• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τα δανεικά γυαλιά
Πάνος Θεοδωρίδης | 22.06.2014 | 17:35
Πριν από το ροκ και καθ’ όλη τη δεκαετία του πενήντα,υπήρξαν ο έντυπος λόγος, η έντυπη εικόνα που μας ξετρέλαινε. Θυμάμαι με εξαιρετική ζωντάνια το πρώτο Μίκυ Μάους, το περιοδικό Γέλιο και Χαρά του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς. Το πήρα στα χέρια μου στη Θεσσαλονίκη, πριν ακόμα πάω Δημοτικό.
 
Οι ήρωες του Ντίσνεϋ και των υπολοίπων δημιουργών μπήκαν στη ζωή μου ώσπερ ρουκέτες- τότε δεν ξέραμε τη λέξη πύραυλοι.
 
Μαζί με τα μεγαλύτερα και σοβαρότερα Κλασσικά εικονογραφημένα αποτελούσαν ό,τι  τα σημερινά SEGA και MEGA DRIVE, αλλά πιστεύω ότι η εντύπωση που άφηναν στα παιδιά ήταν πιο καταλυτική.
 
Τα Κλασσικά ήταν αντικείμενο αγοράς, μεταπώλησης, συλλογής, ανταλλαγής, συνεννοήσεων και η μόνη ευκαιρία για τους γονείς μας να βγάλουμε τον σκασμό και να μην φλυαρούμε. Πρώτο Κλασσικό ήταν οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ και ακολούθησαν μετά κανέναν χρόνο περιοδικά με ελληνική υπόθεση και καταπληκτική εικονογράφηση, καθώς ο Ηρακλής, ο Τρωικός Πόλεμος.
 
Κάθε εικονίδιο μας ήταν γνωστό σε βαθμό ψυχογραφήματος και δεν ήταν σπάνιες οι φορές που καθόμασταν μια παρέα χωρίς κανένα Κλασσικό ανάμεσά μας και αποκαθιστούσαμε την πλοκή με βάση τα θραύσματα της μνήμης που διέθετε ο καθένας.
 
Τα Κλασσικά ήταν ένα είδος σινεμά, ένα κύριο έργο. Η επίδραση στην καθημερινή ζωή μεγίστη. Ποτέ δεν ήταν πράγματι παράνομα με εξαίρεση μερικούς γονείς που όλοι αποκαλούσαν του κατηχητικού και τα παιδιά τους είχανε πιο περιορισμένη ζωή, εξωτερικά τουλάχιστον.  Τα Κλασσικά κράτησαν το πρώτο ρόλο τουλάχιστον ως την αρχή του ‘60.
 
Τα Μίκυ Μάους, όπως τα λέγανε οι περισσότεροι, του παλαιού σκληρού πυρήνα, τα σταματήσαμε μετά το ‘63 όταν μικρύνανε το σχήμα τους και οι λεζάντες μέσα στα συννεφάκια έδειχναν πεντακάθαρα ότι μεταφραζόταν από τα ιταλικά.
 
Λόγου χάριν ο Ευριπίδης, ο λιμοκοντόρος εξάδελφος του Ντόναλντ, με το σπαστό μαλλί στον κρόταφο λεγόταν πλέον Γκαστόνε.Αηδίες ,ώρα για κάτι καλύτερο.
 
Με τα Μίκυ Μάους ήμασταν εξάλλου χωρισμένοι σε οπαδούς ανάλογα με τους ήρωες. Εγώ αντιπαθούσα φρικτά τον Μίκυ, το Γκούφη και τον Πλούτο, αλλά λάτρευα τον Ντόναλντ, τον Ντάφυ και τη μικρή Λουλού.
 
Άλλοι ήταν μανιακοί με τον Μπανκς Μπάνυ, τον Σιλβέστερ. Ακόμη καμιά φορά στα πέντε χρόνια ανακαλύπτω τα χαρτοκιβώτια με τα παλιά Μίκυ Μάους και τα διαβάζω επιλεκτικά . Σε κάθε σελίδα που γυρίζει μου έρχονται αυτόματα στο μυαλό οι πρώτες εντυπώσεις  από την αρχική τους θέαση, το μέρος όπου βρισκόμουνα καθώς τα πρωτοδιάβαζα. Είναι ένα είδος ανιχνευτή μνήμης που παραδόξως δουλεύει ακόμη.
 
Η εποχή 55-58 χαρακτηρίζεται επιπλέον από νέα πεζογραφήματα. Ήταν ο Μικρός Ήρως, ο Ταρζάν, ο Γκαούρ, η Μάσκα, η Ζωή του παιδιού, το Προς τη Νίκη και η Διάπλαση, μιλάω τώρα για τα κυρίαρχα έντυπα, επειδή υπήρχαν άλλα τόσα ελαφρώς λαθρόβια.
 
Ο Μικρός Ήρως, ήταν ήρως για κάπως μεγαλύτερους από εμάς.Ως γεννηθέντες μετά το 45, εκεί γύρω ,το διαβάζαμε συστηματικά αν και σπανίως το αγοράζαμε. Ήταν πάντως μέσα στα προϊόντα ανταλλαγής που είχε ένα μέσο περίπτερο και με σαφώς μεγαλύτερη κυκλοφορία στη Θεσσαλονίκη.
 
Το ίδιο συνέβαινε με τον Ταρζάν και τον έλληνα Γκαούρ, με τον οποίο βεβαίως είχαμε όλοι συνταχθεί και είχαμε εξασφαλίσει τη νίκη της σημαίας μας στη ζούγκλα της Αφρικής.
 
Η Μάσκα περιείχε αστυνομικές και σκοτεινού ερωτισμού ιστορίες, που μερικές φορές αρνιόμασταν να διαβάσουμε από υπερβολική λαγνεία. Τέτοια ήταν η φήμη της ως ρημάχτρας της ηθικής τάξης.
 
Αν τα υπόλοιπα περιοδικά κυκλοφορούσαν μέσα σε δυσμενή ανοχή, η Μάσκα ήταν τελείως, απανταχού και γενικά απαγορευμένη, τουλάχιστον σε δημόσιους χώρους.
 
Όταν κάποιος προσπαθούσε να πείσει κάποιον ότι ο τάδε είναι αλήτης, μεγαλύτερο επιχείρημα από το ότι συνελήφθη με Μάσκα στην κωλότσεπη δεν υπήρχε.
 
Τελείως διαφορετικό έντυπο, άγνωστο στα Γιαννιτσά αλλά αγαπημένο μου ανάγνωσμα όποτε κατεβαίναμε στη Σαλονίκη, ήταν η Διάπλαση. Καμιά σχέση με την παλαιά του Ξενόπουλου ή μάλλον ένα είδος συνέχειάς της. Είχε μια πλήρη στήλη σχολίων και αλληλογραφίας από διαπλασόπουλα, που διάβαζα σε έξαλλη κατάσταση.
 
Η αλληλογραφία γινόταν με ψευδώνυμα, δικός μου ήρωας ήταν κάποιος Τος-Το. Θα έδινα μια βδομάδα από τη ζωή μου αν θα μπορούσα να τον γνωρίσω κάποτε αυτόν τον Τος-Τό.
 
Το ίδιο ισχύει για ένα παιδικό μυθιστόρημα σε συνέχειες που με είχε κρατήσει σε μανιώδη παραφορά επί μήνες ολόκληρους και ήταν η ιστορία μιας παρέας παιδιών και η σύγκρουση ανάμεσα σε κάποιες συμμορίες, που τελείωνε με τον πνιγμό σ’ ένα ποτάμι ενός παιδιού. Αυτά τα πρώτα ελεύθερα κείμενα, που λάτρευα κυριολεκτικά μου μετέβαλαν το βίο.
 
Απολύτως ανάποδη επίδραση είχαν τα δύο χριστιανικά περιοδικά Η ζωή του παιδιού και το Προς τη Νίκη. Το δεύτερο ήταν μεταγενέστερο και πολυτελέστερο. Στο εξώφυλλό του ο Ιησούς κρατεί τον οίακα και οδηγεί πλοιάριο μέσα από την καταιγίδα ενώ το τιμόνι κρατεί ένα χριστιανόπουλο.
 
Η ζωή του παιδιού κόστιζε ένα φράγκο και τα καλύτερα παιδιά στο κατηχητικό που ανήκαν στις λεγόμενες ομάδες, διότι ήμασταν κατηχητόπουλα αλλά όχι και ομαδόπουλα, ήταν επιφορτισμένα με τη μανιώδη διανομή του σε σχολεία, σπίτια, στέκια, γήπεδα, καφενεία και σε άλλους ποικίλους χώρους.
 
Εγώ δεν κατάφερα στη ζωή μου ποτέ να πουλήσω Ζωή του παιδιού, όπως αργότερα δεν κόλλησα καμιά αφίσα.Ντρεπόμουνα.
 
Όποτε με το ζόρι ή από φιλότιμο έπαιρνα, πέντε Ζωές να πουλήσω, τις πουλούσα όλες μαζί στον πατέρα μου.
 
Η ζωή του παιδιού και το Προς τη Νίκη ανήκαν κατά ένα τρόπο που εμείς οι πιτσιρικάδες δεν καταλαβαίναμε, σε διαφορετικές θρησκευτικές οργανώσεις. Η διαμάχη δεν κατέβαινε σε μας αλλά ποτέ δεν είδαμε να συνυπάρχουν τα περιοδικά στον ίδιο χώρο.
 
Ούτως ή άλλως το μόνο καθήκον που είχαμε ως χριστιανόπουλα ήταν ο εντοπισμός των Χιλιαστών,αλλά και να θυμόμαστε στοιχειωδώς το δίδαγμα και το ρητό που σημειώναμε σε ειδικό τεφτεράκι. Καθώς το κατηχητικό γινόταν στον γυμνό γυναικωνίτη του Αη Γιώργη, κανα δυό φορές μας τύχαιναν και τυχερά της ζωής, δηλαδή κηδείες που βλέπαμε εκστατικοί απο ψηλά, ωσάν άγγελοι που παράστεκαν τον Χάρο. 
 
 Αυτά ήταν χονδρικώς τα παιδικά έντυπα. Όση επίδραση και αν είχαν στη ζωή μας ήταν ένα τίποτα μπροστά στο σινεμά.
 
Το σινεμά.
 
Υποτίθεται ότι εμείς τα μικρά ήταν να βλέπουμε μόνο καρτούνς και κινηματογραφικά έργα που μας πήγαιναν με το σχολείο. Αλλά ήταν ο πιο μαλακός κανόνας που παραβιάζονταν τουλάχιστον στο δημοτικό.
 
Ειδικά ο εξαιρετικά ευνοημένος από τη μοίρα Βασίλης που του έλαχε θείος ιδιοκτήτης κινηματογράφου.
 
Ήταν μια εύνοια και για μας διότι δεν υπήρχε έργο που να το δει και να μην μας το αναμεταδώσει με λεπτομερή αναπαράσταση που περιελάμβανε και τη σχετική κινησιολογία των ηθοποιών.
 
Το ανώτερο από όλα τα έργα ήταν Οι ιππότες της στρογγυλής τραπέζης. Το είδαμε το ‘54, γνωρίζαμε κάθε σκηνή του, κάθε ενδυματολογική παραλλαγή.
 
Μετά από τριάντα πέντε χρόνια ξαναείδα το έργο από κάποιο ιδιωτικό κανάλι και θυμόμουνα εξαίσιες λεπτομέρειες.
 
Στο σινεμά βλέπαμε πάντα με ανοιχτό το στόμα τουλάχιστον μιάμιση φορά το χειρότερο έργο και τρεις ή τέσσερις φορές το καλύτερο.
 
Τα ελληνικά έργα ήταν ευχαρίστως αποδεκτά αν και από νωρίς διακρίναμε με κανονική ορολογία σαχλαμάρες και καλά.
 
Όταν υπήρχε δράμα κλαίγαμε και μεις μαζί με όλο τον κόσμο, μιλάω βέβαια για μια κάπως πρώιμη εποχή, διότι εμείς την εποχή Ξανθόπουλου και Βούρτση δεν τη ζήσαμε διότι ήμασταν ήδη στο γυμνάσιο.
 
Και στο σινεμά θα επανέρθουμε διότι δεν τελειώνει τούτο το έργο φίλοι μου. Που να τελειώσει.
 
Μια πολύ σημαντική επαφή είχαμε πάντως με το ραδιόφωνο. Ήταν ένα ραδιόφωνο αρχαϊκό με λυχνίες που δεν περιείχε ρεμπέτικα και υπήρχε αφθονία ελαφρού και δημοτικού τραγουδιού. Υπήρχε ειδική ώρα για τη Βέμπο, για το Γούναρη, υπήρχαν ξένα τραγούδια, κυρίως αμερικάνικα αλλά και ιταλικά. Από το υπόλοιπο ελληνικό πρόγραμμα ξεχώριζε στις μια η ώρα το μεσημέρι της Κυριακής το θέατρο στο μικρόφωνο του κυρίου Αχιλλέα Μαμάκη. Ήταν ένα είδος επίσημες εκπομπές, εξαιρετικά κατάλληλες για το Κυριακάτικο γεύμα. Αλλά εδώ απλώς αναφέρω το ραδιόφωνο επειδή του ανήκει σίγουρα μια ολόκληρη  εκπομπή. Την εκπομπή της ζωής μας θέλω να αποκαταστήσω κάπως.