• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Κορίτσια
Πάνος Θεοδωρίδης | 25.06.2014 | 18:53
[ Η βιογραφία των παιδιών που ήταν στο δημοτικό, όταν ο Ελβις και ο Στελάρας μοιράστηκαν την ηχητική οικουμένη. Μια εκπομπή του Πάνου Θεοδωρίδη.
Τρίτη 12 με 1 από τον  9,58 της ΕΡΤ Βορείου Ελλάδος και τους 1179 των μεσαίων κυμάτων.]
    Γειά σας φίλες και φίλοι, ροκάκια και παλαιοροκάκια. Τί γίνεται όλα καλά, τώρα που αποκτήσατε και τον καινούργιο εθνικό σας ύμνο; Ακου, λεει «... τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει, και το τακούνι μας καρφί». 
 
Και τί λέει: χορεύαμε λαϊκά με το τακούνι καρφί, σημαίνει οτι μιλάμε για το ‘61. Λαϊκά χορεύαμε;
 
Από πότε , παιδιά οι στιχουργοί που γεννήθηκαν μετά το ‘55 μπορούν να ορίσουνε τί χορεύαμε στα σπίτια εκείνα με τις πλάκες;
 
Εκείνη την εποχή δεν χορεύαμε λαϊκά, εκτός αν θεωρείται το λαϊκό τσα-τσα ή το λαϊκό μάμπο ως επαρκείς πτυχώσεις του ιδίου ιδεολογήματος, του χορευτικού,
 
Πολύ ωραία μας τα λέει η κ. Νικολακοπούλου αλλά είναι σαν εκείνο του Παράσχου «...δρέψατε  πάλιν ερασταί ευδαίμονας ναρκίσσους εις του Μαϊου τους φαιδρούς και ευώδειςς παραδείσους», οι νάρκισσοι δεν βγαίνουν τον Μαϊο αλλά το ποίημα είναι καταπληκτικό.
 
Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν να θυμίσω στους επιδόξους στιχουργούς του μέλλοντος οτι μόνο αφού βγήκε ο χορός «συρτάκι» το 1962-63 και κατ’ επίδραση του «Ζορμπά», μόνον τότε άρχισε να παίζει και το λαϊκό time στα πάρτυ της δεκαετίας του ‘60.
 
Αλίμονο σε όποιον νεαρό ή νεαρή τολμούσε να ρίξει καμιά χασαπιά ή κανένα ζεϊμπέκικο 1961-62, τότε που τα τακούνια ήτανε καρφί. Αυτά ήτανε φιλολογικοπραγματικές παρατηρήσεις γεμάτες χαρά πρός μία αξιοσημείωτη μας στιχουργό διορθώνοντας το πραγματικό δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να κρυβουμε την αμετροέπεια.
 
    Μίλησα λοιπον στην προηγούμενη εκπομπή για το τί φορούσανε τα αγόρια πρί να πάνε στα ραντεβού και τί ακριβώς εσήμαινε το ραντεβού. Σήμερα σειρά έχουν τα κορίτσια και οφείλω να αφιερώσω όλην αυτήν την ενδυματολογική πανδαισία στις φίλες μου της εποχής. 
 
    Να αρχίσω λοιπόν από πάνω ή από κάτω περιγράφοντας ένα κορίτσι; Ν’αρχίσω από τα μαλλιά του ή ν’ αρχίσω από τα παπουτσάκια του ;
 
Με πιάνει μιά τέτοια τρυφερότητα κυρίως όταν θυμάμαι αρώματα, μυρωδιές από εκείνα τα χρόνια που λέω «είναι δυνατό στα 47 μου χρόνια να έχω γίνει ένας τέτοιος παλιόγερος;» Γιατί από όλο αυτό το πράγμα, δεν βγαίνει και κάποιος -να πώ οτι είμαι κανένας γεροντομπαμπαλής σεξίστας, που το μυαλό μου είναι στα ερωτικά, πάει κι έρχεται, αλλά  σαν παππούς είμαι, έχω μιά καλοκάγαθη, σαν πηλιορίτης βλάχος είμαι, που του αρέσουν τα παλιά πράγματα μόνο και μόνο επειδή είναι παλιά- αλλά όλα αυτά μ’ έπεισαν οτι πρέπει να αρχίσω από το χτένισμα.
 
Αν λοιπόν εμείς  ημασταν πολύ αγριεμένοι με τα ριγέ κουστούμια και τα 15 σχισίματα, υποθέτω - γιατί εγώ δεν έζησα σε θηλυκό περιβάλλον, δεν είχα ούτε αδελφές και οι ξαδέλφες μου τις έβλεπα ντυμένες όταν βγαίναμε σε κανένα πάρτυ, δεν ήμουνα στο μπουντουάρ καποιου τέτοιου χώρου όπως ήτανε κάποιοι άλλοι συμμαθητές μου που είχανε ένα σωρό αδελφές και ξέρανε τα πάντα για την γυναικεία αμφίεση.
 
Εγώ μπορώ να ξέρω τα κορίτσια μόνο στο βαθμό που ήταν ελεύθερα μποστά μου σ’ ένα πάρτυ ή σε ένα ραντεβού ή σε μία εκδήλωση.
 
Επρεπε να συγκατοικήσω με γυναίκες αργότερα για να καταλάβω τί ακριβώς γινότανε.
 
Προσπαθώ όμως να βγάλω την συνοίκηση από το μυαλό μου και να θυμηθώ πώς αισθανόμουν όταν έβλεπα ένα κορίτσι που ερχόταν έτσι ελεύθερο προς ραντεβού.
 
    Το χτενισμά τους ήτανε το πρώτο. Ητανε καλοχτενισμένες. Δεν ξέρω πώς γινόταν αυτό με τι κοκαλάκια και τί ιστορίες, ήταν εμφανές αν ερχότανε από κομμωτήριο ή όχι διότι το μαλλί κουνιότανε σαν μιά ολόκληρη περικεφαλαία, ήταν τότε πολύ της μόδας το Φρανσουάζ Αρντί στυλ- αυτό το μακρύ το ίσιο- και όλες οι κατσαρομάλλες είχαν τρελαθεί να μπαίνουν κατω από σίδερα και να σιδερώνονται.
 
Μόνον κατα το ‘76-’77 αρχισε να παίζει η περμαναντ ένα συγκεκριμένο ρόλο αλλά τότε είμασταν και τριαντάρηδες, δεν μπορούμε να μπούμε σ’ αυτές τις διαδικασίες.
 
Οφείλουμε να δούμε τα κορίτσια μεταξύ ‘58, που εγώ ήμουνα 10 ετών και τις χαζευα, μέχρι το ‘65-66 που βγήκαμε τα πρωτα μας έντιμα και έντρομα ραντεβού.
 
Μέσα από αυτήν την διαδικασία, το σκληρό μαλλι είχε σημασία,σαν εκείνη τη διαφήμιση που ο τυπάς αγκαλιάζει την τυπού στο κεφάλι και βγαίνει ένα συρματόπλεγμα έτσι ακριβώς, διότι βάζανε κάτι λάκ που ήτανε σκληρές και βέβαια ήτανε το άλλο στύλ το «παζ» που το είχε μιά κοπέλα που έπαιζε στο «πάρτυ» με τον Πήτερ Σέλερ ίσιο μαλλι που σηκωνότανε κατα πάνω, έκανε ένα αρμένισμα πολύ απαλό κατα πάνω και βεβαίως φράντζες.
 
Ολα τα κορίτσια  που βγαίνανε ραντεβού ρίχνανε μία φράντζα που δεν άφηνε να φαίνεται παρά μόνο το μισό το μάτι, και ήτανε εξαιρετικά περιποιημένη, δεν ξεκολλούσε τρίχα.
 
Επίσης πέρασε και μία περιοδος που τα μαλλιά ήτανε πολύ φουσκωτά δηλαδή μέσα μπορούσε να χωρέσει κοτζάμ χελιδονοφωλιά.
 
Οσο λίγα μαλλιά κι αν είχανε, είχανε κάτι τρόπους να τα ξαίνουν και βγαίνανε κάτι καρπουζοκέφαλα, τα οποία έτσι όπως ήτανε βαμμένα με τις μπογιές της εποχής που είχανε σαν βάση το οξυζενέ δημιουργούσανε μάλλον μιά δυσάρεστη ατμόσφαιρα αλλά τα κοριτσια ήτανε πανευτυχή. 
 
Πέρα από αυτά υπήρχε και ντύσιμο προσώπου. Οταν λέω ντύσιμο προσώπου εννοώ το μακιγιάζ.
 
Κανένα κορίτσι της εποχής δεν αισθανόταν άνετα όταν έβγαινε με το φυσικό του δέρμα έξω.
 
Επρεπε να βαφτεί και όταν λέμε να βαφτεί εννοούμε μιά διαδικασία «κάτσε-καλά», η οποία έτρωγε τουλάχιστον μία ώρα, από ότι μπορώ να υποθέσω, και έβγαζε μιά υπέροχη γιαπωνεζική μάσκα, με τα μαλλιά γυρω-γύρω, με κάτι σκιές που μπαίνανε στο πλάι της μύτης.
 
Βεβαίως τότε δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου ρουζ. Το ρουζ εφευρέθηκε περί το 1975, δηλαδή το «χλωμέ» στύλ ήτανε πάρα πολύ συνηθισμένο.
 
Αυτό που ήταν πάντα υπέροχο και διαφορετικό ήτανε τα χείλια.
 
Τα χείλια ποτέ δεν είχανε φτάσει να είναι με μαύρα κραγιόν και μελιτζανιά όπως στην δεκαετία του ‘ 80 (θυμάμαι αρκετές γυναίκες που μάλιστα με γοήτευαν, που βγαίνανε μ’ ένα νεκροφιλικό στύλ) απλώς βάζανε κραγιονάκι και μάλιστα χάραζαν γύρω-γύρω με μολύβι αριστοτεχνικά το περίγραμμα.
 
 Αυτά τα βλέπαμε.
 
Κάθε κορίτσι που σεβότανε τον εαυτό του είχε πάντα κάτι καθρεφτάκια με τα οποία αποσύρονταν κάποια στιγμή από το τραπέζι, έγερνε στο πλάι, έβλεπε στο καθρέφτη και έβαζε λίγο το κραγιόν.
 
Φτιαχνότανε. 
 
Αυτό μπορούσε να το κάνει 2 και 3 φορές την ώρα σ’ ένα κλάμπ.
 
Ξέραμε λοιπόν τον τρόπο που βάφανε τα χείλια τους. Δεν θυμάμαι να βάφανε τίποτα άλλο, από τα δόντια τους, παρά μόνο εκείνο το αχνό εκτύπωμα που παίρνει ένας νεαρός και μία νεαρή αντιστρόφος όταν δίνουν το πρωτο τους φιλί, αλλά αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με το ντύσιμο και επειδή εγώ είμαι από τους ανθρώπους που λένε οτι το ράσο κάνει τον παπά, και δεν υπάρχει τίποτα άλλο πίσω από το ράσο μένω όχι στις περιγραφές των αισθημάτων αλλά στις περιγραφές των ενδυμάτων.
 
Σπεύδω να πώ και να παρατηρησω οτι ήταν σπάνιο πραγμα να έχει μιά κοπέλα, τότε, κοντά μαλλιά.
 
Τα κοντά μαλλιά είναι κάτι που το είδαμε για πρώτη φορά σ’ ένα έργο με την Τζίν Σήμπεργκ, το «From moment to moment» - το είχε δεί όλη η Θεσσαλονίκη.
 
Το’ παιζε στα «Ηλύσια», στα «Τιτάνια» και είχε κάτι ουρές μέχρι την παραλία.
 
Επίσης ήταν η Τουϊγκι» που επίσης εμφανίζεται το 1965 με κάτι μαλλιά κομμένα.
 
Ολοι τα ελάτρευαν αλλά καμιά κοπέλα δεν κάθησε να κόψει τα μαλλιά της. Φορούσαν κάτι μεσαία μαλλιά αλλά πού να τολμήσουνε να τα κόψουνε κοντά τα μαλλιά.
 
Αυτό ήτανε κάτι το εξωπραγματικό. Τα μεσαία μαλλιά, τα μακριά μαλλιά, το «καρεδάκι» ήτανε στη μόδα, που με γοήτευαν, αλλά μέχρι εκεί.
 
Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι κατεβαίνοντας από την περιοχή και την εποχή του βαψίματος του προσώπου, υπήρχε η περιοχή του λαιμού, που υπήρχαν ακόμη κάτι αριστοκράτισες που φορούσαν κάτι φουλάρια αλλά αυτά ήταν εξαιρέσεις, οι περισσότερες φορούσαν κανένα σταυρουδάκι, κανένα μενταγιόν, όταν μάλιστα σε άφηναν να τολμήσεις να δώσεις ένα φιλί εις τον λαιμόν «... ένα κορίτσι εις τον λαιμόν του είχε κρεμάσει χρυσόν σταυρόν, σκύβω ο δόλιος να την φιλήσω ...» δεν ήταν έτσι.
 
Συνήθως αυτό το σταυρουδάκι μας έμενε στο στόμα όταν τολμούσαμε κάποιο φιλί στο λαιμό, γιαυτό και το θυμάμαι, θυμάμαι την υφή αυτων των 14 καρατίων, το ψιλό το αλυσιδάκι που πάντα ενοχλούσε τις περιπτύξεις αλλά πάντα κάτι υπήρχε στο λαιμό των κοριτσιών κι όχι βέβαια φυλακτά. 
Δείτε επίσης:
23b6df0a93490cebdd1c93163d8989b5.jpg