχετααν είναι ευρεως αποδεκτός, σημασία έχει οτι αν ο λόγος μου δεν είναι πολιτικός και ενέχει ένα σωρό φλυαρίες εναντίον της ξερής πολιτικής γραμμής είναι σίγουρο οτι δημιουργεί και κάποια πρβλήματα στον πολιτικό βίο αυτής της χώρας.
 
Το ερώτημα είναι λοιπόν, αν όντως είμαι ιδιώτης, αν όντως ιδιωτεύω, ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο το οποίο θα έπρεπε να το ξεχωρίζαμε γιατί ξελασπώνει και ένα σωρό παλιούς καλούς συμμαθητές μου πάνω στο ρόκ .
 
Και αφού το ακούσατε κι αυτό -σας το φύλαγα σαν έκπληξη- το «καθώς κυλούν τα δάκρυα» των Ρόλινγκ-Στόουνς σε ιταλική βερσιόν κάτι το ανεπανάληπτο, να σας ομολογήγσω  τί είναι αυτό που με κάνει να μετέρχομαι ιδιωτεία πολιτική και μή κομματική.
 
Φοβάμαι οτι είναι ο φόβος. Ο φόβος, ξέρετε, δεν είναι πάντα ο φόβος της έκθεσης. Καθώς  έχουμε παίξει και στο σινεμά, στο θέατρο, μιλάμε και από το ραδιόφωνο και δεν μας νοιάζει και τίποτα, μήτε  τηλεοράσεις και ιστορίες ...
 
Δεν είναι αυτός ο φόβος, γιατί όταν ξέρεις κάτι καιβγαίνεις έξω, δεν είναι θέμα φόβου. Το θέμα είναι αυτό που σας είπα και την άλλη φορά, να προσέχετε τί γινεταιμε τα φωτεινά  παραθυράκια στην σκοτεινή πόλη. Αυτά τα χιλιάδες χιλιάδων φωτεινά παραθυράκια έχουν μέσα ανθρώπους που κάνουν κάτι. Και οι οποίοι συνήθως και κατά πάσα πιθανότητα δεν κάνουν τίποτα.
 
Και μην μου πείτε οτι είναι η τηλεόραση που τους κάνει να μην κάμουν τίποτα γιατί πριν 30 χρόνια δεν υπήρχε η τηλεοραση, ήταν το ραδιόφωνο και πριν ήταν κάτι άλλο...   σημασία έχει οτι δεν κάνουν τίποτα.
 
Πώς λοιπόν να καλύψεις αυτόν τον νεκρό χρόνο με ζωντανή σάρκα;
Ξερετε τί πάθαμε πριν μερικά χρόνια;
 
Εκεί που κοιμόμασταν ένα μεσημερι, Σεπτέμβριος μήνας, εμφανίζονται πέντε άνθρωποι, μπαίνουν στην αυλή μας, βγαίνω εγώ τους λέω «τί θελετε;» -μου ήταν άγνωστοι, θα είναι, είπα, συγγενείς της κυράς μου που δεν τους ξέρω, ας είμαι πολύ ευγενικός- ήρθαν με μιά τεράστια τούρτα, στρώθηκαν στο μπαλκόνι, έγω τους είπα μιά στιγμή να πάω την τούρτα στο ψυγείο, μπαίνω μέσα , μου λέει η γυναίκα μου: « Τους ξέρεις αυτούς;», «Όχι», της λέω «νόμιζα οτι είναι δικοί σου γνωστοί» , «και εγώ νόμιζα οτι είναι δικοί σου γνωστοί» μου λέει η γυναίκα μου και τότε καταλαβαίνουμε οτι οι άνθρωποι έχουν έρθει σε λάθος σπίτι.
 
Μας ρωτάνε τί κάνει ο Γιάννης, τί κάνει ο Κώστας, δεν ξέραμε κανένα Γιάννη, κανένα Κώστα και επειδή μας είδαν πολύ παγωμένους μας ρώτησαν Δεν είστε οι Παπαδόπουλοι;» Ε, δεν είμασταν οι Παπαδόπουλοι.
 
Οι άνθρωποι ήθελαν να πάνε σε κάτι βαφτίσια  και είχαν έρθει σε λάθος σπίτι. Και είχαμε περάσει δεκαπέντε λεπτά με πλήρη αμηχανία, ξέρετε, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.
 
Αυτός λοιπόν ο φόβος. Ο φόβος της αμήχανης έκθεσης είναι αυτός που φαντάζομαι κρατάει εμένα και ένα σωρό συναδέλφους «εν όπλοις» μακριά από την πολιτική.
 
 
Το πρόσεξα τώρα στοχωριό που μένουμε καθόμασταν στο ταβερνάκι το απόγευμα πίναμε το αναψυκτικό μας σταματούσε καμιά Μερσεντές, καμιά BMW (μέχρι AUDI) μιά SONATA, και όλα ήτανε καταλυτικά, ήρθαν τα αυτοκίνητα και έβγαινε ένας τύπος ντυμένος σαν τον Αντύπα με τα μεταξωτά σακκάκια, που ήταν υποψήφιος που δεν οδηγούσε ποτέ.
 
Δίπλα του ήταν ένας δραστήριος - μιλάω για υποψήφιους συμβούλους,νομαρχιακούς κτλ, δεν μιλάω για τους επικεφαλής, οι οποίοι ερχόταν οι άνθρωποι έβγαζαν τον λόγο τους και φεύγανε, ήτανε αυτοί που άγρευαν τους σταυρούς- άνοιγε την πόρτα, ερχόταν λέγανε «είμαστε οι τάδε και θέλουμε να σας πούμε δυό λογάκια».
 
Παγωμάρα, γιατί ως γνωστό όλοι στο χωριό ξέρουν τί θα ψηφίσουν, τα ψηφοδέλτια είναι σταυροντυμένα, (ο ένας θα πάρει 214, δώσε και τρείς στον Λευτεράκι να μην παρεξηγιέται) είναι μοιρασμένα ένα μήνα πριν τις εκλογές. Ερχότα;ν αυτός,ήξερε οτι δεν θα πάρει από το καφενείο ούτε ένα σταυρό κι όμως ερχότανε, και υφίσταται την ταλαιπωρία να λέει γενικότητες επι τρίλεπτον και να αντιμετωπίζει απ’ όλους μας μιά πλήρη απάθεια «... μα, τί λέει αυτός;».
 
Υστερα πήγαινε στο άλλο καφενείο λέγοντας πάντα «Με συγχωρείτε που πρέπει να διακόψουμε την ευχάριστη συζήτησή μας αλλά έχουμε πολλή δουλειά και πρέπει να πάμε και σε άλλα καφενεία» και πετούσε το ντοσιέ με τα ψηφοδέλτια που ήταν σταυρωμένα με το όνομα και ξέραμε ποιός ήταν αυτός οκύριος γιατί λησμονούσαμε τα ονόματα.  
 
Αυτό το πράγμα για μένα είναι τερατώδες.
 
Είναι πιο καλά να πάθεις νεκροφάνεια, είναι πιο καλά να βγείς γυμνός στο θέατρο χωρίς το κουστούμι σου, είναι πιο καλά να δείς στο όνειρό σου γνωστό  φιλόλογο, να σου μιλάει από τις στήλες του Βήματος περι ελληνικής λογοτεχνίας, τόσο τρομερό είναι.
 
Αλλά το να πάς στο χωριό Μυλότοπος ή Αξός ή Καλύβια, χωρίς να ξέρεις κανένα, ντυμένος σαν λαϊκός τραγουδιστής, με μεταξωτά κινέζικα, με δανεική Μερσεντές του πλούσιου παράγοντα που είναι φιλος σου, με ένα μάτσο ψηφοδέλτια να μιλήσεις στον«κανένα» για να πάρεις απάντηση από τον «κανένα», αυτό για μένα είναι το άκρον άωτο της απόγνωσης.
 
Και αυτό είναι απόγνωση που έχει πραγματοποιηθεί από 300.000 συμπατριώτες μου, το έχουνε κάνει. Είναι περισσότερες οι πιθανότητες να κερδίσεις στο ΛΟΤΤΟ 300 εκατομμύρια παρά να πετύχεις αυτού του είδους τη διαδικασία.
 
Δηλαδή άνθρωποι που δεν έχουν κάνει τίποτα στη ζωή τους, που ήταν προεδροι στην φιλοζωϊκη, φιλογατική της Καρύταινας ωστόσο πιστεύουν οτι αυτό το πράγμα είναι πολύ ισχυρό και θα  τους κάνει ...
 
Αλλά γιατί μιλάω έτσι; Μήπως στο βάθος δεν είναι που μιλάω έτσι από φόβο αλλά επειδή ζηλεύω;  Λοιπόν ζηλεύω, βεβαίως ζηλεύω επειδή ο κύριος Καραμιτσάκογλου μα όλα αυτά τα μπρικαμπράπου σας έχω περιγράψει, μπορεί και έχει επικοινωνία μ’ έναν απλό χωρικό ή πολίτη σε μιά λαϊκή, μπορεί να σφίξει δυό χέρια και ξαφνικά να δηλωθεί οτι 262 άνθρωποι τον «σταύρωσαν», σημαίνει ενέκριναν αυτό που είναι η άποψή του, το πρόσωπό του.
 
Ποιοί 262 άνθρωποι γνωρίζουν -άγνωστοι εννοώ- από τον Μονόλιθο Ακροποτάμου μέχρι το Σέσκλο, ξέρουνε ποιός είναι ο ποιητής και αρχαιολόγος Δημήτρης Γραμμένος, ποιός είναι ο ποιητής, συγγραφέας και αρχαιολόγος Χαράλαμπος Μπακιρτζής, ποιός είναι ο αδικοχαμένος Σωτήρης Κίσσας, του οποίου η μνήμη θαμπώνει μέσα στη μνήμη των φίλων του, ποιός μπορεί να ονομάσει σαν διαμάντια 50-60 ονόματα που αξίζει τον κόπο να τους ξερει η Ελλάδα πάσα και δεν τους ξερει μήτε η μάνα τους γιατί έχει αρτηριοσκλήρωση και αρχίζει και τους ξεχνάει, γιατί αυτοί οι άνθρωποι να είναι μη σταυροδοτημένοι, άγνωστοι, παλεύοντας μέσα σε άδηλους χώρους και άδηλους πόρους και ο κύριος Κρακιτσάκογλου να είναι ντυμένος σαν τον Αντύπα και να ξεσκίζει από τον Μυλότοπο μέχρι τα Καλύβια από τα Εσώβαλτα μέχρι την Φούστανη. 
 
Μα είναι δίκαιο αυτό το πράγμα; Μήπως είναι ένα θέμα ζήλειας; Μήπως εγώ ζηλεύω τον κ.Καραμητσάκογλου και δεν θέλω οι φίλοι μου και εγώ να έχουμε την τύχη των άγνωστων, των ανεγνώριστων ανθρώπων που χάνονται στα μαρμαρένια τα αλώνια κάθε μέρα χωρίς πραγματικά κανένας να καταλαβαίνει την προσφορά τους;
 
 
Ούτε αυτό όμως πρέπει να ισχύει, κάπου πρέπει να ψεύδομαι και να ψεύδομαι ασύστολα. Γιατί κατα βάθος μ’ αρέσει αυτή η αριστοκρατικότητα, οτι κανείς δεν ξέρει τον Γραμμένο πολύ λίγοι ξέρουν τον Μπακιρτζή.
 
Κάπου μου δημιουργεί μιά χαρά που λίγοι ξέρουν τον Διαμαντή Αξιώτη, ανθρώπους αξιόλογους, ανθρώπους που είναι αριστοκράτες κλεισμένοι στα δωμάτιά τους ή σε περιορισμένους χώρους και έτσι μπορούν να δημιουργούν με περισσότερη ελευθερία. Από την άλλη μήπως αδικώ τους Καραμητσάκογλου;
 
Εγώ που στο κάτω-κάτω έχω πεί οτι έχω αντιπαθήσει την επίσημη αρχιτεκτονική, τις στρωμένες πόλεις με τα σκουπίδια, τις διαφημιστικές πόζες και λατρεύω το αυθαίρετο, τα κοτετσάκια, όλα αυτά τα παράνομα που δημιουργούν αυτήν την αίσθηση του αυθαίρετου. Μήπως αυτός ο Καταμητσάκογλου που τον βρίζω, μέσα στην Μερσεντές δεν είναι ένας τυπικός αυθαίρετος Ελληνας, ένας άνθρωπος που έπρεπε να  είναι σε ένα τεράστιο ψυχιατρείο και ωστόσο είναι έξω και παίζει τον πολιτικάντη;
 
Μήπως λοιπόν το σέβας μου, η ίδια μου η ύπαρξη πρέπει να γονατίσει , να αποκτήσει κλιτότητα σε ότι αφορά αυτόν τον άνθρωπο, που εγώ τον έχω κάνει αυτό που είναι γιατί δεν μπόρεσα να του μεταδώσω κάποια ανώτερη μορφή πολιτισμού που να έιναι και ξεκούραστος, που να έιναι και ευχάριστος;
 
Τί να κάνουμε αν του αρέσει ο Πανταζής και ο Αντύπας; Δεν είναι του Πανταζή και του Αντύπα το πρόβλημα, δικό μου είναι. Μήπως όμως μ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώνω κάποιες επιλογές που θα ήτανε απολύτως αδικαιολόγητες ούτως ή άλλως;
 
 
Τελικά για να επιστρέψουμε, νομίζω οτι έχει δίκαιο αυτό το αλβανικό τραγούδι που λέει : Well, il always need someone we can lean on and if you want me, baby, then you can lean on me. Αυτό είναι ότι όλοι χρειαζόμαστε κάποιον να στηριζόμαστε και να με γουστάρεις μπορείς να στηριχτείς πάνω μου.
 
Ο φόβος αλλά δεν είναι αυτός ο φόβος που υπαινίσομαι, ο φόβος δηλαδή, ανάμεσα στην νεολαϊκή Ελλάδα και στην λογία Ελλάδα. Ο φόβος είναι ο φόβος του παιδιού.
 
Θα μου’λεγε ένας παλιός κουμουνιστής, ένας φίλος μου, «ο φόβος είναι αγόρι μου που το 1961 κοίταζες πίσω από τα παράθυρα που βαρούσανε τους βουλευτές της ΕΔΑ, αυτός ο φόβος σου έμεινε και από κεί και έτρα ζήτησες τα παραμύθια της ποίησης και των ρόλιγκ στόουνς να κρυφτείς πάντα πίσω από αυτά τα παντζούρια και να μην αντιμετωπίισεις αυτην την πραγματικότητα, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά αγώνες».
 
Βέβαια και αυτό  είναι σωστό έτσι όπως είμαι μπουκωμένος μέσα από νούμερα που θα δούμε και την άλλη την βδομάδα, αλλά μέσα από όλα αυτά τα νούμερα και τους αγώνες γίνανε όλα αυτά τα πράγματα για να δούμε μερικούςαριστερούς μέσασε υπουργικές Μερσεντές, μήπως αυτή η παρατήρηση και η ενδοσκόπηση χαλάει όλη την κρέμα;
 
Μήπως χάλασαν όλα ή μήπως άμα είμαστε ουδέτεροι, αυτό οφείλεται στο ότι φοβόμαστε αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό;
 
Βλέπω να βγαίνουν μέσα από τα πάνελ των τηλεοράσεων δεκάδες καλογέρια από το Άγιον Ορος και λένε «βεβαίως ο εαυτός σου είναι που φταίει, άσε την πολιτική, ασε τί λέει η αριστερά, ο εαυτός σου είναι που δεν έχει βγεί στην επιφάνεια»
 
Κι όταν έχεις φόβο μπορείς να έχεις τίποτα άλλο; Ενα πράγμα μπορείς να έχεις. Είναι πάλι αυτό που λένε οι συμπαθείς μου αλβανοί, αυτό το συγκροτημα: να μένεις ουδέτερος, να κάθεσαι και να χαζεύεις. Γιατί, ξερετε, μέσα από αυτό το χασολόϊ, το οποίο τόσες πολλές φορες το έχω επαινέσει, βρίσκεται και η ματαιόσπουδη λειτουργία της ποίησης.
 
Όταν δηλαδή όλα αυτά τα πράγματα θα γίνουνε κομμάτια σκόνης στην ιστορία, μήπως απ’ όλα αυτά θα μείνει ένα σημαντικό, ένα μικρό ποίημα που θα μας βοηθήσει να ανασυστήσουμε αυτήν την σκοτεινή εποχή;
Δείτε επίσης:
73e2954a94f981b3020c3d946595f0c8.jpg