• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η μπάλα ταξίδευε προς τα πεύκα
Πάνος Θεοδωρίδης | 21.06.2014 | 17:00
Μνήμη Φάνη Σμυρνή και Στέφανου Χατζηθεοδώρου
 
Μπορεί να γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και να κράτησα τις επιφανέστερες των σχέσεων μαζί της, αλλά μεγάλωσα στα Γιαννιτσά και εξάλλου για να προλάβω όχι τις αντιδράσεις των ακροατών μου, που είναι από ότι ξέρω θερμές, αλλά τις αντιδράσεις των κριτικών της δημόσιάς μας ζωής, σπεύδω να πω ότι δεν συντάσσω μια αυτοβιογραφία, την οποία θεωρώ αντικείμενο διάσημων ανδρών που έχουνε επιτελέσει κάποια θαυμαστό έργο, αλλά συντάσσω μια πραγματεία για το ροκ των Μακεδόνων, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, χρησιμοποιώντας τις προσωπικές μου εμπειρίες, επειδή θέλω να αποφύγω τον μυθιστορηματικό χαρακτήρα της εμπράγματης λογοτεχνίας.
 
Εξάλλου το να αποκαλύπτω την προσωπική μου οπτική ενέχει περισσότερο τον κίνδυνο να απαριθμώ άκρως συνηθισμένα γεγονότα,παρά ότι αποτελεί κάποια ιδιόμορφη παρανοϊκή κρίση. Όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρομαι τα βίωσα εξάλλου ως μέλος ομάδας και ως οπαδός, όχι ως ήρωας. Και έτσι τελειώνω με αν το ροκ των Μακεδόνων αποτελεί αυτοβιογραφικό δοκίμιο. Ας προχωρήσουμε τώρα στα δύσκολα.
 
Ακόμη και σήμερα όποιος αποπειραθεί να στρίψει οδηγώντας πέραν των σαφών ασφάλτων στα Γιαννιτσά κινδυνεύει να χαθεί σε αδιέξοδες αυλές και ζώνες πολυκατοικιών που φυτρώνουν από τα χωράφια, ο λόγος κοινός σε όλη την Ελλάδα. Είναι συνήθεις. Κανένας ποτέ δεν έμαθε σε κανέναν τι εστί πολεοδομία ή για να είμαστε ακριβείς η χάραξη ενός τύπου ιπποδαμείου συστήματος πάνω από τα στενά και τις αυλές ήταν πάντοτε το μάξιμουμ που μπορούσε να προσφέρει το Ελληνικό κράτος στους πολίτες του.
 
Μεγάλος εχθρός των επαναστατών προς δύο αιώνων ήταν βέβαια τα  βουλεβαρτα επειδή δεν μπορούσαν να κατασκευαστούν εύκολα οδοφράγματα. Μεγάλος εχθρός των εν γένει περιθωριακών είναι πάντοτε οι επισήμως παράνομοι, αλλά αυτά αφήστε να σας τα εξηγήσω σε καμιά ιδιαίτερη εκπομπή.
 
Για μας, τα παιδιά του 50 εχθρός ήταν η άσφαλτος και γενικά οι φαρδείς δρόμοι. Δεν μας έφθαναν οι διαχωρισμοί σε συμμορίες, σε κοινωνικούς χώρους και σε γονικά χρήματα, ήταν και η γενική τάση του παιδόκοσμου να κρύβει τις δραστηριότητές του από τους μεγάλους. Σήμερα υποθέτω ότι με την εξάρτηση, με την υπερεξάρτηση των γονιών από τα παιδιά τους, αυτά έχουν αλλάξει δραστικά, αλλά για μας οι μεγάλοι ήταν ένας ιδιότυπος κόσμος που αγαπούσαμε μεν, όσο τουλάχιστον ήταν φυσικά συγγενικοί μας, αλλά έπρεπε οπωσδήποτε να μένει αυστηρά απ’ έξω όταν οι δραστηριότητές μας το επέβαλαν.
 
Εμείς και οι μεγάλοι. Μεγάλη κουβέντα, φίλες και φίλοι. Δεν ανήκω στους οπαδούς του ατταβισμού και υποθέτω ότι μεγάλο μέρος από την τότε παιδική συμπεριφορά ήταν επηρεασμένη από το σινεμά, τα Μίκυ Μάους ,οπως εξάλλου τα σημερινά παιδιά έχουν υποταχθεί στα ηλεκτρονικά και στην τηλεόραση.
 
Αλλά τότε και στις δύο πόλεις που εγνώριζα σχετικά, Θεσσαλονίκη και Γιαννιτσά, κυρίαρχη θέση στη ζωή των παιδιών έπαιζε η ίδια η σύσταση και η φύση της πόλης. Ο τρόπος που απορροφούσε το φως και τις πράξεις των ανθρώπων. Η πόλη δηλαδή όχι ως ένα απρόσωπο σύστημα δρόμων και πεζοδρομιων, αλλά ως σκοτεινές φωνές μέσα στη νύχτα. Άγρια καρναβάλια, άνθρωποι που ενεργούσαν πονηρά. Η πόλη έπαιζε τεράστιο ρόλο στην παιδική μας ζωή. Έπρεπε λοιπόν να μαθαίνουμε να φυλαγόμαστε και από αυτήν. Υπήρχαν διαβαθμίσεις και ποικιλίες παιδικής κρυψίνοιας μέσα στην πόλη.
 
Πρώτα οι κρυψώνες όπου τοποθετούσαμε τα πράγματα.Τα απαγορευμένα δεν έπρεπε να τα έχουμε στην κατοχή μας. Άλλα αντικείμενα ήταν απαγορευμένα μόνο στο σπίτι, άλλα μόνο στο σχολείο, άλλα γενικώς. Η σαΐτα λόγου χάριν έπρεπε να είναι κρυμμένη σχετικά κοντά στο σπίτι επειδή ήταν αδιανόητη στο σχολείο. Κατάλληλη θέση, πάνω σε κανένα δέντρο με φυλλωσιά, πίσω από την πόρτα μιας παρατημένης παράγκας. Δεν κρύβαμε ποτέ σαΐτα κάτω από κεραμίδια και τέτοια, επειδή στην επαφή με το χώμα χαλούσε το λάστιχο. Η Μάσκα και ο Μικρός Ήρωας  είχαν διάφορες κρυψώνες. Κατά τη μεταφορά των περιοδικών στο περίπτερο προς ανταλλαγή ή για να γίνει άλλη ανταλλαγή με άλλα παιδιά ,το περιοδικό έμπαινε μέσα στο παντελόνι μπροστά στο στομάχι και από πάνω η μπλούζα. Έτσι έλεγχες τη θέση του περιοδικού με πίεση στο στομάχι και μπορούσε να περπατήσεις άνετα. Οι πιο μάγκες έκρυβαν το περιοδικό πάνω από τα πισινά τους μέσα από τη ζώνη του παντελονιού. Η μέθοδος είχε το πλεονέκτημα ότι ήσουνα πιο ευκίνητος στο δρόμο, αλλά μπορούσε να σου πέσει κάτω και να γίνεις ρεζίλι.
 
Οι μεγαλύτεροι είχανε τρομερούς τρόπους να κρύβουνε τα τσιγάρα τους. Αλλά ίσως  τα αναλύσουμε παρακάτω,όταν μεγαλώσω ακόμα λίγο μέσα στη σειρά αυτών των εκπομπών.
 
Και καλά με όσα είχαμε να κρύψουμε. Εδώ έπρεπε να κρύβουμε και τις υπάρξεις μας. Τα στέκια μας έπρεπε να έχουνε προδιαγραφές. Μακριά από δύστροπους γονείς ή καλύτερα από γονείς γενικώς, μακριά από παράθυρα που έμεναν γνωστοί, διότι σε έβλεπαν, σε αναγνώριζαν και σε ξαπόστελναν για μικροψώνια, τα οποία ήταν αδύνατο να αρνηθείς. Έπρεπε επίσης το όποιο στέκι μας να είναι μακριά από τις μεγάλες ή τις μικρές ηλικίες.
 
Οι μεγάλοι μας περιφρονούσαν και οι μικροί μας έπρηζαν. Φυσικά υπήρχαν στιγμές που οι μεγάλοι της γειτονιάς μας ήταν καταδεκτικοί, μιλούσαμε, αστειεύονταν μαζί μας, αν και η σφαλιάρα ήταν συνήθως απρόσμενη και έπρεπε να την αντιμετωπίζουμε αδάκρυτοι.
 
Οι μεγάλοι μας ήθελαν εμάς για δύο πράγματα. Πρώτον για να φυλάμε τσίλιες όταν κάπνιζαν.Τότε ήταν και η καλύτερή τους συμπεριφορά.Σου έλεγαν δηλαδή «καψούρα μισοριξιά άντε μια βόλτα στη γωνιά μην περάσει κανένας». «Κι αν περάσει;» ρωτούσαμε, «Ε! άμα περάσει, ειδοποία». Στην τετραετή περίπου θητεία μου ως νήπιο τσιλιαδόρος, ποτέ κανένας δεν πέρασε από τις σκοπιές μου.
 
Η δεύτερη περίπτωση που μας ήθελαν οι μεγαλύτεροι ήταν για να γίνουμε αγγελιαφόροι τους.Αυτό ήταν μια σχετλία μπίζνες στα ελληνικά της τηλεόρασης ή στα ουγγαρέζικα που μιλάω εγώ. Μια επιχείρηση που ενείχε κινδύνους. Έπρεπε να ήσουνα αδελφός, τακίμι, κολλητός με τον μεγάλο. Συνήθως σε έστελνε σε κάποιον αντίπαλό του σε εχθρικό στέκι, με ένα τερατώδες μήνυμα, «πήγαινε πες στον βραχνό ότι έτσι κι αλλιώς το σόι του ή μητέρα του ή κάποιος προσωπικός άλλος».Έπρεπε να πας και να το πεις φωναχτά,αλλά σε απόσταση από την ορδή των μεγάλων και στρέφοντας τα πόδια στην αντίθετη κατεύθυνση,επειδή πριν τελειώσει το μήνυμα έπρεπε να τραπείς σε άτακτη φυγή. Ο αποδέκτης του μηνύματος δεν υπήρχε περίπτωση να μην σε κυνηγήσει ή να μην σου ρίξει πέτρα.
 
Το ζήτημα ήταν δυστυχώς ότι αυτή η δύσκολη αποστολή ήταν υποχρεωτική και δε σου έδινε κάποιο κύρος στην δική σου παρέα. Ίσως επειδή έκανες το ανδραγάθημα ως υποτελής. Κάπως έτσι νομίζω πρέπει να γινόταν και με τους σκλαβήνους ως προς τους Αβάρους, και κάπως έτσι ίσως η παιδική ηλικία βοηθάει την ιστορία.
 
Οι μεγάλοι υπήρχε μια μικρή περίπτωση να μας φανούνε χρήσιμοι σε μερικά πράγματα. Αλλά εν γένει τους αντιπαθούσαμε επειδή ήταν βίαιοι και ψευτοπαλληκαράδες. Με την έκφραση οι μεγάλοι δεν συμπεριλαμβάνω τους αρχηγούς μας που ήταν επίσης μεγάλοι αλλά είχαμε οπωσδήποτε μια άλλη σχέση. Εννοώ κυρίως τους γύρω εφήβους.
 
Μακριά λοιπόν από τις άλλες ηλικίες απέμεναν συγκεκριμένοι χώροι. Ήταν πρώτα η παράγκα πίσω από το σπίτι του Βασίλη. Η παράγκα ήταν από ξυλοτέξ και εμφανής η χρήση της ως πρόχειρη αποθήκη. Βρισκόταν σε ένα στενό μέσα και είχε ένα πολύ μικρό άνοιγμα στον τυφλό της τοίχο, που μας επέτρεπε να παρακολουθούμε την κίνηση στο στενό και να βγάζουμε το σκασμό όταν περνούσε ενήλικο άτομο μέσα στην παράγκα. Μιλούσαμε για τα απόκρυφα ζητήματα αλλά της ημέρας. Αυτά ήταν κατά σειράν ποιος τα έφτιαξε με ποιαν και ποιος έδειρε ποιον. Μετά μιλούσαμε για σινεμά και περιπέτειες. Οι περισσότερες ήταν φανταστικές.
 
Μερικές φορές λέγαμε και ανέκδοτα πίσω από το περίπτερο του μπάρμπα Ασικέλη. Κάτω από ένα δένδρο ακακία στον τοίχο κολλητά στο τρίτο δημοτικό μιλούσαμε για ποδόσφαιρο και εν τέλει για αθλητικά ενδογενή ζητήματα. Στον άξονα του κάρου προτεραιότητα είχανε τα δυναστικά μας προβλήματα. Ποιος είναι πράγματι αρχηγός και ποιος ο επίβουλος ανατροπέας. Επίσης γινόταν οι τελετουργικές μονομαχίες, οι ξιφομαχίες και οι αναπαραστάσεις των ιπποτικών έργων.
 
Ας σημειώσω εδώ ότι πριν παίξουμε πόλεμο ξοδεύαμε αρκετή ώρα πριν αποφασίσουμε αν θα παίζαμε αρχαίο πόλεμο ή σύγχρονο με τουφέκια. Ο σύγχρονος δεν είχε πολύ πλάκα με όλα αυτά τα μπαμ και μπουμ αλλά όταν ήμασταν λίγοι τον προτιμούσαμε.
 
Τέλος τα απόκρυφα ζητήματα της νύχτας τα συζητούσαμε μαζεμένοι στην μικρή κατηφόρα έξω από το σπίτι του Ζεγκίνη. Δηλαδή μιλούσαμε για τέσσερα πράγματα, για το Θεό, για θέματα αστρονομίας, για την Τζίνα Λολομπριτζίτα και για τη Σοφία Λόρεν.
 
Δεν θα αναμεταδώσω ραδιοφωνικά το κλίμα των συζητήσεων εκείνων που το θυμάμαι πάρα πολύ καλά, αφενός επειδή ντρέπομαι ακόμη και αφετέρου επειδή ήταν ένα αμάλγαμα λυρικότητας και λαγνείας, που για παιδιά έξι - επτά ετών σήμερα φαντάζει αδιανόητο. Ας γυρίσει ο καθένας σας πίσω σε κείνα τα χρόνια και ας θυμηθεί τα δέοντα με αιδημοσύνη και ας γυρίσει επιτέλους η αφεντιά μου σε αθλητικότερα θέματα, καθώς η πρώτη αθλητική μετάγγιση, οι μεταγραφές, η πρώτη λατρεία της μπάλας.
 
Στην μπάλα καταρχήν όλα άρχισαν από την Κύπρο,παρόλο που μοιάζει να κάνω μέτριας ποιότητας συνειρμική λογοτεχνία. Από την Κύπρο και τα γεγονότα του 55 στην Κωνσταντινούπολη. Τα συλλαλητήρια και τα συνθήματα για την ΕΟΚΑ και το Κυπριακό εν γένει συνοδεύτηκαν από μια πάντα στα μέτρα της εποχής αγάπη για κάθε τι κυπριακό. Σε μας στην παιδική συμμορία της οδού Στράντζης,το Κυπριακό έφτασε με τη μορφή μιας λοταρίας. Στο περίπτερο που ανέφερα του Θρακιώτη γέροντα του Ασικέλη υπήρχε μια λοταρία που μοίραζε κάτι απαίσιες τσίχλες ή καραμέλες κολλημένες πάνω σε ένα απόσπασμα ενός χάρτη της Κύπρου.
 
Το κίνητρο ήταν απλό. Όποιος συμπλήρωνε τα εκατό χαρτονάκια και επομένως το χάρτη ολόκληρης της Κύπρου, έπαιρνε ως έπαθλο μια λαστιχένια μπάλα. Η μπάλα βρισκόταν στο εσωτερικό νότιο άνω ράφι του περιπτέρου, είχε μέγεθος κεφαλής παιδιού που φορούσε πηλήκιο Νο1 ή Νο2, όταν μέγιστο ήταν το Νο9 και το χρώμα της το θυμάμαι σαν και τώρα, ήταν γαλάζιο. Η απόκτησή της σήμαινε ότι επιτέλους τέρμα οι βαριές υφασμάτινες μπάλες, τέρμα οι σχεδόν διαφανείς νάιλον που ήταν και πάρα πολύ μικρές, τέρμα οι δύο χιλιομπαλωμένες λαστιχένιες της παρέας που δεν άντεχαν το μυτάκι, δηλαδή το σουτ με τη μύτη του σκαρπινιού.
 
Όλο το σχολείο, όλη η γειτονία, όλη η συμμορία δεν έτρωγε παστέλι που λέει ο λόγος επί ένα ολόκληρο χρόνο για να πάει να αγοράσει τα χαρτονάκια.
 
Όλοι μας είχαμε αποκτήσει σχεδόν ολόκληρο το χάρτη της Κύπρου, χώρια τα διπλά και τα τριπλά που ανάλογα με το βαθμό σπανιότητας ήταν προϊόν ανταλλαγής με άλλα που έλειπαν. Αλλά στις συλλογές των πιο προχωρημένων φάνηκε η μεγάλη και μόνιμη απάτη. Από όλους τους χάρτες βέβαια, έλειπαν δύο ή τρία νούμερα σποράδην αλλά κυριολεκτικά από όλους μα όλους έλειπε ένα το νούμερο 26.
 
Ήταν προφανές ότι ο προμηθευτής έδινε μια ντάνα από χαρτονάκια σε κάθε περίπτερο με ένα μόνο χαρτονάκι Νο26 μαζί με μια μπάλα. Επομένως ό,τι και αν κάναμε, όσο κι αν αγοράζαμε, ένας θα ήταν ο τυχερός και μία η γαλάζια μπάλα.
 
Η παραφορά κράτησε πράγματι μήνες. Πρέπει να κατασκευάστηκαν τουλάχιστον εκατό ή και παραπάνω πλήρεις χάρτες της Κύπρου και από όλους έλειπε μεταξύ άλλων το 26. Είμαι σίγουρος ότι οι μαθητές του τρίτου εκείνη τη χρονιά γεωγράφησαν την Κύπρο με τη μεγαλύτερη σιγουριά,παρόλο που ήταν πιθανόν να μην γνώριζαν και κατά που πέφτει η Καβάλα. Ο χάρτης ήταν έγχρωμος και θεματολογικά γεωφυσικός -παραγωγικός. Είχε πάνω στην Κύπρο διάφορα κλαδιά ελιάς, αγγεία με κρασί, μέταλλα και τέτοια. Η επικεφαλίδα «Η Κύπρος μας» ήταν δαφνοστεφανωμένη. Όλοι ξέραμε και ανταλλάσσαμε Λευκωσίες, Κυρηνειες και Πάφους, Κύκκους και Πενταδάκτυλους, αλλά δεξιά της Λεμεσού κάτω αριστερά ,σε όλων τις συλλογές ένα κομμάτι στεριάς και θάλασσας έλειπε .
 
Το περίφημο 26.
 
Τα οικονομικά μας είχαν γίνει προβληματικά, το ίδιο και οι απολαύσεις μας. Στο περίπτερο του Τσαμπάζη οι μαστίχες μπαζούκα περίμεναν ποθητές ,ροζέ ,τότε που κοβόταν με το ειδικό μαχαιράκι, στο περίπτερο της Χήρας πίσω από του Αχτσόγλου κρεμόταν άλλοι λαχταριστοί καραγκιόζηδες που μας καλούσαν στο παιχνίδι.
 
Τίποτα.
 
Στο περίπτερο του Ασικέλη που δεν είχε μήτε τσιγάρα παρά δύο σαχλαμάρες για παιδάκια,συνωστιζόμασταν με τα μάτια στην γαλάζια μπάλα σε όλο το διάστημα της δευτέρας δημοτικού, το μακάριο έτος ‘55-’56 όταν δασκάλα μας ήταν η κυρία Σωσσώ.
 
Και εκεί ,προς τον Ιούνιο ,τελειώνοντας το σχολείο και ενώ η κάψα άρχιζε να ρημάζει τα Γιαννιτσά και οι αυλές γινόταν όλο και περισσότερο δικές μας και τα φυτά μεγάλωναν μαζί με το πράσινο των δένδρων και καλυτέρευαν τους πολέμους μας με τόσο καμουφλάζ, πάω ένα μεσημέρι καυτερό και απαίσιο, δίνω τις δύο δεκάρες για ένα λαχνό, τον ξεδιπλώνω και ξεραίνομαι.
 
Μου έτυχε το 26!
 
μου έτυχε το 26!
 
σ’εμένα ,τον ταπεινό, τον τραυλό, το 26!
 
Η διπλανή μαρίδα που το πρόσεξε άπλωσε το νέο σε πέντε λεπτά σε όλη τη γειτονιά και πρώτοι κατέφθασαν οι φίλοι μου.
 
Ήρθε ο Φάνης Σμυρνής από την Κηφισιά απέναντι ,ο Γιώργος Φωκάς από τη χαμηλή σειρά σπιτιών, απέναντι από τα λυκόπουλα ,ήρθε ο Γκιρκινέζης και ο Τέλης Τσιρέλης και άλλοι από το Ταλαμπάς και από το σπίτι του Φραντζή.
 
Πλησίασαν και δεν χρειάσθηκε καν να φέρω τα δικά μου κομματάκια του χάρτη. Εφεραν αυτοί τα δικά τους. Εγώ πια μπορούσα να κάθομαι κάτω από την ακακία και αυτοί έφερναν τα χαρτονάκια , σχημάτιζαν μπροστά μου το χάρτη της Κύπρου και αφού τέλειωσε εγώ τότε έβγαλα το 26 από την τσέπη και το έβαλα στη θέση του.
 
Ο χάρτης  είχε επιτέλους τελειώσει. Ο χάρτης ήταν όλης της παρέας, όπως βέβαια και η μπάλα .Δεν χρειάσθηκε να το συζητήσουμε καθόλου. Οι άριστοι μπαλαδόροι της παρέας, ο ταχύς εξτρέμ Ιορδανίδης και ο Τέμπερεκ το μπακότερμα ,ακόμη κι ο μέγας απρόσιτος Αυγερινός που μετά έπαιξε και στον Άρη,συμφώνησαν ότι θα μπορούσα να παίζω επί ένα διάστημα σε όποια θέση ήθελα αρκεί βεβαίως να παραχωρούσα ατύπως και σιωπηρώς τη μπάλα στην παρέα.
 
Θα είχα δικαιώματα. Να την κρατώ στο σπίτι μου όταν σκάζει , η επιδιόρθωση να γίνεται με έξοδα όλων. Αλλά βέβαια η μπάλα δεν έπρεπε ποτέ να λείπει από το προαύλιο του Αγίου Γεωργίου και αν έλειπα ,η μπάλα θα ήταν  στο Φάνη για να παίζουν οι υπόλοιποι. Μαζέψαμε το χάρτη και τον δώσαμε στο μπαρμπα Ασικέλη. Εκείνος μέτρησε τα χαρτονάκια και μου έδωσε τη μπάλα. Ευθύς πήγαμε στον Αη Γιώργη και το παιγχνίδι άναψε.
 
Μπάλες αποκτήθηκαν αργότερα πολλές από πολλούς. Το ’58 προσκόμισα εις την τέχνην,στην παρέα, μια λευκή τεράστια μπάλα λαστιχένια που έκανε παρακαλώ τριάντα δραχμές.Ο Βασίλης έφερε αμερικάνικη δερμάτινη ,προκόψαμε δηλαδή με τον καιρό.
 
Αλλά για όλους μας εκείνη η λιανή σχετικά μικρή λαστιχένια γαλάζια μπάλα παρέμεινε αξέχαστη.Ηταν κάπως πιο αδύνατη από τις άλλες,ισως από τη μακρόχρονη έκθεση της στο ράφι του περιπτέρου αλλά βέβαια τι πείραζε.
 
Η κάθε μπάλα που είχαμε έσκαζε κατά μέσον όρο μια φορά στις δυο μέρες. Από ένα αδιόρατο φούιτ που ανιχνεύαμε φτύνοντας την και στρώνοντας το σάλιο στη σχισμή με το μεγάλο δάκτυλο έως μια διαρραγή μεγέθους και πέντε εκατοστών. Όλα αυτά γιατρεύονταν στο ποδηλατάδικο του Δεμερτζίδη στην Ανατολική οδό έναντι του πάρκου. Του φέρναμε τη μπάλα και αυτός μας έλεγε το νούμερο. Από δυο δεκάρες έως δυο δραχμές Δε μας έκλεβε ποτέ και δεν τον αμφισβητούσαμε ποτέ.
 
Ξαμολιόμασταν να βρούμε ταχ ρήματα αν δεν είχαμε επάνω μας. Η μπάλα έμενε εκεί ορφανή και σκασμένη ώσπου ξαναγυρνούσαμε με τα λεφτά στο χέρι . Ο βουλκανισμός της μπάλας, το κόκκινο ή μαύρο επίθημα, η στραγγάλη της πάνω στη ζεστή πρέσα, ήταν αξέχαστες οπτικές εμπειρίες που τελείωναν με το προνόμιο του ποδηλατά να ρίξει την πρώτη μπαλιά προς τα πεύκα.
 
Η μπάλα ταξίδευε προς τα πεύκα. Η μπάλα είναι πλέον ένα έργο πουαντιλιστικό τρίχρωμο, είναι δουλειά του Ρόθκο και του Τζάκσον Πόλοκ. Αλλά εμείς που να το ξέρουμε. Ξέρουμε πως θα προσγειωθεί στο κίτρινο χώμα πάνω από τις πέτρες που έχουμε βάλει ως γκολποστ για να ορίσουμε το σύμπαν.
 
Πέρα από το γήπεδο αχανές και σκονισμένο. Αλανα που σείεται με τη μνήμη αλλά δεν βγάζει ποτέ κανένα σεισμό .Μόνο ίσως κανέναν ανεμοστρόβιλο από τους ταπεινούς που σηκώνουνε καμιά εφημερίδα έως το εφηβαίο.
 
Από μακριά πλησίαζε το ροκ και δεν το ξέραμε. Στεκόμασταν άμουσοι και άλαλοι κανταδόροι και χαζεύαμε το πουθενά και το ροκ πλησίαζε αμείλικτο σε μας τους κανταδόρους.